«Μη φανταστείς πως έχω δώσει πολλές συνεντεύξεις. Μου είναι λίγο αμήχανο το να απαντάω, όταν έχω συνηθίσει να κάνω εγώ τις ερωτήσεις», μου λέει η Έλβη Μιχαηλίδου και σταυρώνει αμήχανα τα χέρια της πάνω στο τραπέζι. Δεν είναι ακριβώς η μέση αθλητική δημοσιογράφος που έχεις στο μυαλό σου, στερεοτυπικά. Δεν έχει τατουάζ, δεν είναι χίψτερ, ούτε loud με τον αναμενόμενο τρόπο. Είναι ίσως πιο girly από όσο ίσως μπορεί να διαχειριστεί ο μέσος φίλαθλος. Ευτυχώς δεν απευθύνεται ακριβώς στον μέσο φίλαθλο. Ευτυχώς δεν φοβάται να χαμογελάσει όσο μιλάει για γκολ, βραβεύσεις και ιστορίες του αθλητισμού σε εκπομπές του Open.
«Είμαι η Έλβη, είμαι αθλητική δημοσιογράφος, καλύπτω το αθλητικό ρεπορτάζ με χαμόγελο και απλά λόγια, γιατί ο στόχος μου είναι να βλέπουν αθλητικά όλοι. Και η κυρία που δεν θέλει να εμβαθύνει, αλλά θέλει να ξέρει τι παίζει», απαντά όταν τη ρωτάω πώς θα συστηνόταν σε κάποιον που δεν βλέπει τηλεόραση και μπορεί να μην έχει ιδέα ποια είναι αυτή η ξανθιά τύπισσα με το κόκκινο μπουφάν. «Θέλω να κάνω αθλητικά για όλους. Υπάρχουν πάρα πολλοί δημοσιογράφοι που μπορούν να σου κάνουν αναλύσεις σε top επίπεδο, αυτό είναι όμως ένα κομμάτι που δεν ενδιαφέρει εμένα. Κυρίως γιατί κάνω αθλητικά στην τηλεόραση και στην τηλεόραση είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Τα αθλητικά στην τηλεόραση πρέπει να είναι απλά, κατανοητά, να μπορεί να τα παρακολουθήσει κάποιος που δεν ξέρει ιδιαίτερα πράγματα, χωρίς να βομβαρδίζουμε τον τηλεθεατή με 5.000 πληροφορίες, χωρίς προπαγάνδα, χωρίς φανατισμό, γιατί και από εμάς ξεκινάνε όλα αυτά που γίνονται. Υπάρχουν μέσα, δυστυχώς, που καλλιεργούν το μίσος και τον οπαδισμό».

Η Έλβη έμαθε στην πράξη και μέρα με τη μέρα τι επιτρέπει και τι δεν επιτρέπει στον εαυτό της, ούσα αθλητική δημοσιογράφος. Ξεκινώντας την καριέρα της από το πολιτιστικό ρεπορτάζ και με βαθιά αγάπη για το θέατρο, από τα χρόνια του MTV και έπειτα του Rise, δεν είχε ιδέα πως κάποια στιγμή θα της ζητηθεί να καλύψει θέματα αθλητισμού. Μάλλον δεν θα μπορούσε να είχε μαντέψει λίγα χρόνια πριν πως η αντίδρασή της σε αυτή την αναγκαστική στροφή θα ήταν ένα «άντε να δούμε πώς θα πάει και αυτό». Μάλλον πήγε εξαιρετικά καλά. Η πρώτη της συνέντευξη σε αυτό το δημοσιογραφικό reboot ήταν με τον Σπύρο Γιαννιώτη, τον ασημένιο Ολυμπιονίκη της κολύμβησης, θυμάται. Ακολούθησαν συνεντεύξεις σε κορυφαίους Έλληνες αθλητές, όπως ο Στέφανος Τσιτσιπάς και ο Μίλτος Τεντόγλου, μια βράβευση από τον ΠΣΑΤ για την κουβέντα της με τον μικρό Λέανδρο, το γκολ του οποίου πανηγύρισε όλη η Τούμπα σε μια από εκείνες τις στιγμές που μάς κάνουν να πιστεύουμε στον αγνό ρομαντισμό του ποδοσφαίρου. «Η συνέντευξη με τον Λέανδρο και με τα άλλα παιδιά, τον Γιάννη και τη Λουκία είναι ίσως οι πιο ωραίες συνεντεύξεις που έχω κάνει. Τα παιδιά έχουν ανόθευτη αλήθεια. Δεν μασάνε. Αν ένα παιδί δεν σε συμπαθήσει, δεν θα κάτσει απέναντί σου, επειδή εσύ έχεις φέρει την κάμερα. Θα σου πει “έλα γεια, δεν θέλω άλλο”», περιγράφει.
No Title
Γίνετε μέλος στο κανάλι του OPEN για να αποκτήσετε πρόσβαση σε προνόμια: https://bit.ly/3tLR9pL Δες όλα τα βίντεο εδώ: http://bit.ly/OpenSport Το ποδόσφαιρο είναι διασκέδαση, όχι πόλεμος. Να μην αλληλοσκοτώνονται οι φίλαθλοι”, είπε ο μικρός Λέανδρος στέλνοντας το δικό του ηχηρό μήνυμα κατά της βίας.
Κόντρα στο κλισέ που θέλει μια βράβευση να «κλειδώνει» την ιδέα περί επαγγελματικής επιτυχίας, για την ίδια η πιο περήφανη στιγμή της ήταν το τελευταίο μεγάλο θέμα της. «Έπαιξε στις 31 Δεκεμβρίου 2023 και είναι ένα βίντεο κατά της βίας στον αθλητισμό, με τη συμμετοχή δεκατεσσάρων κορυφαίων αθλητών από όλα τα σπορ και σχεδόν όλες τις ομάδες. Προσπάθησα να τις έχουμε όλες, αλλά όπως καταλαβαίνεις, κάποιοι δεν δέχτηκαν. Η ιδέα έτρεχε όσο ο αστυνομικός που είχε χτυπηθεί στο Ρέντη δεν είχε ακόμα φύγει από τη ζωή. Σκέφτηκα πως έπρεπε να κάνουμε κάτι να ακουστεί. Στο βίντεο, ο κάθε αθλητής λέει το όνομα κάθε ενός από τα δεκατέσσερα θύματα οπαδικής βίας. Πλέον είναι δεκαπέντε με τον αστυνομικό», μου εξηγεί.
No Title
Γίνετε μέλος στο κανάλι του OPEN για να αποκτήσετε πρόσβαση σε προνόμια: https://bit.ly/3tLR9pL Η οπαδική βία είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και ως εκ τούτου μας αφορά όλους. Μέσα από ένα βίντεο- γροθιά, το OPEN έδωσε βήμα σε 14 κορυφαίους Έλληνες αθλητές- όλων των σπορ και όλων των ομάδων- για να μιλήσουν και να στείλουν το πιο ηχηρό μήνυμα κατά της βίας.
Πριν μερικές μέρες το όνομά της βρέθηκε σε τίτλους, δίπλα στη φράση «σεξιστικό σχόλιο». Ένας άνδρας αθλητικογράφος της είχε αφήσει ένα προσβλητικό, σεξιστικό σχόλιο, κάτω από μια φωτογραφία της που, εν τω μεταξύ, δεν είχε καμία σχέση με τον αθλητισμό. Η ίδια θέλοντας να ευχαριστήσει όσους τη στήριξαν online σε όλο αυτό, αφιέρωσε λίγα λεπτά από την τηλεοπτική της παρουσία ώστε να το διευθετήσει. «Δεν ήξερα καν ποιος είναι, δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ, δεν ήμασταν καν φίλοι στο Facebook. Κι όμως έκανε ένα σεξιστικό σχόλιο κάτω από μια άσχετη ανάρτηση στη σελίδα μου, στην οποία δεν μιλούσα καν για αθλητισμό. Μιλούσα για ένα ζευγάρι μπότες. Προφανώς το έκανε επίτηδες αυτό, για να «αποδείξει» πως εγώ είμαι μια σαχλή που μιλάει για μπότες», περιγράφει. Έπειτα τον έψαξε και προς έκπληξή της συνειδητοποίησε πως αυτός ο άνθρωπος δίδασκε και αθλητική δημοσιογραφία, ενώ είχε βραβευτεί από τον ΠΣΑΤ για έρευνές του για τον σεξισμό στην αθλητική δημοσιογραφία. Πόσο οξύμωρο; «Για γέλια και για κλάματα», μου λέει. «Επικοινώνησα με τον ΠΣΑΤ και ζήτησα να του μεταφέρουν πως η διαγραφή του σχολίου και μια δημόσια συγγνώμη είναι αρκετά ώστε να μην ασχοληθώ περισσότερο με αυτό. Συγγνώμη δεν μου ζήτησε, οπότε έκανα μια σχετική ανάρτηση, στην οποία σχολίασαν πολλές γυναίκες, και τις ευχαριστώ πολύ για αυτό. Εκείνος μετά την ανάρτησή μου έσβησε το σχόλιο και το πρωί πολύ αυθόρμητα θέλησα να ευχαριστήσω τον κόσμο για τη στήριξη, γιατί συνήθως οι αθλητικοί δημοσιογράφοι παίρνουν αρνητικά σχόλια στα social media και πολύ hate. Δεν είχα ξαναδεί τόσα θετικά σχόλια σε ανάρτησή μου», περιγράφει.
Δεν μου αρέσει η σοβαροφάνεια, καθόλου, πεθαίνω. Δεν μπορώ να βλέπω άλλους να έχουν αυτό το ύφος λες και κάνουν την πιο σοβαρή δουλειά του κόσμου. Δεν κάνουμε την πιο σοβαρή δουλειά του κόσμου, ούτε την πιο δύσκολη.
«Ο λόγος που το δημοσιοποίησα ήταν ξεκάθαρα γιατί δεν γίνεται αυτός ο άνθρωπος να διδάσκει αθλητική δημοσιογραφία και να κάνει αυτό το σχόλιο. Δεν γίνεται να έχει την τύχη πόσων παιδιών στα χέρια του, να τα βαθμολογεί. Δεν θέλω να ξέρω αν δει “Μαρία” αντί για “Μάριος” στο όνομα του γραπτού τι βαθμό μπορεί να βάλει, και αυτός ο άνθρωπος κρίνει φοιτητές, κρίνει γραπτά, κρίνει καριέρες. Το όνομά του δεν το αναφέρω, δεν θα του κάνω και διαφήμιση!», τονίζει και εύχεται τουλάχιστον να πήρε ένα μάθημα από όλο αυτό.

Νομίζω ότι γενικώς στη δημοσιογραφία, κυρίως στην τηλεόραση, οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη. Πιστεύω ότι κάποιος σε ένα δημοσιογραφικό γραφείο θα πει “αυτό το θέμα ας το σπικάρει ένας άντρας για να είναι πιο σοβαρό”.
Για την ίδια πάντως δεν άλλαξε τίποτα όλο αυτό. Στόχος της συνεχίζει να είναι να αφήσει το στίγμα της σε αυτό που κάνει. «Αυτό που είπα στον εαυτό μου ξεκινώντας είναι ότι θα κάνω κάτι διαφορετικό και αυτό το διαφορετικό ξεκινάει και από την εμφάνιση, γιατί ντύνομαι διαφορετικά από ό,τι μπορεί να έχει συνηθίσει να βλέπει κάποιος στην τηλεόραση. Βάζω χρώμα, ντύνομαι πιο μοντέρνα. Δεν θα βάλω το μαύρο ταγεράκι για να πω τις αθλητικές ειδήσεις, θα βάλω το χρωματάκι μου. Στην αρχή υπήρξαν αντιδράσεις για αυτό εσωτερικά. Μετά κατάλαβαν ότι αυτό είναι το στυλ μου και δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω πίσω. Σίγουρα σχολιάζεται ακόμα, αλλά δεν έχω καμία διάθεση να αλλάξω. Έχω σπουδάσει επικοινωνία και τα ρούχα είναι βασικός τρόπος επικοινωνίας, θεωρώ ότι με τα ρούχα μου επικοινωνώ. Δεν μου αρέσει η σοβαροφάνεια, καθόλου, πεθαίνω. Δεν μπορώ να βλέπω άλλους να έχουν αυτό το ύφος λες και κάνουν την πιο σοβαρή δουλειά του κόσμου. Δεν κάνουμε την πιο σοβαρή δουλειά του κόσμου, ούτε την πιο δύσκολη. Είναι σημαντική γιατί έχουμε δημόσιο λόγο, από την άλλη υπάρχουν χίλες πιο δύσκολες δουλειές από αυτή. Δεν χρειάζεται να είμαστε σνομπ, ούτε να το βλέπουμε κάπως. Εγώ θέλω να είμαι ο εαυτός μου. Μου αρέσει η μόδα, γιατί είμαι και γυναίκα, δεν είμαι μόνο αθλητικογράφος. Εμένα μου αρέσουν οι γόβες. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορώ να μιλήσω για τον Μέσι και τον Εμπαμπέ».

Της λέω πως γκουγκλάροντας τη φράση “γυναίκες αθλητικογράφοι”, έπεσα σε ένα άρθρο με τίτλο “γυναίκες αθλητικογράφοι σκέτες ανάφτρες”. Γελάμε, αλλά δεν δείχνει ακριβώς σοκαρισμένη με τον σεξισμό στο όλο concept. Η Έλβη δεν πιστεύει πως μόνο η αθλητική δημοσιογραφία είναι χώρος ανδροκρατούμενος. «Νομίζω ότι γενικώς στη δημοσιογραφία, κυρίως στην τηλεόραση, οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη. Πιστεύω ότι κάποιος σε ένα δημοσιογραφικό γραφείο θα πει “αυτό το θέμα ας το σπικάρει ένας άντρας για να είναι πιο σοβαρό”. Δεν έχει να κάνει μόνο με τα αθλητικά, λοιπόν. Συμβαίνει γενικότερα. Προσωπικά δεν έχω αντιμετωπίσει ευθέως σεξισμό στη δουλειά, αλλά πάντα υπάρχει μια ατμόσφαιρα. Το βλέπω, όμως, και στις γυναίκες που κάνουν πολιτικό. Μπορεί σε ένα “πολύ σοβαρό θέμα” να πάει ένας άντρας. Το βλέπω γενικά στα κανάλια, όχι μόνο στο Open», υπογραμμίζει. «Αλλά να σου πω και κάτι άλλο;», με ρωτάει. «Γιατί δεν έχει παρουσιάσει ποτέ αθλητική εκπομπή μια γυναίκα αθλητικογράφος; Ας μας απαντήσει κάποιος. Ειλικρινά ρωτάω. Δεν λέμε να γίνει συμπαρουσιάστρια, ούτε να κάθεται σαν γλάστρα δίπλα στον παρουσιαστή. Λέμε να είναι μόνη της. Αν έχουμε ισότητα, γιατί δεν έχει γίνει; Πιστεύω πως δεν υπάρχει καν σαν ιδέα. Πιστεύω σοβαρά πως δεν το έχει καν σκεφτεί κανείς. Λένε ακόμα “εντάξει, αυτή καλή είναι, ας τη βάλουμε μαζί με τον Χ”. Αν είναι καλή, γιατί να μην πούμε “ας της δώσουμε την εκπομπή;”. Αντιθέτως, σε μια πιο κίτρινη, κουτσομπολίστικη εκπομπή κανείς δεν θα ρίξει αντρικό όνομα στο τραπέζι για την παρουσίαση».

Συζητάμε για τις γυναίκες στον αθλητισμό. Όχι μόνο εκείνες στις οποίες δεν απευθύνεται κανείς γράφοντας ένα αθλητικό κείμενο, αλλά και σε όσες παλεύουν μέσα σε αυτόν. Δίνεται η αίσθηση πως οι γυναίκες είναι εντελώς αμέτοχες και unengaged. «Οι γυναίκες δεν είναι καθόλου αμέτοχες στον αθλητισμό. Ας δούμε το γυναικείο ποδόσφαιρο. Έχω φίλη που παίζει στον Αστέρα Τρίπολης και μου λέει “εμείς κάνουμε τόσους αγώνες, τόσες προπονήσεις, ποιος τα δείχνει αυτά;”. Υπάρχει πλέον το Action 24 που καλύπτει τους γυναικείους αγώνες, αλλά έχεις ιδέα πόσο απέχουμε από αυτό που γίνεται στην Ισπανία; Στην ομάδα της Μπαρτσελόνα γεμίζουν όλο το στάδιο. Χειροκροτεί όλο το στάδιο τις κοπέλες και στην Ελλάδα πάνε δέκα άτομα να τις δουν και λένε “είχε κόσμο”. Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί πουθενά δεν βλέπεις τι κάνουν. Ξέρεις τι γκολ βάζουν; Έχουμε ποδοσφαιρίστριες καταπληκτικές. Έχουμε τη Βεατρίκη Σαρρή, η οποία αγωνίζεται στο εξωτερικό, στην Αγγλία. Τη μπάλα που ξέρει αυτή η κοπέλα, δεν την ξέρουν όσοι αμείβονται εδώ με τρελά λεφτά στη Super League. Κι όμως ποιος έχει δει ένα γκολ της Βεατρίκης Σαρρή στην Ελλάδα; Πέντε άτομα που έχουν δει τη συνέντευξή μου και άλλα πέντε που έχουν δει άλλες συνεντεύξεις της. Άρα δεν προβάλλονται οι προσπάθειές τους. Και δεν είναι μόνο το ποδόσφαιρο. Οι περισσότερες γυναίκες αθλήτριες είναι στον στίβο. Πόσες ξέρουμε; Την Ντρισμπιώτη, αν δεν έπαιρνε τα δυο χρυσά, δεν θα τη μαθαίναμε ποτέ», τονίζει.
Σε κάθε περίπτωση, το ποδόσφαιρο φαίνεται συνεχίζει την τροχιά του, με φόντο την οπαδική βία και τα επεισόδια γύρω από αυτή. «Το ποδόσφαιρο είναι ωραίο, εμείς το έχουμε χαλάσει. Και στο εξωτερικό υπάρχει οπαδική βία, και στο εξωτερικό γίνονται επεισόδια, και στο εξωτερικό υπάρχουν χούλιγκαν, αλλά είναι οι εξαιρέσεις. Στην Ελλάδα είναι ο κανόνας. Εδώ πας στο γήπεδο και δεν ξέρεις αν θα γυρίσεις. Πήγαινε σε ένα γήπεδο της Αγγλίας να δεις πόσο ωραία είναι. Πήγαινε Championship, δεύτερη κατηγορία, να δεις τι σημαίνει ποδοσφαιρική μαγεία. Τα γήπεδα είναι γεμάτα, παιδιά παρακολουθούν τους αγώνες, δεν φωνάζει κανείς. Στο εξωτερικό είναι γιορτή το ποδόσφαιρο, το γήπεδο είναι γιορτή. Εδώ, αν πας σε αγώνα της Β’ κατηγορίας ίσως τα πράγματα να είναι χειρότερα και από την Α’», τονίζει. Θεωρεί πως η ποδοσφαιρική ένταση και η τυφλή οπαδική βία είναι απόρροια μιας Ελλάδας που βασανίζεται εδώ και πολλά χρόνια. Ένας λανθασμένος τρόπος εκτόνωσης μιας μερίδας κόσμου που περνά από τη μια κρίση στην άλλη. Τη ρωτάω πώς βλέπει τα νέα μέτρα της κυβέρνησης για την οπαδική βία. «Καλά, ας εφαρμοστούν πρώτα, και το ξανασυζητάμε. Ας τα δούμε στην πράξη, γιατί μετράμε ήδη δεκαπέντε νεκρούς».
