Aπό τον Γιώργο Τσιτιρίδη
Οι Γερμανοί είναι άνθρωποι της ρουτίνας. Μερικά πράγματα στην καθημερινότητα τους δύσκολα αλλάζουν. Αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς αν επισκεφθεί την ίδια γερμανική πόλη με διαφορά χρόνων. Από το φούρνο στην γειτονιά μέχρι το ανθοπωλείο και από ένα κυβερνητικό κτήριο μέχρι ένα πάρκο μπορεί να μην έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα από την αρχική τους φυσιογνωμία. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αγαπημένα στέκια των Γερμανών όπου αρέσκονται να καταναλώνουν, ειδικά τα Σαββατοκύριακα, γενναίες ποσότητες μπύρας και αλκοόλ.
Στο Αμβούργο το Goldenen Handschuh (Χρυσά Γάντια) και το Elbschlosskeller (το ένα βρίσκεται απέναντι από το άλλο) στην περιβόητη St. Pauli, γνωστή ως η περιοχή με τα κόκκινα φανάρια και την άνευ όρων διασκέδαση, είναι από τις παλαιότερες παμπ που έχουν παραμείνει αναλλοίωτες στο χρόνο.
Το Elbschlosskeller βρίσκεται στο ίδιο σημείο από το 1952 με το εσωτερικό του να έχει αλλάξει ελάχιστα από τότε. Πήρε το όνομά του από την πρώην ζυθοποιία Elbschloss και είναι ανοιχτό 24 ώρες το 24ωρο. Πρόκειται για ένα από τα πιο Underground στέκια της πόλης στο οποίο συνηθίζουν να περνούν την ημέρα τους αρκετοί άστεγοι της πόλης κυρίως εθισμένοι στο αλκοόλ. Όταν χρειάστηκε να κλείσει κατά την διάρκεια της πανδημίας του COVID-19 την άνοιξη του 2020, το Elbschlosskeller έπρεπε να εγκαταστήσει εκ νέου κλειδαριές διότι οι αρχικές και δεν λειτουργούσαν και κανείς δεν ήξερε που μπορεί να βρίσκονται τα κλειδιά μιας και είχε να σφραγιστεί για πάνω από 70 χρόνια.
Το Goldenen Handschuh – Χρυσά Γάντια άνοιξε για πρώτη φορά στο κοινό το 1953 και ονομάστηκε έτσι από τον ιδιοκτήτη του τον Herbert Nürnberg, ο οποίος είχε κερδίσει τα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα Πυγμαχίας το 1937 και το 1939 στην κατηγορία ελαφρών βαρών. Σήμερα η παμπ συνεχίζει να λειτουργεί υπό την διεύθυνση του εγγονού του, Jörn Nürnberg.
Και το Elbschlosskeller και το Goldenen Handschuh είναι γνωστά και για έναν ακόμα λόγο. Αποτέλεσαν στέκια του Serial Κiller Fritz Honka που ψάρευε τα θύματα του μεταξύ των δύο παμπ. Με την κυκλοφορία του ευυπόληπτου μυθιστορήματος «Το Χρυσό Γάντι» όπου ο συγγραφέας Χάιντς Στρουνκ περιγράφει την ζωή και την δράση του δολοφόνου Φριτς Χόνκα με πολλές αναφορές στην νυχτερινή ζωή και τα στέκια στα οποία περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας καταναλώνοντας ασταμάτητα αλκοόλ, οι δύο πάμπ έγιναν πόλος έλξης αυτών που ήθελαν να πάρουν μια γεύση της underground ζωής του Αμβούργου. Το 2019 ο γνωστός και πολυβραβευμένος σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν αποφάσισε να μεταφέρει το μυθιστόρημα «Χρυσό Γάντι» του Χάιντς Στρουνκ στον κινηματογράφο. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Ο ίδιος ο συγγραφέας εμφανίζεται ως θαμώνας της πάμπ στην αρχή της ταινίας. Οι κριτικοί βρήκαν την ταινία σκληρή, υπερβολικά βίαιη και την ανάπτυξη των χαρακτήρων ελλιπή. Γενικότερα δεν έτυχε και των καλύτερων κριτικών, έφερε όμως για ακόμα μια φορά την ιστορία του Honka στο προσκήνιο.
Τρέιλερ ταινίας
Ο Φριτς Χόνκα ήταν το τρίτο από τα δέκα παιδιά του ξυλουργού Φριτς Χόνκα του Πρεσβύτερου. Ο ίδιος και ο πατέρας του στάλθηκαν κατά την διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου σε στρατόπεδα συγκέντρωσης λόγω της εμπλοκής τους στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD). Απελευθερώθηκαν από τους Ρώσους και ο πατέρας τους πέθανε το 1946 από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
Ο Φρίτς εγκαταστάθηκε το 1956 στο Αμβούργο και εργάστηκε σε ναυπηγείο. Μετά από ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του παραμορφώθηκαν αφήνοντας του μια σπασμένη μύτη και έντονο στραβισμό. Υπάρχουν αναφορές της βίαιης συμπεριφοράς του πριν την δολοφονική του δράση. Όλες οι γυναίκες που κακοποιούσε και στην συνέχεια σκότωνε ήταν προχωρημένης ηλικίας, εθισμένες στο ποτό ή στα ναρκωτικά, πόρνες, άστεγες διαθέσιμες για σέξ προκειμένου να εξασφαλίσουν στέγη για ένα βράδυ ή για λίγο ποτό και φαγητό. Η εξαφάνιση τους δεν αναφέρθηκε στην αστυνομία, δεν υπήρχε κανείς να τις αναζητήσει και η έντονη μυρωδιά από την αποσύνθεση των πτωμάτων ενώ είχε εγείρει τα παράπονα των ενοίκων της πολυκατοικίας δεν προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα ή καταγγελίες. Ανάμεσα στα διαμελισμένα θύματα του αναφέρονται η 42 ετών Μπράουερ, η Άννα Μπίσελ 54 ετών, η Ρίτα Ρόμπλικ 57 ετών , η Ρουθ Σουλτ 52 ετών όλες τους θαμώνες στην πάμπ.
Στο διαμέρισμα του βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ που κατανάλωνε ο ίδιος και τα θύματα του καθώς και δεκάδες φωτογραφίες γυμνών γυναικών που ήταν κολλημένες σε όλο το χώρο καθώς και στην οροφή του σπιτιού.
Η δολοφονική του δράση αποκαλύφθηκε εντελώς τυχαία στις 17 Ιουλίου 1975 όταν ξέσπασε πυρκαγιά στο κτήριο όπου διέμενε. Κατά την διάρκεια της κατάσβεσης ένας από τους πυροσβέστες ανακάλυψε μέλη ανθρωπίνου σώματος που οδήγησαν στην ομολογία και την σύλληψη του.
Καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλάκιση για μία κατηγορία ανθρωποκτονίας και τρεις κατηγορίες ανθρωποκτονίας εξ αμελείας και διατάχθηκε η εισαγωγή του σε ψυχιατρική κλινική.
Το 1993 αποφυλακίστηκε από το ψυχιατρικό νοσοκομείο και πέρασε τα τελευταία του χρόνια σε γηροκομείο όπου κανείς δεν γνώριζε την πραγματική του ταυτότητα. Στις 19 Οκτωβρίου 1998, πέθανε σε ηλικία 63 ετών ως αποτέλεσμα της υπερβολικής κατάχρησης αλκοόλ και νικοτίνης.
Σε πρόσφατο ταξίδι στο Αμβούργο με τις εικόνες της ταινίας του Φατιχ Ακίν που πρόσφατα ξαναείδα (διαθέσιμη στο Cinobo) πολύ ζωντανές μπροστά μου αναζήτησα το σπίτι και τα στέκια του Honka για να ανακαλύψω τις αλλαγές και του St. Pauli από την τουριστικοποίηση και για να διαπιστώσω αν μετά από τόσα χρόνια υπάρχει κανείς που να θυμάται εκείνα τα γεγονότα και να συζητάει γι’ αυτά. Υπάρχουν καμπαρέ και ΚΙΝΟ στην ευρύτερη περιοχή που λειτουργούν από την δεκαετία του 1960-1970, οι δρόμοι εξακολουθούν να προσελκύουν αστέγους και εθισμένους. Στα Χρυσά γάντια που ο ένας τοίχος προς τα αποχωρητήρια είναι γεμάτος με άρθρα σχετικά με τα γυρίσματα της ταινίας, οι σταθεροί θαμώνες συμπεριφέρονται σαν να είναι στο σπίτι τους, οι τουρίστες αναζητούν φθηνή μπύρα – 3 ευρώ το μπουκάλι – και οι σινεφίλ αναβιώνουν εικόνες από την ταινία.









