Μπορεί οι πιο δημοφιλείς πλατφόρμες μουσικής αυτή τη στιγμή να είναι το Spotify και το Apple Music, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 2000 τον τίτλο αυτό κατείχε το Limewire, γράφει ο Independent.
Δημιουργήθηκε το 2000 από τον Mark Gorton και ήταν, μακράν, η πιο δημοφιλής πλατφόρμα ανταλλαγής αρχείων αφού έδινε στους χρήστες πρόσβαση σε εκατομμύρια δωρεάν τραγούδια, βίντεο, εικόνες και λογισμικό. Συχνά παράνομα.
Το 2006, το LimeWire είχε τέσσερα εκατομμύρια ενεργούς χρήστες. Ωστόσο, δεν υπήρχε σχεδόν κανένας έλεγχος με αποτέλεσμα οι χρήστες να έχουν πρόσβαση σε τυχαίους servers σε διάφορα μέρη του κόσμου, γεγονός που έκανε την πλατφόρμα ιδιαίτερα ευάλωτη σε ιούς και χάκερ.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος όμως ήταν η κατοχή παράνομου περιεχομένου. Οι διαχειριστές προσπαθούσαν να φιλτράρουν το περιεχόμενο, αλλά πολλές φορές οι χρήστες κατέβαζαν παράνομα αρχεία εν αγνοία τους.
Για παράδειγμα, ο τραγουδιστής Matthew White αποκάλυψε ότι ενώ έψαχνε για ένα κλιπ της εκπομπής Girls Gone Wild, ο φάκελος που κατέβασε περιείχε παιδική πορνογραφία. Διέγραψε αμέσως το αρχείο, αλλά ένα χρόνο αργότερα, πράκτορες του FBI εμφανίστηκαν στο σπίτι του και του ζήτησαν να ελέγξουν τον υπολογιστή του.
Το 2006, η Record Industry Association of America υπέβαλε μήνυση στην εταιρεία ισχυριζόμενη ότι κάθε παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων της κόστιζε 150.000 δολάρια. Ζητούσαν αποζημίωση 75 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που ο ομοσπονδιακός δικαστής χαρακτήρισε «παράλογο». Τελικά, η υπόθεση έκλεισε εξωδικαστικά με διακανονισμό 105 εκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ του διευθύνοντος συμβούλου και των δισκογραφικών εταιρειών.
Το LimeWire αναγκάστηκε να κλείσει οριστικά το 2010 μετά από μια μακρά δικαστική μάχη για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων.
Τον περασμένο Μάρτιο, ωστόσο, ανακοινώθηκε ότι θα επαναλειτουργήσει αυτή τη φορά ως πλατφόρμα ανταλλαγής NFT. Οι χρήστες θα δημιουργούν, θα αγοράζουν και θα ανταλλάσσουν NFT που σχετίζονται με τη μουσική, όπως γραφικά, τραγούδια και αποκλειστικά στιγμιότυπα από τα παρασκήνια.
Οι νέοι ιδιοκτήτες του LimeWire, Paul και Julian Zehetmayr γνωρίζουν καλά πόσο αμφιλεγόμενο είναι το brand σκοπεύουν όμως να το επαναφέρουν τη ζωή με επιπλέον χαρακτηριστικά ασφαλείας, όπως ελέγχους κατά της μεταφοράς χρημάτων από παράνομες δραστηριότητες και δυνατότητα παρακολούθησης των συναλλαγών.
«Τα πλεονεκτήματα ξεπερνούν την κακή φήμη», ανέφεραν στο Bloomberg.

