Προκειμένου να φροντίζουμε καλύτερα τον οργανισμό μας, συχνά συστήνεται να αντικαθιστούμε το γλυκό ή το παγωτό, που συνήθως σερβίρεται στο τέλος ενός γεύματος, με ένα φρούτο. Μια τέτοια πράξη «αντίστασης στον πειρασμό» είναι σίγουρα αξιέπαινη – είναι, όμως, και ωφέλιμη για την πέψη;
Ένα θέμα που διχάζει
Φράουλα, ρόδι, μήλο… Στη βιβλιογραφία, όλες οι μελέτες καταδεικνύουν ότι τα φρούτα είναι σημαντικά για την καλή κατάσταση της υγείας μας γενικώς, και ιδιαίτερα σε καρδιαγγειακό και νευρολογικό επίπεδο, καθώς είναι πλούσια σε βιταμίνες C, Ε και Β9, και σε αντιοξειδωτικά. Επίσης, η περιεκτικότητά τους σε φυτικές ίνες συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία του πεπτικού μας συστήματος. Υπάρχουν, ωστόσο, και εκείνοι που διαφοροποιούνται, όπως ο φυσιοπαθητικός Olivier Panisset: «Εάν το φρούτο αναμειγνύεται με το υπόλοιπο γεύμα, που αποτελείται από πρωτεΐνες και άμυλα, θα πρέπει να περιμένει στον πεπτικό σωλήνα μέχρι να χωνευτεί το σύνολο 2 έως 4 ώρες, αντί για τα 15 με 20 λεπτά που πραγματικά χρειάζεται για να αφομοιωθεί. Στο διάστημα αυτό, είναι πιθανό να υποστεί ζύμωση και να προξενήσει φούσκωμα».
Πρόκειται για μια θεωρία που δεν φαίνεται να τη συμμερίζεται η επιστημονική κοινότητα. «Όλο αυτό δεν στηρίζεται σε καμμία μελέτη, η πέψη είναι συνολική [διαδικασία] και δεν υφίσταται κανένα πρόβλημα ζύμωσης που να εξηγεί τα πεπτικά προβλήματα», λέει ο επιδημιολόγος Serge Hercberg, Καθηγητής Διατροφολογίας στην Ιατρική Σχολή στο Παρίσι και Πρόεδρος του PNNS (Εθνικού Προγράμματος Διατροφής & Υγείας της Γαλλίας). «Το στομάχι είναι ένας μύλος άλεσης, όπου όλα είναι ανακατεμένα και του οποίου το περιεχόμενο αδειάζει λίγο-λίγο μέσα σε 6 ώρες», διευκρινίζει από πλευράς του ο Δρ Jean-Michel Lecerf, ιατρός διατροφολόγος στο Ινστιτούτο Παστέρ της Λίλλης.
Οι δύο γιατροί βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία ως προς το εξής: Δεν υπάρχει κανένα ιδιαίτερο όφελος στο να καταναλώνουμε τα φρούτα ανεξαρτήτως των γευμάτων μας. Αντιθέτως, συνδυαζόμενα με άλλες τροφές μπορούν να διευκολύνουν την αφομοίωση των θρεπτικών στοιχείων. «Οι τομάτες περιέχουν καροτενοειδή (ένα αντιοξειδωτικό θρεπτικό στοιχείο), που απορροφώνται από το σώμα καλύτερα αν αναμειχθούν με λιπίδια όπως το ελαιόλαδο», σημειώνει ο διατροφολόγος.
Άκου το σώμα σου
Ωστόσο, τόσο οι διατροφολόγοι όσο και οι φυσιοπαθητικοί έχουν ήδη έρθει αντιμέτωποι με ασθενείς που περιγράφουν συμπτώματα δυσκολίας στην πέψη μετά την κατανάλωση φρούτου στο γεύμα: αέρια, φούσκωμα, αίσθημα βάρους ή ακόμη και πολύ εσπευσμένη επίσκεψη στην τουαλέτα. «Υπάρχουν πραγματικές παθολογίες του πεπτικού, όπως το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου ή η διαφραγματοκήλη (μετατόπιση εσωτερικού τμήματος του στομάχου μέσα από το άνοιγμα του διαφράγματος) που προκαλούν αυτά τα συμπτώματα μετά το γεύμα», παρατηρεί ο Δρ Jean-Michel Lecerf. Για τον φυσιοπαθητικό Olivier Panisset, μια πολύ μεγάλη ποσότητα σε φυτικές ίνες, που περιέχεται στα φρούτα, θα μπορούσε να εντείνει αυτή την ευαισθησία.
Όταν δεν υφίσταται διαπιστωμένη παθολογία, τέτοιου είδους συμπτώματα εκπλήσσουν τους γιατρούς. «Έχουμε ασθενείς που περιγράφουν πράγματα ακατανόητα, που δεν καταφέρνουμε να τα εξηγήσουμε», ομολογεί ο επιδημιολόγος Serge Hercberg. Ίσως οι αισθήσεις τους έχουν επηρεαστεί από την ψυχολογία τους. Την άποψη αυτή υποστηρίζει και ο Δρ Lecerf: «Όταν κάνεις μια αρνητική συζήτηση για οτιδήποτε, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές εκδηλώσεις – είναι αυτό που ονομάζουμε φαινόμενο nocebo». Σε καμμία περίπτωση δεν σημαίνει, όμως, πως πρέπει να αγνοούνται οι ενοχλήσεις που νιώθουν οι ασθενείς. «Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους ακούμε και να τους συμβουλεύουμε να προσαρμόζονται αναλόγως», εξηγεί ο Καθηγητής Διατροφολογίας: «Με άλλα λόγια, να δοκιμάζουν ένα φρούτο και την επόμενη φορά ένα άλλο, ώσπου ο καθένας να βρει αυτό που του ταιριάζει».
Προσοχή στις υπερβολές
Ακόμη και αν η παροιμία έχει δίκιο και ένα μήλο την ημέρα κρατάει μακριά μας τον γιατρό, πρέπει να προσέχουμε πόσο απλώνουμε το χέρι στη φρουτιέρα, ιδίως στο γεύμα. «Άτομα με τάση για γαστρική παλινδρόμηση θα πρέπει να περιορίζουν τις ποσότητες των τροφών που καταπίνουν, διαφορετικά κινδυνεύουν να αυξήσουν την εισροή του γαστρικού οξέος στον οισοφάγο», επισημαίνει ο διατροφολόγος. Συνήθως οι οργανισμοί υγείας συστήνουν να καταναλώνουμε ημερησίως τουλάχιστον 5 μερίδες φρούτων και λαχανικών, των 80 με 100 γραμμαρίων. Ένα μεγάλο μήλο μπορεί από μόνο του να ζυγίζει μέχρι και 400 γραμμάρια, οπότε δεν είναι καθόλου δύσκολο να υπερβούμε τις συστάσεις – ιδίως αν αποφασίσουμε να το ρίξουμε στο μπλέντερ μαζί με άλλα φρούτα για να φτιάξουμε ένα χυμό. Σε μια τέτοια περίπτωση, φτιάχνουμε «μια βόμβα ζάχαρης, όπου αφαιρούμε τις φυτικές ίνες και εμποδίζουμε τη ρύθμιση του επιπέδου του σακχάρου στο αίμα», προειδοποιεί ο φυσιοπαθητικός.
Η λύση για να αποφεύγουμε την υπερκατανάλωση ίσως βρίσκεται τελικά στο να απολαμβάνουμε το φρούτο μας ως ορεκτικό. Ο Δρ Lecerf υπενθυμίζει ότι τα φρούτα δημιουργούν ένα αίσθημα πλήρωσης, οπότε μπορούν να βοηθήσουν να αισθανθούμε χορτάτοι πιο σύντομα. Πάντως, ο Καθηγητής Hercberg εξακολουθεί να υπογραμμίζει ότι δεν καταναλώνουμε αρκετά φρούτα, επομένως δεν έχει και μεγάλη σημασία αν τα τρώμε πριν, κατά, ή μετά το γεύμα – το βασικό ζητούμενο είναι να τα τρώμε με ευχαρίστηση, ώστε να μην τα παραλείπουμε από τη διατροφή μας.
[Le Figaro]
*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
