Ο φωτογράφος Μιχάλης Πατσούρας πέρασε από πόστο δημοσίου υπαλλήλου πριν εγκαταλείψει την “ασφάλεια” του επαγγελματικού παχνιού που ζει καθημερινά τη μέρα της μαρμότας και ασχοληθεί επαγγελματικά με τη φωτογραφία. Από το 1993 ως και το 2000 ο φακός του ήταν στραμμένος στους δημοσίους υπαλλήλους και την εύθραυστη ψυχολογία τους όσο αυτή χανόταν πίσω από στοίβες χαρτούρας, σκόνη, επαναληπτικότητα, ένα βολικό ρουτίνιασμα που κάπως ταίριαζε με το σκονισμένο γκρι της όλης συνθήκης.
Πιστεύει πως οι δημόσιες υπηρεσίες της χώρας αντικατοπτρίζουν με έναν παράδοξο τρόπο την ίδια τη χώρα την οποία εξυπηρετούν. Οι φωτογραφίες του είναι ασπρόμαυρες γιατί αυτό του επέβαλε το ίδιο το θέμα τους. “Δεν υπήρχε πουθενά χρώμα, το φως προερχόταν από λάμπες φθορισμού, υπήρχε παντού γκρίζο μαζί με την μυρωδιά του χαρτιού”, εξηγεί παρακάτω.
Μιλήσαμε μαζί του, με αφορμή την έκθεση “07:00-15:00” για το Ελληνικό Δημόσιο που έζησε και απαθανάτισε στο απόγειο της γραφειοκρατίας, τη “θητεία” του σε αυτό, πριν το εγκαταλείψει για να γίνει φωτογράφος. το τι σημαίνει να είσαι φωτογράφος στην εποχή του Instagram και το fanzine που έχει στα σκαριά.
-Για αρχή, πώς είστε αυτή την περίοδο;
Είμαι στη διαδικασία της προσπάθειας να φέρω την έκθεση από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και παράλληλα δουλεύω το δημιουργικό του φωτογραφικού λευκώματος του project και ενός πολυσυλλεκτικού fanzine στο οποίο θα συμμετέχουν διάφοροι καλλιτέχνες-δημιουργοί. Παράλληλα φωτογραφίζω προετοιμάζοντας το επόμενο project.
-Δεν μπορώ να μη ρωτήσω πώς κύλησε το διάστημα που ήσασταν κι εσείς δημόσιος υπάλληλος. Μιλήστε μας για εκείνη την περίοδο.
Την περίοδο εκείνη θα την χώριζα σε δύο επιμέρους περιόδους. Την πρώτη περίοδο εργάστηκα για πέντε χρόνια ως τεχνικός μηχανημάτων. Επισκεύαζα τα μηχανήματα του Υπουργείου, κυρίως τα φωτοαντιγραφικά, τα φαξ και τις γραφομηχανές. Την επόμενη πενταετία εργάστηκα στις προμήθειες του δημοσίου ως διοικητικός υπάλληλος. Η αλλαγή αυτή δεν ήταν δική μου επιλογή και σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να πω ότι την ήθελα. Ο λόγος είναι ο εξής: Ως τεχνικός μηχανημάτων δεν είχα την αίσθηση ότι ήμουν υπάλληλος γραφείου με την κλασική έννοια. Δηλαδή δεν καθόμουν σε ένα γραφείο για 8 ώρες σφραγίζοντας και υπογράφοντας έγγραφα. Αντίθετα, βρισκόμουν σε συνεχή κίνηση λόγω της ειδικότητάς μου. Στο γραφείο – εργαστήριο βρισκόμουν μόνο το πρωί για τον καφέ και το μεσημέρι για το σχόλασμα. Ως τεχνικός μπαινόβγαινα σε όλα γραφεία έχοντας τη δυνατότητα να έρχομαι σε επαφή και να αποτυπώνω διαφορετικές παραστάσεις. Ως διοικητικός ήταν δύσκολο να βρεθώ εκτός των ορίων που έθετε η διεύθυνση.
-Πρόκειται για φωτογραφίες που αντικατοπτρίζουν το σύμπαν του ελληνικού δημοσίου από το 1993 ως το 2000. Τι θυμάστε από εκείνη την εποχή; Εντός και εκτός Δημοσίου;
Θυμάμαι ότι στο υπουργείο υπήρχε πολύς κόσμος. Έσφυζε από ζωή. Τα γραφεία ήταν γεμάτα με υπαλλήλους και πολίτες. Υπήρχαν παντού πάρα πολλά χαρτιά. Πολλές φορές οι υπάλληλοι εξαφανιζόντουσαν πίσω από αυτά. Κατά μήκος των διαδρόμων υπήρχαν ντουλάπες που φιλοξενούσαν αποθηκευμένα έγγραφα. Στα υπόγεια υπήρχαν δωμάτια με ντέξιον ράφια γεμάτα με τα πανόδετα ντοσιέ αρχειοθέτησης. Για να καταλάβετε για τι ποσότητα εγγράφων μιλάμε, στο ισόγειο υπήρχε τυπογραφείο με πέντε μηχανές offset που λειτουργούσαν καθημερινά. Μεγάλα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα υπήρχαν σε δωμάτια ανά όροφο, συν τα μικρά φωτοαντιγραφικά των γραφείων και πόσα άλλα μηχανήματα αναπαραγωγής εγγράφων. Ήταν η εποχή που η γραφειοκρατία βρισκόταν στο απόγειό της. Παντού έβλεπες να ξεπροβάλλουν από τα γραφεία άνθρωποι με χαρτιά στα χέρια, άλλοι τα κουβαλούσαν με καροτσάκι. Στο πρώτο υπόγειο υπήρχαν αποθήκες γεμάτες φωτοτυπικά χαρτιά έτοιμα προς χρήση.
Στο σχόλασμα, τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα, με περίμενε ο φίλος μου ο Roberto (πρώην καθηγητής στη σχολή όπου διδάχτηκα φωτογραφία και μετέπειτα φίλος). Ξεκινούσαμε από την Κάνιγγος και φτάναμε πολλές φορές ως τον Πειραιά φωτογραφίζοντας και συζητώντας περί φωτογραφίας. Στο ενδιάμεσο κάναμε στάσεις στα κεντρικά βιβλιοπωλεία για να χαζέψουμε τα καινούργια φωτογραφικά λευκώματα και παράλληλα ψαχνόμασταν και με τη μουσική. Ενημερωνόμασταν για τις νέες κυκλοφορίες της αγαπημένης και νεοεισαχθείσας τότε στη μουσική σκηνή ηλεκτρονικής μουσικής, επισκεπτόμασταν δισκάδικα του κέντρου, χαζεύαμε στο Μοναστηράκι και μετά ατελείωτες ώρες στο σκοτεινό θάλαμο.
-Αυτές οι εικόνες (νωθρότητας οι περισσότερες) δεν πιστεύετε ότι αντιπροσωπεύουν λίγο και το σήμερα στα ίδια γραφεία, κτίρια και σκονισμένα ντοσιέ;
Την περίοδο που τραβήχτηκαν οι φωτογραφίες το υπουργείο ήταν, όπως σας είπα, πολύ ζωντανό. Υπήρχε μεγάλος φόρτος εργασίας σε πολλές επιμέρους διευθύνσεις, όπως τα Εμπορικά σήματα, οι προμήθειες του Δημοσίου, εποπτεία σε ανώνυμες και ασφαλιστικές εταιρείες, έλεγχος στις τιμές φαρμάκων, στις λαϊκές αγορές, στην αγορά για τις τιμές των προϊόντων, εκπτώσεις, παρεμπόριο και πολλά άλλα, κάτι που συνεπάγεται μεγάλο όγκο εργασιών, άρα και συναναστροφή με πολύ κόσμο. Οι υπάλληλοι εργαζόντουσαν σε ένα γκρίζο, καταθλιπτικό περιβάλλον που κανείς δεν ενδιαφερόταν να το αλλάξει, να αναβαθμίσει την ποιότητα εργασίας αλλά και ζωής αυτών των ανθρώπων. Ερχόμενος κανείς αντιμέτωπος με το τέρας αυτό της γραφειοκρατίας, αυτός που την πληρώνει στο τέλος της ημέρας είναι ο υπάλληλος και η (λόγω των συνθηκών και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας) εύθραυστη ψυχολογία του.
-Αλήθεια, γιατί ασπρόμαυρες;
Μου το επέβαλε το ίδιο το θέμα. Δεν υπήρχε πουθενά χρώμα, το φως προερχόταν από λάμπες φθορισμού, υπήρχε παντού γκρίζο μαζί με την μυρωδιά του χαρτιού. Το ασπρόμαυρο για μένα ήταν μονόδρομος. Μιας και ήμουν μανιώδης με τον σκοτεινό θάλαμο, μετά από πολλούς πειραματισμούς, κατάφερα να έχω ένα πολύ συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ο συνδυασμός δηλαδή του φιλμ, συγκεκριμένα του Trix-X της Kodak, με τον κατάλληλο εμφανιστή, τον HC-110, μου έδωσε αυτό το αποτέλεσμα.
-Η σχέση σας με τη φωτογραφία πώς προέκυψε; Εκείνη την περίοδο; Εν τω μεταξύ, εγκαταλείψατε την -όπως όλοι λένε- ασφάλεια του δημοσίου για να γίνετε καλλιτέχνης; Ενείχε στρες αυτή η απόφαση;
Η πρώτη επαφή μου με την φωτογραφία έγινε γύρω στα 18, μόλις τελείωσα το λύκειο. Επειδή ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός, τη συγκεκριμένη περίοδο πήρε μετάθεση για το Διδυμότειχο κι έτσι βρέθηκα κι εγώ εκεί ακολουθώντας την οικογένεια. Έχοντας τελειώσει το σχολείο και μη έχοντας πράγματα να κάνω, εννοώ δραστηριότητες να ασχολούμαι, ξεκίνησα να ψάχνω με τι θα μπορούσα να περάσω δημιουργικά το χρόνο μου. Δυστυχώς η αναζήτηση αυτή σε μια ακριτική επαρχιακή πόλη στα μέσα της δεκαετίας του 80 δεν μπορούσε να αποδώσει τίποτε περισσότερο πέρα από εξόδους σε μαγαζιά στημένα σχεδόν αποκλειστικά για να ψυχαγωγούνται όσοι υπηρετούσαν τη θητεία τους στην περιοχή. Μια μέρα, ψάχνοντας στη σοφίτα του σπιτιού όπου μέναμε -ω του θαύματος- ανακαλύπτω κάτι που, από ότι μου εξήγησε ο πατέρας μου, ήταν τα αντικείμενα που απαρτίζουν τον εξοπλισμό ενός σκοτεινού θαλάμου. Είχε ήδη προηγηθεί η δική του ερασιτεχνική ενασχόληση με τη φωτογραφία και όχι μόνο προσφέρθηκε να μου δείξει πώς εμφανίζουμε, αλλά μου έδωσε και τη φωτογραφική του μηχανή, μία Olympus Pen EES-2, για να τραβήξω τις δικές μου φωτογραφίες. Μέχρι τότε δεν είχα ασχοληθεί ποτέ με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Η διαδικασία τόσο της λήψης όσο και της εμφάνισης-εκτύπωσης μου κέντρισε τόσο πολύ το ενδιαφέρον και άσκησε μέσα μου τέτοια γοητεία, που από κείνη τη στιγμή και μετά πήρα τη μεγάλη απόφαση για το τι θα γινόμουν όταν μεγαλώσω.
Όσον αφορά την απόφαση του να εγκαταλείψω την ασφάλεια του δημοσίου, όπως λέτε, πάρθηκε χωρίς να το πολυμελετήσω. Λειτούργησα δηλαδή περισσότερο με το ένστικτο. Πίστευα πως, ζώντας ως υπάλληλος με την ανάλογη ρουτίνα, δεν θα μπορούσα να ζήσω τίποτε περισσότερο από αυτό. Την εποχή εκείνη ήθελα να φωτογραφίσω τα πάντα, δεν ήθελα να έχω κανέναν περιορισμό. Με το οποιοδήποτε κόστος. Δεν υπήρχαν έσοδα από κάπου αλλού. Δεν έφυγα έχοντας εξασφαλισμένα εισοδήματα από αλλού.
-Πώς την παλεύει ένας καλλιτέχνης μέσα στη ρουτίνα τέτοιων εργασιών;
Έως τώρα έχει τύχει να φωτογραφίσω σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Μπορώ να πω πως γενικά προσαρμόζομαι εύκολα σε περιβάλλοντα, αλλά βαριέμαι και εύκολα. Ως δημιουργικός άνθρωπος, ψάχνω πάντα τον τρόπο να μετατρέψω την οποιαδήποτε συνθήκη, εφόσον υπάρχει μέσα σε αυτήν κάτι που με εμπνέει, σε δημιουργικό έργο. Ακόμη και σε περιβάλλοντα που με διώχνουν που εκ πρώτης όψεως δείχνουν να μην με αφορούν. Έχει να κάνει με το τι αντέχει ο καθένας από μας, τι τον ενδιαφέρει και από πού εμπνέεται.
-Μπορείτε να φανταστείτε τη ζωή σας χωρίς αυτήν την απόφαση; Να έχετε περάσει δηλαδή όλα τα δημιουργικά χρόνια σας στο δημόσιο;
Εάν δεν το έκανα, θα το κουβαλούσα συνέχεια στις σκέψεις μου και σίγουρα θα με βασάνιζε.
-Είναι κάπως σουρεάλ οι φωτογραφίες σας, αλλά σουρεάλ δεν είναι και το ίδιο το Δημόσιο; Ίσως και ολόκληρη η Ελλάδα με έναν τρόπο.
Ο τρόπος που λειτουργεί το δημόσιο είναι η αντανάκλαση της κοινωνίας μας. Νομίζω πως, εάν θέλαμε ένα υγιές δημόσιο, θα το είχαμε. Προφανώς όμως δεν μας βολεύει.
-Σε τι δεν μπορείτε να αντισταθείτε και δεν γίνεται να μην σηκώσετε την κάμερά σας για να το απαθανατίσετε;
Κουβαλάω σχεδόν πάντα μαζί μου την φωτογραφική μου μηχανή. Εάν δω κάτι, το οτιδήποτε, που αισθητικά θα μου φανεί ενδιαφέρον, θα το φωτογραφίσω. Δεν μπορώ να αντισταθώ σε οτιδήποτε μου αρέσει αισθητικά.
-Υπάρχει κάτι στον φωτογραφικό κόσμο της Ελλάδας που σας κάνει (πλέον) να βαριέστε θανάσιμα;
Δεν μπορώ να πω ότι ασχολούμαι με όλα όσα συμβαίνουν στο χώρο της φωτογραφίας στην Ελλάδα. Η φωτογραφία, πέραν της κοινωνικότητάς της, που είναι απαραίτητη για την προσέγγιση των θεμάτων και την παρουσίασή τους, το υπόλοιπο κομμάτι της είναι πολύ μοναχικό. Προσωπικά ασχολούμαι τόσο πολύ με αυτά που με απασχολούν και καταγράφω, που δεν υπάρχει χώρος για άσκοπες ενασχολήσεις.
-Στην εποχή του Instagram είμαστε όλοι φωτογράφοι με έναν τρόπο;
Όταν αναφέρομαι σε κάποιον αποκαλώντας τον φωτογράφο, εννοώ ένα άτομο το οποίο έχει μια κάποια, την οποιαδήποτε, εκπαίδευση που αφορά την φωτογραφική τέχνη και τεχνική. Ανέκαθεν στην ιστορία του μέσου οι ερασιτέχνες-περιστασιακοί φωτογράφοι ήταν περισσότεροι από τους επαγγελματίες, πόσο μάλλον από τους καλλιτέχνες. Αυτό συμβαίνει και στην εποχή μας, αλλά σε τεράστιο βαθμό. Ο οποιοσδήποτε έχει ένα smartphone μπορεί και να φωτογραφίσει, αν και όχι για επαγγελματικό σκοπό, αλλά πάντως φωτογραφίζει. Χωρίς ιδιαίτερο κόστος μπορεί και καταγράφει καθημερινά με δεκάδες ή και εκατοντάδες ακόμα φωτογραφίες τα πάντα γύρω του και στη συνέχεια τις ανεβάζει χωρίς κάποιο κόστος στα social media, επικοινωνώντας τες παγκόσμια. Πιστεύω, βέβαια, πως χάρη στα social media και τα smartphone έχουν εμφανιστεί και πολλοί ταλαντούχοι φωτογράφοι. Το μέσον έχει αλλάξει πολλά πρόσωπα μέχρι τώρα και μαζί του και ο τρόπος παρουσίασης των φωτογραφιών.
-Το επόμενο project σας;
Φωτογραφίζω τους ρομά τράπερς. Τη ζωή τους, την καθημερινότητά τους. Πιστεύω πως έχουν πολλά κοινά με τους Αφροαμερικανούς τράπερς. Προσπαθούν να αντιδράσουν μέσα από τη μουσική και τους στίχους τους, μιλώντας για αυτά που δεν τους αρέσουν.
-Πείτε μας λίγα λόγια για το fanzine που ετοιμάζετε. Τι ακριβώς θα περιλαμβάνει; Πώς μπορεί να επικοινωνήσει μαζί σας ένας καλλιτέχνης που θέλει να συμμετέχει;
Αποφάσισα να φτιάξω ένα φανζίν το οποίο θα περιέχει τις φωτογραφίες μαζί με κείμενα, διηγήματα, ποιήματα, ζωγραφική, χαρακτικά, σκίτσα, μουσική, στίχους ή οποιασδήποτε άλλης μορφής καλλιτεχνικό έργο μπορεί να παραχθεί με πηγή έμπνευσης τις φωτογραφίες του project.
Σχεδιαστικά το φανζίν θα έχει την εμφάνιση ενός πανόδετου φακέλου που στο εσωτερικό του θα υπάρχουν υποφάκελοι με τα έργα των δημιουργών. Όλα τα έγγραφα θα προσομοιάζουν, θα έχουν δηλαδή την εμφάνιση δημοσίων εγγράφων. Θα χρησιμοποιηθούν οι γραμματοσειρές των γραφομηχανών της εποχής, όπως Brother και IBM. Τα έγγραφα θα συνοδεύονται από τις απαραίτητες σφραγίδες, παράβολα κλπ. Ακόμη, επάνω στα έγγραφα θα υπάρχουν σημάδια σαν κι αυτά που προέκυπταν από την χρήση του καρμπόν ή από ένα προβληματικό φωτοαντιγραφικό. Όλα αυτά τα έξτρα βέβαια σχεδιασμένα από διάφορους δημιουργούς και ενδεχομένως παραποιημένα είτε χιουμοριστικά – σκωπτικά είτε με άλλου είδους σημειολογικές αναφορές που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως ένα είδος προσωπικού σχολιασμού.
Η διάσταση του πανόδετου φακέλου θα προσαρμοστεί στα 17Χ22 εκατοστά, (αντί του αρχικού, που είναι 25Χ35), με ανάλογη προσαρμογή των φακέλων και των εγγράφων και θα είναι εξ ολοκλήρου χειροποίητο.
Παράκληση, εάν το έργο ενός συμμετέχοντα είναι εμπνευσμένο από κάποια πολύ συγκεκριμένη φωτογραφία, αυτό να αναφέρεται. Τώρα, για τους δημιουργούς που θα να συμμετάσχουν, δεν υπάρχει κάποιο χρηματικό ποσό ως αμοιβή για το έργο τους. Η συμμετοχή τους θα είναι καθαρά εθελοντική. Το κέρδος θα είναι η όσο το δυνατόν καλύτερη προβολή του έργου τους από μένα.
Για την παρουσίαση του έργου και όπου απαιτείται το έργο θα μεταφράζεται και στα αγγλικά (πάντα σε συνεννόηση με τον καλλιτέχνη). Υπάρχει το ενδεχόμενο να κυκλοφορήσει μία ξεχωριστή έκδοση στα αγγλικά. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου στο michalis.patsouras@hotmail.com.
***H Έκθεση “07:00-15:00” παρουσιάζεται στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια της Thessaloniki PhotoBiennale 2023, ως τις 19/11/. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.
📷 Μιχάλης Πατσούρας









