Πριν ένα διάστημα, η Ελένη Ράντου, απαντώντας στην ερώτηση ενός αναγνώστη, είπε πως τη στιγμή που ο γονιός σου διαγιγνώσκεται με άνοια, σταματά με έναν τρόπο να είναι ο γονιός σου. Πως πρέπει από εκείνη τη στιγμή να τον βλέπεις ως μια ασθένεια. Εν προκειμένω την άνοια. Σε ακριβώς αυτό το ζήτημα αναφέρθηκε χθες με μια ανάρτηση και δυο φωτογραφίες ο δημοσιογράφος Δημήτρης Αλικάκος.
Αναρτώντας δυο φωτογραφίες με τη μητέρα του, ο δημοσιογράφος, μιλώντας για τη μέρα που πήγε να την επισκεφτεί μετά από καιρό, περιέγραψε με τον πιο οδυνηρά ρεαλιστικό τρόπο το πώς είναι να βλέπεις τον γονιό σου να “χάνεται” στην άνοια. “Ποιος είστε κύριε;” ήταν η πρώτη της κουβέντα, περιγράφει ο κ.Αλικάκος, γράφοντας για την πρώτη φράση που του είπε η μητέρα του, που δεν τον αναγνώρισε. Μια πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν καθημερινά τα παιδιά γονιών με εκφυλιστικές ασθένειες.
“Ζήτησα με όλη μου την ψυχή να φύγει σύντομα από αυτόν τον κόσμο. Δεν ανήκει εδώ. Δεν είναι εδώ. Ζήτησα να μας δοθεί το δώρο να την κλάψουμε. Να την αποχαιρετήσουμε όπως της πρέπει. Έχει ήδη… φύγει, είναι “αλλού”, κι όμως δεν μπορούμε να της πούμε το στερνό αντίο. Θρηνούμε βουβά κάθε μέρα μέσα μας μια παρούσα απουσία”, καταλήγει το κείμενο.

Αφήνουμε ολόκληρη την ανάρτηση εδώ:
“Είχα κοντά ένα χρόνο να δω τη μάνα μου.
Αρνιόμουν να τη δω.
Δεν θα το άντεχα.
Ήταν η λογική που μου έλεγε «όχι, δεν υπάρχει λόγος, θα πονέσεις χωρίς λόγο».
Και από την άλλη το συναίσθημα που με ωθούσε στο αυτονόητο: «είναι μάνα σου, πήγαινε».
Πήγα.
Η νοσοκόμα την έφερε σε καροτσάκι. Λουσμένη, καθαρή, καλά ντυμένη.
«Ποιος είστε κύριε;» ήταν η πρώτη της κουβέντα.
«Ο Δημήτρης μανούλα μου, ο γιος σου»
«Ο Δημήτρης ο γιος μου;! Που έχεις και το όνομα του πατέρα μου;!»
«Ναι μάνα, ο γιος σου».
Σήκωσε τα χέρια και έπιασε το κεφάλι της «πω πω τι μου λες!…»
Έκανε μια κίνηση με τα πόδια και έσπρωξε το καρότσι προς το μέρος μου.
«Δηλαδή εγώ σε γέννησα;»
«Ναι, μανούλα μου εσύ»
Άπλωσε το χέρι, με χάιδεψε. Κράτησα τη στιγμή.
Μανούλα, σου αρέσει εδώ; Έχεις κάποιο παράπονο;»
«Όχι, έχει και σιντριβάνι. Κοίτα».
Σε ένα τάμπλετ άρχισα να της δείχνω οικογενειακές φωτογραφίες.
Τον εαυτό της δεν τον αναγνώρισε σε καμία.
Για τον πατέρα μου (σύζυγο) είπε «αυτός είναι ο πατέρας μου».
Στο τέλος της έδειξα μια από την α’ δημοτικού με άλλα 15 παιδάκια. «Ποιος είμαι εγώ, θυμάσαι;»
Με έδειξε αμέσως με το δάκτυλό της.
Και αμέσως μετά:
«Εσύ τώρα ποιος είσαι;»
«Ο Δημήτρης μανούλα μου, ο γιος σου»
«Ο Δημήτρης ο γιος μου;! Που έχεις και το όνομα του πατέρα μου;!»
«Ωωω…» Σήκωσε πάλι τα χέρια…
«Έχεις οικογένεια; Παντρεύτηκες;»
«Ναι μανούλα, δυο κόρες , 30 και 25 χρονών»
«Πώς τις λένε;»
«Ευτυχία η μεγάλη και Φανή η μικρή, έχει το όνομά σου»
«Εμένα πως με λένε;»
«Φανή, μανούλα μου»
«Ωωωω…»
«Μάνα, ο παπαγιώργης [ιερέας πατέρας μου, πέθανε] πού είναι;»
«Ο πατέρας σου;»
«Ναι»
«Γιατί τον λες “παπαγιώργη”, πατέρας σου είναι»
…
«Σπίτι είναι και με περιμένει».
Ανοίγω πάλι το τάμπλετ και της τον δείχνω.
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ο πατέρας μου είναι. Εσύ τώρα ποιος είσαι;»
«Ο Δημήτρης μανούλα μου, ο γιος σου»
«Ο Δημήτρης ο γιος μου;! Που έχεις και το όνομα του πατέρα μου;!»
Είχε περάσει η ώρα. Σήκωσα το χέρι να με δει η νοσοκόμα. Κατάλαβε.
«Ελάτε κυρία Φανή πάμε, ήρθε η ώρα του φαγητού»
«Ο κύριος δεν θα έρθει;»
«Θα πάει να πάρει ψωμί και θα έρθει»
«Ωραία»
«Γειά σου μανούλα».
«Γεια σας κύριε».
Κάπου εκεί άφησα τα δάκρυά μου να πέσουν κάτω.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πληγή για τα παιδιά από αυτή την εικόνα.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα από αυτή τη γaμημένη αρρώστια.
Και κάποιοι συγγενείς στον κόσμο τους… νομίζουν ότι είμαστε άκαρδα παιδιά και την πετάξαμε σε γηροκομείο. Δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η διαχείριση αυτών των ανθρώπων είναι αδύνατη σε οικογενειακό περιβάλλον χωρίς φροντίδα, όχι από έναν, αλλά από ομάδα ειδικών σε 24ωρη βάση.
Στη διαδρομή προς το σπίτι ένιωσα την ψυχή μου να έχει βουλιάξει στο κενό. Είναι μεγάλος ο πόνος. Δεν τον αξίζει ούτε ο εχθρός σου.
Ο ουρανός ήταν καταγάλανος. Σήκωσα τα μάτια ψηλά και έκανα μια ευχή.
Στο θεό; Στην τύχη; Στη μοίρα; Στην ανθρωπιά μιας αόρατης βούλησης; Στο τίποτα;… Δεν έχει σημασία.
Ζήτησα με όλη μου την ψυχή να φύγει σύντομα από αυτόν τον κόσμο.
Δεν ανήκει εδώ. Δεν είναι εδώ.
Ζήτησα να μας δοθεί το δώρο να την κλάψουμε. Να την αποχαιρετήσουμε όπως της πρέπει. Έχει ήδη… φύγει, είναι “αλλού”, κι όμως δεν μπορούμε να της πούμε το στερνό αντίο.
Θρηνούμε βουβά κάθε μέρα μέσα μας μια παρούσα απουσία.
Ζήτησα ό,τι πιο ανθρώπινο μπορεί να ζητήσει άνθρωπος:
Να πάει στον πατέρα μας, στον σύζυγό της τον παπαγιώργη, που είναι σπίτι και την περιμένει.”
