σε

Για την πολυπλοκότητα της ταυτότητας της δεύτερης γενιάς Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα

Ένα ζήτημα βαθιά προσωπικό, σύνθετο αλλά τόσο συναισθηματικά όσο και ιστορικά φορτισμένο

Screenshot_1

Από την Pamela-Zoe Topalli

Το podcast του Άρη Δημοκίδη «Η Σκληρή Αλήθεια για τους Αλβανούς στην Ελλάδα» επανέφερε στο προσκήνιο τη δημόσια συζήτηση σχετικά με τη δεύτερη γενιά Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα και το ζήτημα της ταυτότητάς τους. Ένα ζήτημα βαθιά προσωπικό, σύνθετο αλλά τόσο συναισθηματικά όσο και ιστορικά φορτισμένο. Έκτοτε έχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές τοποθετήσεις, άλλες γενικότερες κι άλλες ειδικότερες σε σχέση με το ζήτημα της ταυτότητας της δεύτερης γενιάς. Κρίνω πως υπάρχουν σημεία που χρήζουν εκτενέστερης ανάλυσης κι αποσαφήνισης.

Βέβαια η συζήτηση αυτή δε ξεκίνησε τώρα. Άνοιξε καιρό τώρα —από εμάς τους ίδιους. Από ανθρώπους της πρώτης και δεύτερης γενιάς που έχουν γράψει, μιλήσει κι έχουν πάρει θέση με θάρρος. Από επιστήμονες, ακτιβιστές, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους, λογοτέχνες και ανθρώπους της πολιτικής κοινότητας. Με λόγια διατυπωμένα ορθά και με ακρίβεια σε άρθρα, δράσεις, εκδηλώσεις, εικαστικές παρεμβάσεις, ταινίες, βιβλία κι άλλα μέσα έκφρασης.

Γι’ αυτό άλλωστε εξεπλάγην που σε μια πρόσφατη τοποθέτηση παρουσιάστηκε μια εκδήλωση με θέμα τη δεύτερη γενιά Αλβανών στην Ελλάδα -που πραγματοποιήθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο – ως κάτι ρηξικέλευθο. Το να εμφανίζεται ένα τέτοιο εγχείρημα —από ένα δημόσιο ελληνικό πανεπιστήμιο, 35 χρόνια μετά την έναρξη της αλβανικής μετανάστευσης στη χώρα— ως «πρωτοποριακό», είναι σχεδόν ειρωνικό. Δηλαδή ποιος ο ρόλος ενός δημόσιου πανεπιστημίου αν όχι να φιλοξενεί τέτοιου είδους συζητήσεις. Παρόμοια εγχειρήματα έχουν επιχειρηθεί και στο παρελθόν, οπότε αδυνατώ να εντοπίσω που έγκειται η καινοτομία. Σε κάθε περίπτωση, χωρίς πολιτικό αντίκρισμα και χωρίς ουσιαστική ανάληψη ευθύνης για τις αποκλειστικές πρακτικές, τέτοιες δράσεις παραμένουν στο επίπεδο του συμβολισμού — χωρίς να μετατοπίζουν ουσιαστικά και εν τω βάθει τις ισορροπίες.

Δεδομένου ότι η εκδήλωση προσκαλούσε και άτομα πρώτης γενιάς, μια τοποθέτηση είκασε πως το δρώμενο θα γέμιζε περηφάνεια τους γονείς των παιδιών. Θεωρώ παράδοξο το να αναμένεται από τους γονείς να νιώθουν υπερηφάνεια επειδή σε μια τέτοια περίσταση καλούνται να μιλήσουν τα παιδιά τους για κάτι που αφορά τα ίδια. Το να νιώσουν συγκινησιακή φόρτιση παρευρισκόμενοι στο μοίρασμα προσωπικών σκέψεων και εμπειριών των παιδιών τους είναι απολύτως φυσιολογικό. Το να νιώσουν όμως περήφανοι που δίνεται στα παιδιά τους η ευκαιρία να μοιραστούν το μεταναστευτικό τους βίωμα στη δημόσια σφαίρα προωθεί τη λογική πως θα πρέπει να είναι ευγνώμονες για το αυτονόητο.

Βέβαια, παρότι κάτι τέτοιο είναι παράδοξο δεν είναι και παράξενο καθώς σε ένα περιβάλλον όπου για δεκαετίες οι Αλβανές και Αλβανοί μετανάστες βρίσκονται διαρκώς στη θέση του «ξένου» που ευεργετήθηκε —και άρα «οφείλει» ευγνωμοσύνη— οποιαδήποτε μη υποτακτική στάση τείνει να ερμηνεύεται ως αγνωμοσύνη. Στην Ελλάδα του σήμερα ακόμα οτιδήποτε αυτονόητο οφείλει να εκλαμβάνεται ως μεγάλη τιμή. Ακόμα κι όταν μιλάμε για βήματα στοιχειώδη, που όμως γίνονται ετεροχρονισμένα. Οι γονείς μας έχουν χιλιάδες λόγους να είναι περήφανοι για τα παιδιά τους — αλλά αυτή η περίσταση είναι απλώς το αυτονόητο.

Για να είμαι ειλικρινής πολύ θα ήθελα ένα φιλμ τεσσάρων παιδιών δεύτερης γενιάς να είχε τη δύναμη να δράσει τόσο εξυγιαντικά, να ήταν σε θέση να αποκαταστήσει ως δια μαγείας τις αδικίες και την ταλαιπωρία που συνεχίζουν να υφίστανται όλοι αυτοί οι γονείς. Η αλήθεια όμως είναι πως η ουσιαστική αναγνώριση της προσφοράς τους στη κοινωνία πρέπει να αποτυπώνεται σε παρόμοια δρώμενα με τους ίδιους πρωταγωνιστές και να συνεπάγεται αλλαγές σε θεσμικό πλαίσιο.

Σχετικά με την εθνική ταυτότητα για την οποία γίνεται λόγος, καλώς πάντα, πράγματι, ούτε μονοδιάστατη είναι, ούτε ίδια για όλους, διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, από διαδρομή σε διαδρομή. Γεγονός που σημαίνει πως όσο κάποια παιδιά της δεύτερης γενιάς μπορεί να νιώθουν και Αλβανοί και Έλληνες – όπως το πρόσφατο ντοκιμαντέρ ‘’και ΕΛ και ΑΛ’’ ήθελε να μας δείξει – άλλο τόσο κάποια άλλα μπορεί να νιώθουν μόνο το ένα – ή και τίποτα από τα δύο.

Γι’ αυτό και η μονολιθική αφήγηση που παρουσιάζει τη δεύτερη γενιά ως ενιαία ομάδα που νιώθει και τα δύο και μάλιστα με δηλώσεις όπως «Η δεύτερη γενιά απαντά», παραβλέπει αυτήν την πολυπλοκότητα. Αλίμονο αν η δεύτερη γενιά εξαντλούνταν σε τέσσερις φιγούρες που συγκλίνουν σε μια κοινή ταυτότητα!  Η απορία που ευλόγως γεννάται όμως είναι πως αν όλοι οι πρωταγωνιστές μιας αφήγησης καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα –ότι είναι και ΕΛ και ΑΛ– τότε πού εντοπίζεται η ετερογένεια της δεύτερης γενιάς που υποτίθεται ότι προβάλλεται και γιορτάζεται;

Αυτή η μονολιθική προσέγγιση δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στο ντοκιμαντέρ «και ΕΛ και ΑΛ». Σε παλαιότερο βίντεο στο YouTube με τίτλο Οι Ελληνοαλβανοί στην Ελλάδα: Το νέο “καθαρό”, παρουσιάζεται συνέντευξη παιδιών δεύτερης γενιάς Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα, με συντονιστή της συζήτησης —και πάλι— τον σεναριογράφο και επιστημονικό συνεργάτη του ντοκιμαντέρ. Ήδη από εκεί, η συζήτηση τοποθετείται γύρω από την εν λόγω διττή ταυτότητα του Ελληνοαλβανού ή του Αλβανοέλληνα, ως το ‘’νέο καθαρό’’. Ωστόσο, ο ίδιος ο τίτλος του βίντεο μοιάζει να μην ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον τρόπο που οι συμμετέχοντες περιγράφουν τον εαυτό τους: δηλαδή όχι απαραίτητα με μια ισορροπημένη, διττή ταυτότητα.

Η Στέφι και η Σίντι, για παράδειγμα, δηλώνουν ότι νιώθουν Ελληνίδες, παρά τις αλβανικές αναφορές στο σπίτι τους — από τις αφηγήσεις των δικών τους έως τη γλώσσα που μιλούσαν οι γονείς μεταξύ τους. Αντίθετα, ο Εμιλιάνο, που ζει πια στην Ολλανδία, ξεκαθαρίζει πως δεν αυτοπροσδιορίζεται ως Ελληνοαλβανός αλλά ως Αλβανός που μεγάλωσε στην Ελλάδα.

Κι αυτό δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Η δεύτερη γενιά δεν είναι ούτε ενιαία, ούτε ομοιογενής — και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια. Είναι φυσικό, ακόμη και σε ένα τόσο μικρό δείγμα όπως εκείνο του βίντεο στο YouTube, να παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Κάποια παιδιά νιώθουν Ελληνοαλβανοί, άλλα Έλληνες με καταγωγή (ή απλώς γονείς) από την Αλβανία, και άλλα Αλβανοί που μεγάλωσαν στην Ελλάδα.

Αυτή η ετερογένεια των ταυτοτήτων που υιοθετεί η δεύτερη γενιά δεν είναι ασήμαντη, ούτε μπορεί να «στρογγυλοποιηθεί». Γιατί μέσα σε αυτήν ακριβώς την ετερότητα κρύβονται τα γιατί. Το ζήτημα δεν είναι απλώς να εκφράσουμε τί είμαστε ή τί νιώθουμε. Είναι να φωτίσουμε το πώς φτάσαμε ως εδώ και τους λόγους πίσω από κάθε ταυτότητα που φέρουμε σήμερα — να αναδείξουμε τις διακρίσεις, τις αντιστάσεις, τις επιβολές, τη διαδρομή μας.

Γι’ αυτό και το αφήγημα του ‘‘και ΕΛ και ΑΛ’’ ως η μόνη υγιής ταυτότητα καταλήγει να είναι κι αυτή δογματική. Δεν χρειαζόμαστε νέους “καθαρούς τύπους” δεύτερης γενιάς και επιτηρητές της «σωστής» ταυτότητας — ούτε εντός της κοινότητας, πόσο μάλλον εκτός αυτής. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι χώρος — για όλες τις φωνές, για όλα τα βιώματα. Χώρος για να ακουστούν και να αναλυθούν οι προσωπικές διαδρομές που, σε όσο διαφορετικές ταυτότητες κι αν κατέληξαν, οδηγήθηκαν εκεί από κοινούς μηχανισμούς και ιστορικά βάρη.

Οπότε είναι κρίσιμο να μιλάμε συγκεκριμένα, όχι γενικά, διότι η ταυτότητα διαμορφώνεται εντός πλαισίων και ως εκ τούτου οι εμπειρίες της δεύτερης γενιάς δε μπορούν να μεταφράζονται αυτόματα από χώρα σε χώρα. Γι’ αυτό οι συγκρίσεις της δεύτερης γενιάς Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα με εκείνη άλλων χωρών —όπως της Γαλλίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας— είναι συχνά αβασάνιστες και άστοχες. Παραβλέπουν μια θεμελιώδη διαφορά: τους ανοιχτούς ιστορικούς λογαριασμούς ανάμεσα στην Αλβανία και την Ελλάδα, οι οποίοι εξακολουθούν να επηρεάζουν το πώς βιώνεται η αλβανική ταυτότητα στο ελληνικό πλαίσιο.

Αυτοί οι ανοιχτοί ιστορικοί λογαριασμοί δεν είναι υποσημείωση — είναι καταλύτης εξελίξεων. Δεν αποτελούν μια απλή λεπτομέρεια στο πολιτισμικό προσκήνιο, αλλά τον ακρογωνιαίο λίθο για όσα ακολούθησαν. Παρότι οι λαοί μας είναι ιστορικά αλληλένδετοι, το ελληνικό εθνικό αφήγημα επέλεξε να αποσιωπήσει αυτή τη σχέση. Ο Αλβανός παρουσιάστηκε ως το άλλο, το επικίνδυνο, το βάρβαρο. Αγνοήθηκε ο ρόλος των αλβανόφωνων στην Επανάσταση του ’21 και στη σύσταση του ελληνικού έθνους, η συνύπαρξη των δύο λαών, η κοινή κουζίνα, τα κοινά έθιμα. Αγνοήθηκε η γλωσσική καταπίεση, οι εξαναγκαστικοί εξελληνισμοί ονομάτων. Αυτή η συστηματική αποσιώπηση σφυρηλάτησε μια συλλογική άγνοια που μας στοιχειώνει ακόμη.

Η ιστορική αυτή αποσιώπηση όμως δεν έμεινε στο επίπεδο των αφηγήσεων — αποτυπώθηκε και στη γλώσσα, στα ονόματα, στην κοινωνική παρουσία των ανθρώπων. Όπως επισημαίνει και η Ndoci (2024), ο εξελληνισμός των ονομάτων λειτούργησε ως στρατηγική διαχείρισης της ξενοφοβίας. Το όνομα έγινε εργαλείο επιβίωσης: αποσυνέδεε το άτομο από την αλβανικότητά του και το βοηθούσε να «περνά» ως Έλληνας. Μια πρακτική που, στην καλύτερη περίπτωση, εξασφάλιζε μερική αποδοχή. Διότι ακόμη κι όταν κάποιος αποποιούνταν πλήρως την αλβανικότητά του, η ελληνική κοινωνία σπάνια του επέτρεπε να διεκδικήσει ανοιχτά την ελληνικότητα. Ούτε η ιθαγένεια, ούτε η ελληνική εκπαίδευση, ούτε τα χρόνια παραμονής ήταν ποτέ αρκετά. Γιατί αυτό που κρινόταν δεν ήταν η ένταξη — αλλά η καταγωγή.

Οφείλουμε να σταθούμε και στο ότι καθώς μεγαλώναμε στην Ελλάδα, δε μας δόθηκε η δυνατότητα να επιλέξουμε. Η ελληνικότητα δεν ήταν επιλογή — ήταν μια επιβεβλημένη συνθήκη. Όπως είπε εύστοχα σε κουβέντα μας η φίλη μου Τζίνα: «Η ελληνικότητα μας επιβλήθηκε με το ζόρι – shoved down our throat». Η αλβανικότητα, αντίθετα, δεν είχε χώρο. Καταπιεζόταν ενεργά, στιγματιζόταν, μετατρεπόταν σε ντροπή. «Όσο λιγότερο «έμοιαζες» με αλβανάκι —όνομα, θρησκεία, γλώσσα— τόσο αυξάνονταν οι πιθανότητες να γίνεις αποδεκτός», αναφέρει ο Ε. Ζγκούρη στο βιβλίο του Όλες οι γάτες είναι όμορφες. Διότι όπως είπα και στο podcast της Lifo: η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ήσουν και στο μόνο που ήταν αποδεκτό να είσαι ήταν τεράστια.

Δεν μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος για επιλογή – ποσώ δε μάλλον για προτίμηση – όταν δεν υπήρχε  ελευθερία επιλογής. Τα ξαδέρφια μου που μεγάλωσαν στον Καναδά είχαν αυτή την ελευθερία: να διαλέξουν ανάμεσα στο αν θα νιώθουν Αλβανοί, Καναδοί, και τα δύο, ή κανένα από τα δύο. Εμείς όχι.  Στη δική μας περίπτωση η προτίμηση είναι ψευδαίσθηση. Η ταυτότητα, για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας, ήταν προϊόν εξαναγκασμού, ανάγκης, στρατηγικής επιβίωσης.

Δεν είναι περίεργο που σήμερα κάποιες και κάποιοι από εμάς νιώθουμε περηφάνεια για την αλβανική μας καταγωγή. Αυτή η περηφάνεια όμως δεν έχει καμία σχέση με κάποιο εθνικιστικό αφήγημα ή κάποια πατριωτική κληρονομιά, ούτε καλλιεργήθηκε μέσα στην οικογένεια· αυτή η περηφάνεια γεννήθηκε μέσα από τη σύγκρουση με την ντροπή, τα στερεότυπα, την απόρριψη. Υπήρξε το αποτέλεσμα της δικής μας προσωπικής αντίστασης, μιας υπαρξιακής νίκης που συνιστά βαθιά πολιτική πράξη κατακτημένη με προσωπικό κόστος.

Τώρα που διαθέτουμε την ωριμότητα και τα εργαλεία να επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητά μας, κάνουμε ακριβώς αυτό: επανεξετάζουμε, αποδομούμε, επαναδιεκδικούμε και επανα-αυτοπροσδιοριζόμαστε. Και το κάνουμε χωρίς να θέλουμε πατρονάρισμα από ειδικούς. Ειδικούς έχουμε — είμαστε εμείς οι ίδιοι: είναι το βίωμά μας που μας καθιστά ειδικούς. Όποτε χρειαστεί όμως διαθέτουμε και επιστημονικά καταρτισμένα άτομα, καθώς πολλές και πολλοί από εμάς έχουμε και την απαιτούμενη κατάρτιση για να υπεισέλθουμε σε επιστημονικές αναλύσεις και ερμηνείες. Για ένα ζήτημα τόσο προσωπικό, συχνά τραυματικό, δεν υπάρχει χώρος για εξωτερικούς ερμηνευτές να αποφαίνονται για μια ολόκληρη γενιά. Ειδικά όταν συχνά με μια επίφαση αλληλεγγύης αρνούνται να ακούσουν ή τοποθετούνται εξ ονόματός μας.

Και αν σήμερα μπορούμε να μιλάμε με περισσότερη επίγνωση, είναι γιατί αναγνωρίζουμε πλέον και το ευρύτερο πλαίσιο. Γιατί ο ρατσισμός που βιώσαμε —και πολλές φορές εξακολουθούμε να βιώνουμε— δεν ήταν ποτέ ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν συστημικός, καθημερινός και διαρκής. Δεν άφησε απλώς ατομικά σημάδια· καλλιέργησε μια συλλογική συνείδηση κατωτερότητας, μια εσωτερίκευση της ντροπής. Η ταυτότητά μας διαμορφώθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο όπου το να είσαι «ο άλλος» σήμαινε να σιωπάς, να υπομένεις και να κρύβεσαι. Το τραύμα αυτό λοιπόν δεν είναι προσωπική υπόθεση — είναι ένα κοινό βάρος που κουβαλάμε ως κοινότητα. Η απουσία θεσμών που να μας επέτρεψαν να μιλήσουμε γι’ αυτό, να το κατονομάσουμε και να το επεξεργαστούμε, το έκανε ακόμα πιο δύσκολο.

Κι ακριβώς επειδή αυτό το τραύμα δεν ήταν —και δεν είναι— ατομική υπόθεση αλλά συλλογική εμπειρία, η επεξεργασία του δεν μπορεί παρά να είναι κι αυτή συλλογική. Το τραύμα του ρατσισμού δεν αφορά μόνο την προσωπική εμπειρία, αλλά συγκροτείται μέσα από επαναλαμβανόμενες, συστημικές μορφές βίας που εγγράφονται στο κοινωνικό σώμα μέσω θεσμών, λόγων και πρακτικών. Η μετάδοσή του από γενιά σε γενιά —μέσα από σιωπές, φόβο, απόκρυψη της καταγωγής— αναδεικνύει την ανάγκη ύπαρξης κοινοτήτων λόγου και μνήμης. Χωρίς τέτοιους χώρους, η επεξεργασία του τραύματος είτε παραμένει ατελής είτε αναπαράγει εσωτερικευμένη καταπίεση. Η συλλογική αναγνώρισή του δεν είναι μόνο πράξη φροντίδας, αλλά και προϋπόθεση για τη μετουσίωση του σε δύναμη και επανανοηματοδότηση της ταυτότητας.

Η συλλογική επεξεργασία του τραύματος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς χώρους που δημιουργούνται με τους όρους της κοινότητας— χώρους που επιτρέπουν την πολυφωνία, αναγνωρίζουν την πολυπλοκότητα και απορρίπτουν δογματικά πρότυπα ταυτότητας ή “ορθής” στάσης. Εκεί το τραύμα δεν ερμηνεύεται από εξωτερικούς ειδικούς αλλά επικοινωνείται από τα ίδια τα υποκείμενα που το βίωσαν — με τους δικούς τους όρους. Είναι μέσα από τη συλλογική αφήγηση, τη μνήμη, την τέχνη, τη γλώσσα και την πολιτική δράση που η κοινότητα επαναοικειοποιείται το αφήγημά της. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποφυγή εξωτερικών ερμηνειών ή επιβεβλημένων ταυτοτικών μοντέλων δεν είναι πολυτέλεια — είναι προϋπόθεση για ουσιαστική επεξεργασία και ενδυνάμωση.

Δεν έχουμε ανάγκη από έναν καθολικό ορισμό. Ούτε να συμφωνήσουμε όλοι, ούτε να καταλήξουμε σε κάτι εύπεπτο. Οι ταυτότητές μας δεν είναι προς κατανάλωση, ούτε προς επιβεβαίωση. Είναι σύνθετες, αντιφατικές, συχνά ακόμη επεξεργαζόμενες — με τα εργαλεία που είχαμε και έχουμε. Δεν ψάχνουμε μια αλήθεια που να συμφωνούν όλοι ούτε χρωστάμε ευγνωμοσύνη για όσα έπρεπε να είναι αυτονόητα. Δεν οφείλουμε να γιορτάζουμε επειδή μας δόθηκε χώρος· οφείλουμε να μιλήσουμε — με τους δικούς μας όρους. Το να αναζητάμε μια «εύπεπτη» εκδοχή της δεύτερης γενιάς, που να χωρά σε αφηγήματα συλλογικής ανακούφισης είναι απλώς η συνέχιση της αποσιώπησης με πιο καλοπροαίρετους όρους. Δεν είμαστε εδώ για να εκπληρώσουμε τις προσδοκίες των άλλων. Είμαστε εδώ όχι για να ετεροκαθορίζεται το ποιος έχει δικαίωμα να μιλήσει και τι είδους πόνος αξίζει να ακουστεί αλλά για να κρατήσουμε χώρο για όλα όσα δεν έχουν ακόμη ειπωθεί, για όλα όσα κρίνουμε πως πρέπει να ακουστούν από εμάς.

Και όταν λέμε «φωνή έχουμε», το εννοούμε: όχι για να ανακυκλώσουμε το βολικό, αλλά για να υπερασπιστούμε το σύνθετο, το άβολο, το ανείπωτο — όσο κι αν πονά, όσο κι αν ξενίζει.

Εκεί αρχίζει η δουλειά!

***

Βιβλιογραφία:

Ndoci, R. (2024). The linguistic construction of Albanianness in Greece: Memes, names, and name-calling (Doctoral dissertation, The Ohio State University).

Mini Bio:
Η Pamela-Zoe Topalli γεννήθηκε στην Αλβανία και μετανάστευσε στην Ελλάδα με τους γονείς της στην ηλικία των τριών ετών. Είναι απόφοιτος Ψυχολογίας από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, έχει μεταπτυχιακό στην Παιδαγωγική Επιστήμη από το Πανεπιστήμιο του Regensburg  της Γερμανίας και μεταπτυχιακό στη Μάθηση, τα Μαθησιακά Πλαίσια και τα Εκπαιδευτικά Συστήματα από το Πανεπιστήμιο του Turku της Φινλανδίας. Η διδακτορική της έρευνα επικεντρώνεται στην ψυχοκοινωνική μάθηση, την υγεία και την ψυχική ανθεκτικότητα μαθητών και φοιτητών. Εργάζεται στο πεδίο της προώθησης της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης στην Ευρώπη και είναι ακαδημαϊκή διδάσκουσα σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. 

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια