σε ,

Για το εξαιρετικό, ποιητικό ντοκιμαντέρ «Νίκος Καρούζος – Ο δρόμος για το έαρ»

Καθώς το φιλμ ετοιμάζεται να προβληθεί στις Νύχτες Πρεμιέρας στην επέτειο 30 ετών απ’ το θάνατο του ποιητή, μιλάμε με τους δημιουργούς του

Στιγμιότυπο απ' το «Νίκος Καρούζος – Ο δρόμος για το έαρ»

Είδα το ντοκιμαντέρ την άνοιξη, στην ονλάιν εκδοχή του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν πως ήταν κάθε μέρα ‘sold out’, απ’ την αρχή, και μόνο χάρη στη μεσολάβηση των δημιουργών του κατάφερα να το παρακολουθήσω. (Πόσο ευχάριστο -και ίσως και αναπάντεχο- πως ένα φιλμ για τον Καρούζο είχε τόση ζήτηση!)

Είναι εξαιρετικά καλοφτιαγμένο και ενδιαφέρον, και στην κουβέντα που έκανα με τους συντελεστές [το σκηνοθέτη του φιλμ Γιάννη Καρπούζη και τους σεναριογράφους του Αντρέα Βακαλιό και Ηλία Λιατσόπουλο] θα διαβάσετε και τους λόγους που μου άρεσε τόσο.

Θα παιχτεί στις Νύχτες Πρεμιέρας στις 30 Σεπτεμβρίου (στις 19.15, στο θερινό σινεμά Αθηναία).

Όπου το πετύχετε, δείτε το.

Πάρτε μια γεύση απ’ το τρέιλερ

-Πώς πρωτοήρθατε σε επαφή με το έργο του Καρούζου;

Ηλίας Λιατσόπουλος: Η πρώτη επαφή με το έργο του Νίκου Καρούζου γυρίζει το χρόνο πίσω, περί τα 15 περίπου χρόνια. Ξεκίνησε από ένα μικρό χάρτινο απόκομμα του σημειωματάριου μιας γνωστής, το οποίο είχα κρατήσει μέχρι προσφάτως, όπου μου υπογράμμιζε, μεταξύ άλλων καλλιτεχνών, τα ονόματα του Καρούζου και του Σαχτούρη προτρέποντάς με να μελετήσω το έργο τους. Η προσωπική μου εμπειρία δείχνει έως τώρα πως έναν αναγνώστη, ο οποίος αγαπά την ποίηση όντας παράλληλα «ανοιχτός» στα  καινά δαιμόνια, ο Καρούζος τον κερδίζει αμέσως. Με έμενα τουλάχιστον έτσι έγινε. Η γραφή του, βαθιά υπαρξιακή στον πυρήνα της, υπήρξε μια αποκάλυψη εξ’ αρχής.

Μετά από λίγα χρόνια, το 2012, ο Γιάννης έψαχνε θέμα για την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία και του πρότεινα τον Καρούζο. Του άρεσε και ξεκινήσαμε. Αργότερα ήρθε στην ομάδα και ο Ανδρέας. Πήρε 7 χρόνια και αρκετές δύσκολες στιγμές, όμως άξιζε καθεμία. Είμαστε περήφανοι για το αποτέλεσμα.

-Πώς αποφασίσατε να φτιάξετε ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτόν;

Ανδρέας Βακαλιός: Υπάρχει αυτή η απόφαση που παίρνει ένας καλλιτέχνης ή ένας ερευνητής, αυτό το άλμα πίστης, η τυφλή εμπιστοσύνη που πρέπει να δείξει στο ένστικτό του, όταν ξεκινά ένα σχέδιο. Γιατί πρόκειται για κάτι που πιθανά θα οδηγήσει σε αδιέξοδο, θα τον ρίξει, θα τον αλλάξει. Είναι μια αναμέτρηση. Και από όλες τις ιστορίες εκεί έξω, από όλα τα θέματα, διαλέγει ένα συγκεκριμένο. Θα μπορούσε να πει οτιδήποτε. Αλλά διαλέγει ένα πράμα. Αυτό κάτι σημαίνει για τον ίδιο και το εν δυνάμει έργο. Στην περίπτωσή μας, είναι ο Ηλίας που φύτεψε τον σπόρο αυτό.

Η. Λ.: Ας μου συγχωρεθεί ο προσωπικό τόνος, αλλά σε μια τέτοια ερώτηση πιστεύω είναι αναγκαίος. Η απόφαση της δημιουργίας μιας ταινίας που να αφορά τον Καρούζο ξεκίνησε κυρίως από δύο αφορμές. Αφενός, η ταινία αποτελεί ένα δώρο, μια οφειλή, μια ανταπόδοση, ένα ελάχιστο ευχαριστώ, μια απόδοση τιμής στον μεγάλο αυτόν δημιουργό, ο οποίος παράλληλα υπήρξε και σημαντικός δάσκαλος απέναντι στο συνολικότερο πρόβλημα της τέχνης, αλλά και στη διαμόρφωση/συγκρότηση μιας συνολικότερης αισθητικής αντίληψης, χαρακτηριστικό αναμφίβολα σημαντικό για την καλλιτεχνική δημιουργία. Αφετέρου, ο Καρούζος υπήρξε από τις σημαντικότερες, αν όχι η σημαντικότερη, μεταπολεμική ποιητική φωνή στην Ελλάδα. Κατά την προσωπική μου ανάγνωση, ο ποιητής Καρούζος υπήρξε η «γέφυρα» ανάμεσα στον ελληνικό μοντερνισμό και στη μεταμοντέρνα ποίηση, και οι δημιουργοί «γέφυρες» είναι πολλές φορές πιο σημαντικοί ακόμα και από το ίδιο τους το έργο. Η αφετηρία του έργου του Καρούζου ενσωματώνει την παράδοση (τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και σε επίπεδο φόρμας), διακατέχεται από μια μόνιμη διερώτηση σε σχέση με τη γλώσσα, τις δυνατότητές της και τα όρια της (μοντερνισμός) και καταλήγει στην οριστική αποδόμηση/ρήξη, ματαιώνοντας την ίδια τη γλώσσα, αμφιβάλλοντας για αυτό το οποίο μπορεί να λεχθεί και να γραφτεί (μεταμοντερνιστική ματαίωση).

Παραθέτω παρακάτω κάποιους χαρακτηριστικούς στίχους.

Θέλω να βγω απ’ τις λέξεις / βαρέθηκα.

Να ξέρεις όμως-: άλλο πράμα του λόγου η μαστοριά / κι άλλο η μαστορική της αγωνίας

Έγραψα ποίηση- μ’ άλλα λόγια. συνεργάστηκα με το μηδέν

Τι είναι ρίγος; / Άντε να το πεις με λέξεις…

Η γραπτή ποίηση / σωριάστηκε στο στήθος μου / σαν ένα τίποτα.

Άμα πεθάνω θα ‘χω φύγει / απ’ τη γλώσσα / και θα ‘μαι τρυφερή σιγή

-Πώς βρήκατε και πώς χειριστήκατε το αρχειακό υλικό;

Γιάννης Καρπούζης: Το αρχειακό υλικό βρίσκεται στον οπτικό πυρήνα του έργου και με αυτό εννοώ ότι αποτελεί βασικό μέρος της εικονοπλαστικής μας προσέγγισης. Το έργο θέλαμε να έχει το χαρακτήρα του «κολάζ αρχείων». Οπότε από τα πλάνα εποχής κάποια είναι πράγματι «εποχής», ενώ άλλα είναι κατασκευασμένα ή επινοημένα. Η συγκέντρωση των πραγματικών αρχειακών πλάνων υπήρξε δύσκολη υπόθεση στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω.

-Το ύφος του φιλμ είναι ονειρικό, συχνά αγγίζει το video art, όμως ποτέ δεν χάνει το στόχο του. Θέλετε να μας μιλήσετε για το πώς χειριστήκατε σκηνοθετικά τον Καρούζο;

Γ. Κ.: Ευχαριστούμε πολύ για αυτήν την σκέψη. Μπορεί σε σημεία του να μοιάζει με video art γιατί χειριστήκαμε το θέμα με βάση κινηματογραφικά και εικαστικά εργαλεία − και όχι τηλεοπτικά, όπως συνήθως χρησιμοποιούνται στις βιογραφίες. Αυτό ήταν μία δύσκολη υπόθεση καθώς θέλαμε και να αφηγηθούμε την ίδια την κινηματογραφική γλώσσα (το φιλμ αφηγείται τον εαυτό του), αλλά και όπως λες να μην χάσει το έργο τον τεκμηριωτικό του στόχο. Ως αποτέλεσμα η ταινία έχει έναν hybrid-genre χαρακτήρα. Πολλές φορές η αλλαγή κασέτας από τον Ερευνητή (Δημήτρη Καταλειφό) συνιστά και αλλαγή genre.

-Πολύ ενδιαφέρουσα προσθήκη του Καταλειφού ως αφηγητή και «ήρωα». Μιλήστε μας για την απόφασή σας αυτήν.

Α. Β.: Ο Καρούζος είχε αναφερθεί στον Δημήτρη Καταλειφό, νέο τότε ηθοποιό, με ιδιαίτερη εκτίμηση για το αναγνωστικό του ύφος και τόνο, όσον αφορά συγκεκριμένα την ανάγνωση της ποίησης. Μάλιστα, ο Καρούζος είχε αναφέρει τον Καταλειφό ως έναν από τους λίγους ηθοποιούς τους οποίους θα ήθελε να ακούσει να διαβάζουν ποιήματά του. Λίγες ημέρες πριν φτάσει στα αφτιά μας αυτή η πληροφορία, ο Γιάννης και ο Ηλίας είχαν από κοινού και σχεδόν ταυτόχρονα την ιδέα για τον Καταλειφό στο ρόλο του Ερευνητή. Η παραπάνω πληροφορία υπήρξε καθοριστική για την επιλογή. Με μια παιχνιδιάρικη διάθεση, ίσως θα ήταν ορθότερο να λέγαμε τελικά ότι η επιλογή του Καταλειφού έγινε από τον ίδιο τον Καρούζο. Κατά τα άλλα δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις για αυτόν τον σπουδαίο ηθοποιό, ο οποίος έδωσε βάθος σε έναν ρόλο που θα μπορούσε αλλιώς να είναι απλά ένα εργαλείο της ιστορίας. Αφηγηματικά, η διαμεσική ιστορία που θέλαμε να πούμε χρειαζόταν έναν πρωταγωνιστή να την προωθεί και αυτό το ρόλο έχει ο Ερευνητής, ο οποίος ακολουθεί την πορεία του ποιητή και της χώρας, μέσα από τα αρχεία αλλά και τις δικές του σκέψεις, που μπλέκονται με αυτές του Καρούζου. Έχει πάρει αυτή την απόφαση που έλεγα πριν, έχει κάνει αυτό το άλμα πίστης, να ερευνήσει τη ζωή και το έργο του Καρούζου, μέχρι τέλους.

-Μου άρεσε πολύ πως δεν υπήρξε προσπάθεια ωραιοποίησης /ηρωοποίησής του, αντίθετα, τα όποια στραβά του παρουσιάστηκαν ανοιχτά…

Α. Β.: Από τα πιο βαρετά είδη, είναι τα ντοκιμαντέρ-αγιογραφίες. Νομίζω όλοι συμφωνούμε σε αυτό, εκτός από τους ίδιους τους αγιογραφημένους. Η σύγκρουση, τα δίπολα, τα πάθη, η εξιλέωση, η αλλαγή, τα ταξίδια, το δράμα είναι που κάνουν τις ζωές των ανθρώπων και τις ιστορίες τους, αυτές που είναι. Και όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες και τις αφηγήσεις για τον Καρούζο, δεν θα μπορούσε να γίνει αγιογραφία για αυτόν, γιατί δεν ήταν και δεν ήθελε να γίνει, άγιος. Δεν μας ενδιέφερε ποτέ αυτό και έχω την αίσθηση ότι δεν θα ενδιέφερε ούτε και τον ίδιο.

Η. Λ.: Έτσι είναι. Δεν μας ενδιέφερε πότε να πλάσουμε μια αγιογραφία γύρω από το πρόσωπο του ποιητή, όπως δεν μας ενδιέφερε ποτέ να κάνουμε μια λογοτεχνική/φιλολογική προσέγγιση του έργου του, κάτι το οποίο κι εγώ ενστικτωδώς πιστεύω πως δεν θα το ήθελε ούτε κι ο ίδιος ο Καρούζος. Ακόμα και σαν ευθεία αναφορά στις τραγωδίες του Ευριπίδη, μας ενδιέφερε εξ’ αρχής, η πραγματικότητα του προσώπου, με τα πάθη και τις αδυναμίες του. Μελετήσαμε τον Νίκο Καρούζο ως βιογραφία άρρηκτα συνδεδεμένη με το ποιητικό φαινόμενο, ως ύπαρξη καθ’ όλα ποιητική. Ακριβώς αυτή η λέξη, η λέξη «ύπαρξη» αποτελεί και για τον ίδιο τον ποιητή κεντρικό άξονα στο έργο του. «Όταν πεθάνω θα λήξει και ο λεκτικός μου μηχανισμός για πάντα» αναφέρει ο ίδιος ο ποιητής. Η περίφημη ρήση του Ντέιβιντ Θόρω ότι «ο ποιητής γράφει την ιστορία του σώματός του» περιγράφει πολύ εύστοχα τη σεναριακή δομή της ταινίας. Από αυτή την ιστορία δεν μπορεί να λείπει η εξορία και οι κακουχίες της, η πολιτική ταυτότητα η οποία διαπερνά μέχρι το τέλος το ποιητικό του έργο, η θηριωδία της ναζιστικής κατοχής και τα δεινά της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η υπαρξιακή αγωνία του Καρούζου, η οποία χαρακτηρίζει το έργο του στο σύνολό του, ταυτισμένη με την πολιτική ανάγνωση της πραγματικότητας, είναι τόσο ειλικρινής και ευρεία ώστε να τοποθετεί στον ίδιο ποιητικό χώρο τον Ιησού, τον Καρλ Μαρξ, τον Μαχάτμα Γκάντι και τον Λέοντα Τρότσκι.

Από τα γυρίσματα. Ο Ηλίας Λιατσόπουλος (στο κέντρο) με τον Κωστή Παπακόγκο και την Ιρέν Λάρσον στην Στοκχόλμη
Ο Αντρέας Βακαλιός στην Μακρόνησο 31 Δεκεμβρίου του 2018
Από τα γυρίσματα. Ο Γιάννης Καρπούζης (δεξιά) με τον Κωστή Παπακόγκο στο σπίτι του στη Στοκχόλμη

-Ποια είναι τα σχέδια για το φιλμ;

Γ. Κ.: Το κύριο μέλημά μας είναι φυσικά η ταινία να ταξιδέψει όσο το δυνατόν περισσότερο εκτός Ελλάδας και έτσι ένα νέο διεθνές κοινό να έρθει σε επαφή με το έργο του Νίκου Καρούζου, την ελληνική γλώσσα και την μεταπολεμική μας ιστορία.

Α. Β.: Ελπίζουμε ότι και στην Ελλάδα, θα βοηθήσει στη γνωριμία ενός κοινού με τον υπαρξιακό ποιητή. Υπάρχει μάλιστα η πιθανότητα, λόγω θέματος, η ταινία να παίζεται κάθε χρόνο στην τηλεόραση με αφορμή π.χ. την επέτειο του θανάτου του, και αυτό δεν το λέω με χαρά γιατί μπορεί να είναι και κατάρα. Ελπίζουμε ότι η ταινία θα γεράσει ωραία, γιατί αλλιώς θα τη βλέπουμε -αναγκαστικά- σε 30 χρόνια και θα λέμε «πόσο 2020».

-Μιλήστε μας για τους συντελεστές της ταινίας.

Γ. Κ.: Η ομάδα που σχηματίστηκε ήταν εξαιρετική. Ποιον να πρωτοαναφέρουμε; Ξεκινάμε μάλλον με τον ακούραστο Δημήτρη Καταλειφό όπου πρόσφερε στην ταινία το αρχετυπικό ύφος του ερευνητή ∙ αλλά και τις σκέψεις του και τις εμπνεύσεις του για πολλές σκηνές. Να συνεχίσουμε με τον μοντέρ μας, τον Λεωνίδα Παπαφωτίου όπου ανταποκρίθηκε με μοναδική αφοσίωση, φαντασία και όρεξη σε μία ταινία που το μοντάζ της έμοιαζε με άθλο. Ύστερα οι μουσικοί. Ο Κλέων Αντωνίου, ο εξαιρετικός κιθαρίστας από τους Mode Plagal, έγραψε τα περισσότερα πρωτότυπα θέματα και ηχοτοπία του έργου. Δικό μου αγαπημένο, το θέμα της επιστροφής στην Αθήνα από την Στοκχόλμη. Ο Γιάννης Χαρούλης μαζί με τον Λευτέρη Ανδριώτη έφτιαξαν επίσης ορισμένα θέματα όπως το «τζαρμουσιακό» θέμα στην Κρονστάνδης. Ο Γιάννης μας χάρισε στην ταινία και το (φανταστικό) τραγούδι των τίτλων τέλους, μελοποιώντας στίχους του Νίκου Καρούζου. Ο κατάλογος είναι μεγάλος και ο χώρος μικρός αλλά να αναφέρουμε τουλάχιστον και τον Κώστα Φυλακτίδη που έδωσε και έδεσε το ηχητικό χρώμα της ταινίας και την Λίνα Σαμοΐλη η οποία εργάζεται ακούραστα για την προώθηση και την διανομή του έργου.

Α. Β.: Το θέμα Αθήνα-Στοκχόλμη είναι μουσικάρα! Και ναι, ο πυρήνας της ομάδας ήμασταν εμείς οι τρεις, και δουλέψαμε και οι τρεις σε πολλά και διαφορετικά πόστα, αλλά όπως σε κάθε πληθυντική τέχνη δεν θα μπορούσαμε να είχαμε τελειώσει αυτή την ταινία δίχως τη βοήθεια συναδέλφων και συντρόφων, όπως αναφέρει και ο Γιάννης, που μας αντέξανε 6-5-4-3 χρόνια. Και αυτό είναι κάτι συγκινητικό.

*Η ταινία θα προβληθεί στις 30 Σεπτεμβρίου, 19.15, στο θερινό σινεμά Αθηναία, στα πλαίσια του 26ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας.

Ακολουθήστε τα Μικροπραγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε