σε

«Γιάννη, αυτό είναι βία!»

Μαθαίνοντας πώς η νέα ορολογία των σχέσεων και τα ζητήματα έμφυλης βίας έχουν παρεισφρήσει ακόμα και σε ζευγάρια που ανήκουν σε γενιές που πιστεύαμε πως «δεν θα αλλάξουν ποτέ».

Senior couple holding hands
Φωτ.: Getty Images

Άνδρος, εννιά και κάτι το πρωί, τέλη Ιουνίου. Οδηγώ από Μεσσαριά προς Γαύριο, αναζητώντας καφεΐνη μανιωδώς. Σταματάω σε ένα ζαχαροπλαστείο. Γλυκά ταψιού, τούρτες, πάστες, γράφει η ξεφτισμένη από ήλιο και χρόνια επιγραφή. Ό,τι είναι τώρα. Αφήνω το αυτοκίνητο απ’ έξω με αλάρμ και μπαίνω σιγά σιγά στο άδειο ζαχαροπλαστείο. Όσο κοιτάζω γύρω μου εξεταστικά, για να εντοπίσω κάτι που να υποδηλώνει πως το κατάστημα σερβίρει καφέ, μιας και δεν βλέπω κανέναν μέσα, ακούω δυο ηλικιωμένους από ένα χώρο στο βάθος. Λογικά το εργαστήριο. Ένας άνδρας και μια γυναίκα, μάλλον διαφωνούν για κάτι. Για κάτι ασήμαντο, εντελώς πρακτικό. Για το πού να αφήσει εκείνη ένα ταψί ή κάτι τέτοιο. Εκείνος της φωνάζει όπως φωνάζει κανείς όταν νιώθει οικειότητα. Χωρίς αιδώ. Χωρίς να τον νοιάζει πώς φαίνεται αυτό. Οι λέξεις του δεν έχουν στόχο εκείνη, φωνάζει θυμωμένος για κάτι ανούσιο, όπως έχουμε δει ηλικιωμένους να φωνάζουν στις συμβίες τους λες και είναι υποχρεωμένες να ανέχονται το θυμό τους για ταψιά και άλλα τέτοια καθημερινά σημεία τριβής με μια ζωή που δεν μας υποσχέθηκε κανείς ποτέ ότι θα είναι απαλή. Κάθε άλλο. Τη φαντάζομαι να συρρικνώνεται όσο παρακολουθεί αυτό το ξέσπασμα.  Μα όχι, εκείνη τον διακόπτει με μια απαλή πυγμή: «Γιάννη, αυτό είναι βία», του λέει. Τελεία, παύλα. Δεν έχουν ιδέα πως κάποιος γίνεται απρόθυμος μάρτυρας της ενδοοικογενειακής τους Αποκάλυψης.

Ήταν βία; Για εκείνη ήταν, άρα τι σημασία έχει αν εμείς εγκρίνουμε. Και πιθανότατα τόσα χρόνια που το ανέχεται, αυτό το ανεξέλεγκτο γάβγισμα για πρακτικότητες και τετριμμένα πράγματα μιας ιερής καθημερινότητας, δεν ήξερε ότι είχε όνομα. Κάπου το έμαθε. Πιθανότατα από τις ειδήσεις ή από την κόρη ή τον γιο της που μπορεί να της είπε κάποια στιγμή «μάνα, αυτές οι γκαρίδες του μπαμπά είναι βία και πρέπει να βάλεις ένα όριο». Ίσως άκουσε τη λέξη να αναφέρεται σε κάποιο ρεπορτάζ για ενδοοικογενειακή βία. Ίσως σε κάποια εκπομπή ένας ειδικός ψυχικής υγείας να απαρίθμησε όσα στοιχειοθετούν τη βία της συζυγικής ζωής, τη βία της πυρηνικής οικογένειας, τη βία του η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα, τη βία που υποστηρίζει τους άνδρες να εκτονώνονται και τις γυναίκες να υπομένουν και να πιάνουν τα ταψιά με χέρια να τρέμουν μην τυχόν και κάτι δεν έχουν κάνει όπως πρέπει και αρχίζει πάλι να φωνάζει αυτός και «δεν μπορώ να τον ακούω πάλι. Νισάφι. Ως εδώ. Αυτό ήταν».

Έφυγα, χωρίς να με δουν καν. Καφέ θα έβρισκα παρακάτω. Τι στην ευχή; Τη στιγμή που έμπαινα στο αυτοκίνητο φανταζόμουν πως οι δυο τους είναι ακόμα σε εκείνο το εργαστήριο. Φαντάστηκα εκείνον, αποσβολωμένο. «Τι λες μωρέ;», πρόλαβα να πιάσω μόνο από την αντίδρασή του. Τα υπόλοιπα τα φαντάστηκα: Τι σημαίνει βία; Γιατί είναι βία; Ούτε μια κουβέντα παραπάνω δεν μπορούμε να πούμε πια; Γελούσα μόνη μου για λίγο με τον διάλογο. Με το πείσμα και την υπόνοια ναζιού που είπε η κυρία πως αυτές οι φωνές, που αν καταφέρεις να απομονώσεις την ουσία τους από τη παράφωνη φασαρία τους, είναι βία. Βία λεκτική εννοούσε προφανώς. Ίσως είχαν κάνει κάποια συζήτηση πριν. Ίσως εκείνη δεν ήταν η πρώτη φορά που τον ενημέρωνε πως αυτός ο τρόπος, αυτή η ματσίλα των ντεσιμπέλ, είναι βία. Έμοιαζε περισσότερο με υπενθύμιση. Γέλασα, αλήθεια. Μετά από λίγες ώρες περιέγραφα τη σκηνή στους φίλους μου. «Λέμε, λέμε πως όλα αυτά είναι απλώς ηχώ στο echo chamber μας, αλλά οι γυναίκες μαθαίνουν, ενημερώνονται, εξελίσσονται, έχουν δεν έχουν social media», καταλήξαμε, αφελώς αισιόδοξοι.

pexels jimbear 1635907
Φωτ.: Pexels

Με τη μια γυναικοκτονία να διαδέχεται την άλλη, με τα social media να γεμίζουν μανιφέστο κατά της έμφυλης βίας και βίντεο για το πώς να αναγνωρίσεις έναν επίδοξο κακοποιητή και συμβουλές για το -κυνικά- πώς να χωρίσεις χωρίς να σε σκοτώσουν, είχαμε φτάσει να πιστεύουμε πως μόνοι μας τα λέμε, μόνοι μας χαιρόμαστε, μόνοι μας τα ξεχνάμε και φτάνουμε να τα θεωρούμε αναποτελεσματικά. Και έρχεται κάποια στιγμή που αντιλαμβάνεσαι, ίσως με τρόπο κωμικοτραγικό, σαν σε ελληνική ταινία, πως το νόημα, η ουσία, έχει παρεισφρήσει στην κοινωνία. Ακόμα και σε γωνιές και κλειστές πόρτες που θεωρούσες χαμένη υπόθεση. Όπως θεωρείς πως είναι πολύ αργά για να πειστεί εκείνη η ηλικιωμένη θεία σου πως ο άντρας *δεν* θα πει και μια κουβέντα παραπάνω.

Η ορολογία υπάρχει παντού, διαχέεται, από τα πιο προοδευτικά μέχρι τα πιο παραδοσιακά μέσα. Διαχέεται και ούτε που το καταλαβαίνουμε. Από αναρτήσεις στο Facebook, αθώα shares, γκρουπ στα οποία άνθρωποι συζητούν όσα τους προβληματίζουν κάτω από τη μύτη μας, όσο εμείς ψάχνουμε τι σκατά έχει γράψει το New York Magazine για αυτό. Όσο ψάχνουμε, η θεία έχει διαβάσει το ποστ μιας άλλης θείας και έχει καταλάβει πως ώπα ρε συ, ακόμα και αν φωνάζει για το ταψί, για τη ζέστη, για το κρασί, για τη φασαρία σε ώρα κοινής ησυχίας ή την ένταση της τηλεόρασης όταν παίρνει τον υπνάκο του, αυτό είναι βία. Και αυτή η βία κατευθύνεται προς το μέρος της. Και δεν είναι αναγκασμένη να την υποστεί. Πόσες τέτοιες συζητήσεις μπορεί να έχουν συμβεί σε σπίτια ζευγαριών από γενιές που θεωρούμε πως ανήκουν στη λήθη του «τώρα ό,τι έγινε, έγινε και δεν αλλάζει»;

Φυσικά, όπως συμβαίνει πάντα με τη γνώση, κάποιες φορές χάνει το σχήμα της, την ουσία της, τη χρησιμότητά της και το σχήμα της ακρωτηριάζεται για να κουμπώσει με το ζόρι σε ό,τι βολεύει το επιχείρημα, αντανακλώντας φοβίες, ανασφάλειες, τραύματα και εγωισμούς. Είναι και αυτό μια παγίδα που στήνει το υποσυνείδητο στην πραγματικότητα. Ένα ακόμα τερτίπι του θυμικού.

«Αυτά λένε και οι γυναικοκτόνοι»

Ένα μήνα και κάτι μετά την Άνδρο, σε μια «τίμια παραλία της Αττικής», ένα ζευγάρι με διαφορά ηλικίας στριμώχνεται σε μια σκηνή. Εκείνη είναι νεότερη και εμφανώς προβληματισμένη για το «τι λέει ο κόσμος» που ο σύντροφός της έχει γκριζάρει εντελώς και δεν περνά τις ίδιες ώρες στο γυμναστήριο με εκείνη. Και ούτε θέλει. Μετά από συζητήσεις για το πώς, ποιοι και αν τους κουτσομπολεύουν για τα «17 χρόνια διαφορά που έχουν» που άλλωστε «είναι τι πιο φυσιολογικό από αυτή η διαφορά ανάμεσα σε ζευγάρια, έτσι;», η συζήτηση καταλήγει σε κώλους. Ναι, γυναικείους κώλους. «Ε, ένας κώλος πρέπει να μην είναι ούτε μικρός, ούτε μεγάλος, πρέπει να είναι εντάξει», της εξηγεί βαριεστημένα εκείνος, μη έχοντας καταλάβει πως κάποιος συγκεκριμένος κώλος στη συγκεκριμένη παραλία πυροδότησε πολύ συγκεκριμένες σκέψεις, ανασφάλειες και κατώτερα ένστικτα. Ή μάλλον το κατάλαβε τόσο σωστά, που πιστεύοντας πως ξέρει ακριβώς τι να πει για να «σώσει» το πάρτι, συνέχισε μόνος του: «ενώ εσύ καρδούλα μου έχεις το κωλαράκι σου, το φατσάκι σου, το σωματάκι σου, την καρδούλα σου, την ψυχούλα σου». Ντρέπομαι που εκείνη τη στιγμή είχα στήσει αυτί, μα κυρίως ντρέπομαι για το πόσο με πονάει που δεν ξέρω αν έχασα κάποια ακόμα φράση στο ενδιάμεσο. Για να βγάλει έστω νόημα το γιατί εκείνη του απάντησε έχοντας κάνει (μάλλον) κάποιο τεράστιο και ψιλοακατανόητο άλμα σκέψης: «αυτά λένε και οι γυναικοκτόνοι».

Εκείνος γέλασε με ένα γέλιο που υποδηλώνει αυτή τη συγκεκριμένη υπομονή που κάνεις όταν κάποιος που αγαπάς λέει κάτι που μισείς, αλλά είσαι διατεθειμένος να το προσπεράσεις για να πάνε όλα καλά. «Λες ε;», τη ρώτησε, «λες να το δοκιμάσω και εγώ;». Δεν σκέφτηκε να της πει πως άλλο οι σεξιστές και άλλο οι γυναικοκτόνοι και πως μπορείς να είσαι σεξιστής, μα όχι γυναικοκτόνος, αλλά όχι το αντίστροφο. «Ελπίζω όχι σε εμένα», του είπε εκείνη, σε κάθε περίπτωση, γελώντας, όχι προβληματισμένη, αλλά σαν να μην άρπαξε ο συνομιλητής της μια καλή ευκαιρία για έναν γερό τσακωμό.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια