σε

Γιάννης Σερβετάς: Ανάμεσα σε μια «Βαλίτσα» και μια «Παύλα»

Ο Σερβετάς μιλά για το «Stand Up Plus», τις ελληνικές οικογενειακές «παραδόσεις» και το χιούμορ ως τη μόνη ειλικρινή άμυνα

Photomix image

Λίγο πριν την εμφάνισή του στο Θέατρο Ακροπόλ, ο αγαπημένος δημιουργός μιλά για το «Stand Up Plus», τις ελληνικές οικογενειακές «παραδόσεις» και το χιούμορ ως τη μόνη ειλικρινή άμυνα.

Την Παρασκευή 15 Μάϊου ο Γιάννης Σερβετάς ανεβαίνει στη σκηνή του Ακροπόλ για να αδειάσει μια «Βαλίτσα» γεμάτη από την τρέλα της ελληνικής οικογένειας και τις αλήθειες που μας διαμορφώνουν.

Μέσα από το πρωτότυπο format του «Stand Up Plus», η μουσική και η εικόνα γίνονται συνοδοιπόροι σε μια αφήγηση που ισορροπεί ανάμεσα στο λυτρωτικό γέλιο και τη συγκίνηση. Η παράσταση λειτουργεί ως καθρέφτης, όπου ανάμεσα στις γραμμές καλούμαστε να δούμε τους γονείς μας αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Σε έναν κόσμο ψηφιακής μοναξιάς, ο Σερβετάς προτείνει το χιούμορ ως τη μόνη ουσιαστική άμυνα και αναγκαία αποσυμπίεση. Μας αποκαλύπτει, τελικά, πως αυτή η «Παύλα» είναι η ανάσα που όλοι χρειαζόμαστε για να αφήσουμε πίσω τα βάρη και να ξεκινήσουμε ξανά

servetas photo

του Αλέξανδρου Σαλαμέ

-Η παράσταση τιτλοφορείται «Βαλίτσα και Παύλα». Αν ανοίγαμε την πραγματική, καθημερινή σου βαλίτσα για αυτό το ταξίδι στην Αθήνα, τι θα βρίσκαμε μέσα, εκτός από τα απολύτως απαραίτητα;

Τα απαραίτητα. Ό,τι κουβαλάμε όλοι δηλαδή. Απλώς μετά από τόσα χρόνια εμπειρίας, το λέω κομψά για να μη πω ότι γέρασα, έμαθα με λίγα πράγματα να φτιάχνω ωραίες συνταγές. Βοηθούν και οι ακροατές στο ραδιόφωνο, βοηθάει και το ότι δεν παίρνω τη ζωή και τόσο στα σοβαρά.

-Ονομάζεις το project «Stand Up Plus» και επιστρατεύεις ζωντανή μουσική και διαδραστικά βίντεο. Γιατί ένιωσες την ανάγκη να πας πέρα από το κλασικό format του stand-up με ένα σκέτο μικρόφωνο;

Μου αρέσει πάρα πολύ το stand up με ένα μικρόφωνο, αλλά μου αρέσει και να μπλέκω εικόνα, μουσική, ιστορίες, πράγματα που θυμίζουν λίγο ραδιόφωνο, λίγο θέατρο.

Μεταξύ μας όμως, η μεγάλη αλήθεια; Νομίζω πως το «Plus» ακούγεται πιο εντυπωσιακό και πιο πιασάρικο. Άλλωστε και στο σούπερ μάρκετ, άμα δεις «plus» στην προσφορά, προς τα εκεί πας. Γιατί το plus… το π’λάς καλύτερα.

-Κρατάς ως επτασφράγιστο μυστικό το τι σημαίνει η «περιβόητη Παύλα» που κλείνει τοντίτλο. Χωρίς να κάνεις spoiler, για σένα αυτή η παύλα είναι μια ανάσα, ένα τέλος εποχής ή μια αφορμή για να ξεκινήσει κάτι καινούργιο;

Αν το εξηγήσω, θα χαθεί η μισή έκπληξη της παράστασης και μετά θα μείνουμε με τη βαλίτσα στο χέρι.

Η παύλα είναι λίγο απ’ όλα. Είναι ανάσα, είναι παύση, είναι πράγματα που δεν λες, είναι πράγματα που άργησες να καταλάβεις, είναι και πράγματα που αγάπησες. Είναι εκείνη η μικρή γραμμή που χωρίζει το «φεύγω» από το «ξεκινάω».

Αλλά μέχρι εκεί. Τα υπόλοιπα πρέπει να τα δει ο κόσμος στη σκηνή, αλλιώς είναι σαν να λες το τέλος της ταινίας πριν αρχίσει.

-Στο κείμενο αναφέρεται ότι ξεπηδούν ιστορίες από την παραδοσιακή ελληνική οικογένεια.Τι είναι αυτό που σε γοητεύει –ή σε τρομάζει– ακόμα περισσότερο στην ελληνική οικογενειακή «τρέλα» σήμερα, εν έτει 2026;

Η ελληνική οικογένεια είναι το μόνο μέρος όπου πας για έναν καφέ και φεύγεις με τάπερ, ενοχές, συμβουλές για τη μέση σου και μια γειτόνισσα που «έχει ένα καλό παιδί να σου γνωρίσει».

Με γοητεύει το ότι, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, μέσα στο σπίτι συνεχίζουμε να λειτουργούμε με κανόνες του 1987. Η μάνα ακόμα πιστεύει ότι κρυώνεις, ο πατέρας ακόμα επιδιορθώνει κάτι που δεν χάλασε ποτέ και όλοι μαζί βλέπουμε τηλεόραση λες και κάνουμε κοινωνικό πείραμα.

Αυτό που με τρομάζει είναι πως ενώ πλέον όλοι μιλάμε συνέχεια, δεν ακούμε κανέναν. Ο καθένας έχει μια οθόνη, μια άποψη και νεύρα από το ίντερνετ.

Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται και η ομορφιά και η τρέλα της ελληνικής οικογένειας. Ότι πέντε λεπτά πριν φύγεις λες «δεν ξανάρχομαι ποτέ» και δέκα λεπτά μετά τρως κεφτεδάκια στην κουζίνα.

servetas1200x628

-Η παράσταση βασίζεται σε δικές σου παιδικές μνήμες και βιώματα. Πόσο εύκολο είναι να κοιτάζεις το παρελθόν σου μέσα από το πρίσμα του σήμερα και πώς αλλάζει ο τρόπος που βλέπουμε τους γονείς μας όσο μεγαλώνουμε κι εμείς;

Το λατρεύω. Νομίζω πως όσο μεγαλώνεις, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι οι γονείς σου δεν ήταν «γονείς». Ήταν άνθρωποι που προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα και μάλιστα χωρίς εγχειρίδιο χρήσης, ενώ ταυτόχρονα πλήρωναν λογαριασμούς  και πάλευαν με τα δικά τους άγχη.

Μικρός βλέπεις τον πατέρα σου σαν ήρωα ή σαν δυνάστη. Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι ήταν απλώς ένας άνθρωπος που κάποιες μέρες δεν ήξερε ούτε ο ίδιος τι κάνει. Το ίδιο και η μάνα σου, απλώς εκείνη το έκρυβε καλύτερα.

Και κάπου εκεί αλλάζει και το χιούμορ. Γιατί αρχίζεις να γελάς όχι μόνο με αυτά που έζησες, αλλά και με αυτά που τώρα πια καταλαβαίνεις.

Το περίεργο είναι πως όσο μεγαλώνουμε, μοιάζουμε όλο και περισσότερο στους γονείς μας. Και αυτό είναι ίσως το πιο αστείο και το πιο τρομακτικό σημείο της παράστασης.

-Στο τέλος του σημειώματος θέτεις το ερώτημα: «τι περιέχει τελικά η βαλίτσα του καθένα μας;». Αν έπρεπε να δώσεις μια πρώτη απάντηση, ποιο είναι το πιο βαρύ συναισθηματικό  φορτίο που κουβαλάει ο σύγχρονος άνθρωπος στις μέρες μας;

Νομίζω η μοναξιά. Και είναι πολύ περίεργη η μοναξιά, γιατί συμβαίνει ενώ είμαστε συνέχεια «συνδεδεμένοι».

Μιλάμε όλη μέρα, στέλνουμε μηνύματα, βλέπουμε ιστορίες άλλων ανθρώπων, σχολιάζουμε, ανεβάζουμε φωτογραφίες, αλλά στην ουσία δεν επικοινωνούμε ούτε με τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους.

Κουβαλάμε πίεση να δείχνουμε καλά, επιτυχημένοι, ψύχραιμοι, αστείοι, παραγωγικοί, όμορφοι, ενημερωμένοι και όλο αυτό είναι πολύ εξαντλητικό. Σαν να κάνουμε όλοι δημόσιες σχέσεις με τη ζωή μας.

Και τελικά η «βαλίτσα» του καθενός γεμίζει με πράγματα που δεν είπε, με φόβους, με ενοχές, με «θα έπρεπε», με συγκρίσεις και με μια μόνιμη αγωνία μήπως μένουμε πίσω.

Γι’ αυτό πιστεύω πως το χιούμορ σήμερα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μία άμυνα. Και ένας ωραίος τρόπος αποσυμπίεσης. Πότε πότε, να ανοίγεις λίγο τη βαλίτσα για να παίρνουν αέρα οι αναμνήσεις σου.

-Το κείμενο είναι εξολοκλήρου δικό σου και πρωτότυπο. Πόσο καιρό «κουβαλούσες» μέσα σου αυτές τις ιστορίες πριν αποφασίσεις ότι ήρθε η ώρα να τις αδειάσεις πάνω στο σανίδι;

Έγινε σταδιακά. Άρχισαν να φεύγουν άνθρωποι, να αλλάζουν πράγματα, να μεγαλώνω κι εγώ και να καταλαβαίνω ότι κάποιες ιστορίες, αν δεν τις πεις, αρχίζουν και βαραίνουν μέσα σου.

Κάποιες τις κουβαλάω χρόνια. Άλλες γεννήθηκαν ξαφνικά από μια μυρωδιά, μια φωτογραφία, ένα τραγούδι, ένα οικογενειακό τραπέζι ή μια ατάκα που πέταξε κάποιος και σου έμεινε.

Νομίζω πως κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήθελα απλώς να κάνω τον κόσμο να γελάσει. Ήθελα να αναγνωρίσει και λίγο τον εαυτό του μέσα σε αυτά που λέω.

Και τελικά το σανίδι είναι ίσως το μόνο μέρος όπου μπορείς να αδειάσεις τη «βαλίτσα» και τα εσώψυχά σου μπροστά σε αγνώστους, και να φύγεις λίγο πιο ελαφρύς.

-Η ζωντανή μουσική και τα βίντεο λειτουργούν ως συνοδευτικά στοιχεία ή αποτελούν αυτόνομους «χαρακτήρες» που συνομιλούν μαζί σου κατά τη διάρκεια της αφήγησης;

Όχι, δεν είναι γαρνιτούρα. Δεν είναι δηλαδή «βάλαμε και λίγη μουσικούλα να υπάρχει». Συμμετέχουν κανονικά στην παράσταση. Τα βίντεο και η μουσική πολλές φορές μου απαντούν, με εκθέτουν, με διακόπτουν, με σαμποτάρουν.

Μοιάζει περισσότερο με ζωντανή κουβέντα με τον εαυτό μου όλο αυτό και λιγότερο με κάποιον που απλώς κρατάει ένα μικρόφωνο επί μιάμιση ώρα.

Και στη ζωή μας έτσι γίνεται. Πάντα θα υπάρχει μια εικόνα, ένα τραγούδι ή μια ανάμνηση που θα πετάγεται σε ανύποπτο χρόνο και θα σε γυρίζει εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα.

-Παρατηρείς και σχολιάζεις την ελληνική καθημερινότητα εδώ και δεκαετίες. Ποιο είναι το πιο σουρεαλιστικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας που παραμένει αναλλοίωτο όσα χρόνια κι αν περάσουν;

Η ανοησία. Το ότι κάτι το έχεις κάνει χίλιες φορές, ξέρεις πως δεν λειτουργεί, ξέρεις πού θα καταλήξει, κι όμως το ξανακάνεις.

Σαν να ζούμε μέσα σε ένα ανέκδοτο που το ακούμε συνέχεια, αλλά κάθε φορά ελπίζουμε ότι θα αλλάξει το τέλος του. Ο μικρός Τοτός μεγάλωσε, αλλά δεν άλλαξε ποτέ. Απλώς τώρα έχει social media, άποψη για τα πάντα και σύνδεση στο ίντερνετ.

-Αν η ζωή σου μέχρι τώρα ήταν μια βαλίτσα, ποιο είναι το μοναδικό αντικείμενο ή η ανάμνηση που δεν θα έβγαζες ποτέ από μέσα, όσα χρόνια κι αν περνούσαν;

Σίγουρα ό,τι με πόνεσε. Παράξενο ακούγεται, αλλά αυτά είναι που κάνουν τελικά το γέλιο πιο δυνατό και πιο καθαρό.

Οι ωραίες στιγμές σε ξεκουράζουν. Οι δύσκολες όμως είναι αυτές που σε αλλάζουν, σε μαλακώνουν, σε κάνουν να βλέπεις αλλιώς τους ανθρώπους και τον εαυτό σου.

Νομίζω πως χωρίς τις πληγές μας, το χιούμορ θα ήταν απλώς ατάκες. Δεν θα είχε αλήθεια μέσα του.

Υγ.: Η παράσταση είναι ίσως ό,τι πιο αστείο θα σου έχει συμβεί, γιατί κάπου εκεί πάνω στη σκηνή θα δεις τον εαυτό σου. Θα δεις τον πατέρα σου, τη μάνα σου, την οικογένειά σου.

Και ίσως, για πρώτη φορά, τα παιδιά σου να καταλάβουν γιατί η μαμά και ο μπαμπάς είναι έτσι

Και θα τολμήσω να πω πως είναι μια παράσταση που δίνει απαντήσεις … θα μου πεις ποιος ρώτησε ….

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια