Στην Αργεντινή, όπως σε πολλές χώρες που λατρεύουν το ποδόσφαιρο, χώρες με βαθιές κοινωνικές διαφορές, η βία μεταξύ συμμοριών είναι κομμάτι του ποδοσφαίρου, μέρος αυτού που ο Αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες ονόμασε «ιδέα υπεροχής». Ο Μπόρχες αδυνατούσε να διαχωρίσει την κουλτούρα του οπαδισμού από το ίδιο το παιχνίδι, αφού κάποτε δήλωσε ότι «το ποδόσφαιρο είναι δημοφιλές επειδή η βλακεία είναι δημοφιλής», γράφει το openculture.
Όπως γράφει ο Shaj Mathew στο New Republic, ο συγγραφέας συνέδεσε την μανία του ποδοσφαιρόφιλου με το μαζικό ζήλο του φασισμού και του δογματικού εθνικισμού. «Ο εθνικισμός», έγραψε, «επιτρέπει μόνο επιβεβαιώσεις. Κάθε δόγμα που απορρίπτει την αμφιβολία και την άρνηση, είναι μια μορφή φανατισμού και βλακείας». Οι εθνικές ομάδες ποδοσφαίρου και οι αστέρες ποδοσφαιριστές γίνονται συχνά τα εργαλεία των αυταρχικών καθεστώτων που «εκμεταλλεύονται τον δεσμό που μοιράζονται οι οπαδοί με τις εθνικές τους ομάδες για να κερδίσουν τη λαϊκή υποστήριξη. Αυτό φοβόταν ο Μπόρχες και δυσανασχετούσε».
https://giphy.com/gifs/fifa-uR7zVTqMCAVU6pNPej
Το μίσος του Μπόρχες για το ποδόσφαιρο είναι επίσης ενδεικτικό του γνωστού πολιτιστικού ελιτισμού του (παρά τον ρομαντισμό με τον οποίον έβλεπε τη ζωή της κατώτερης τάξης). Εκτός από το πανάκριβο Παγκόσμιο Κύπελλο, η ταξική δυναμική του οπαδού του ποδοσφαίρου στις περισσότερες χώρες εκτός από τις ΗΠΑ είναι αρκετά απλή. Ο συντάκτης του New Republic, Foer, το συνόψισε συνοπτικά: «Σε κάθε άλλο μέρος του κόσμου, η κοινωνιολογία του ποδοσφαίρου ποικίλλει ελάχιστα: είναι κτήμα της εργατικής τάξης». Η αντιστροφή αυτού του διαχωρισμού στις ΗΠΑ, εξηγεί την περιφρόνηση των Αμερικανών για το άθλημα και για τους ελιτιστές ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές ειδικότερα, αν και αυτή η συμπεριφορά φαίνεται να αλλάζει. Αν ο Μπόρχες ήταν Αμερικανός θα είχε παρόμοια πράγματα να πει για το NFL, το NBA, το NHL ή το NASCAR.
https://giphy.com/gifs/fifa-bI1874j7N0h26OwLBa
Παρ’ όλα αυτά, ο Μπόρχες δεν έκανε μόνο παράπονα. Έγραψε μια ιστορία μαζί με τον στενό του φίλο και συνεργάτη Adolfo Bioy Casares με τίτλο «Esse Est Percipi». Εκεί λέει ότι το ποδόσφαιρο «έχει πάψει να είναι άθλημα και έχει μπει στη σφαίρα του θεάματος. Η αναπαράσταση του αθλήματος έχει αντικαταστήσει το ίδιο το άθλημα». Τα στάδια γεμίζουν, ενώ οι αγώνες παίζονται από «έναν και μόνο άνδρα που μιλάει στο μικρόφωνο ή από ηθοποιούς με φανέλες μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες». Ο πληθυσμός παρακολουθεί «ανύπαρκτα παιχνίδια από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο χωρίς να αμφισβητεί τίποτα».
Η ιστορία εξηγεί την κριτική του Μπόρχες για το ποδόσφαιρο ως μέρος μιας μαζικής κουλτούρας που «αφήνει τον εαυτό της ανοιχτό στη δημαγωγία και τη χειραγώγηση». Πέρα από τους σνομπισμούς του ίδιου του Μπόρχες, η κριτική του για το ποδόσφαιρό ως θέαμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η εκμετάλλευση της λαϊκής κουλτούρας από τις πολιτικές δυνάμεις μοιάζει ακόμα, όπως άλλωστε ήταν και στην εποχή του, απόλυτα υγιής.
