Το μωβ μπορεί να είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα χρώματα στην εποχή μας, αλλά στην αρχαιότητα δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Όπως εξηγεί ο YouTuber Garrett Ryan, στο νέο του βίντεο στο κανάλι Told in Stone, τότε, πολύ πριν την εφεύρεση των συνθετικών βαφών, η ανθρωπότητα έπαιρνε όλα τα χρώματα από τη φύση, και κάποιες από αυτές τις φυσικές πηγές ήταν πολύ πιο σπάνιες και δύσκολα προσβάσιμες από άλλες. Για να παραχθεί το περίφημο «Τυριακό μωβ» χρειαζόταν βλέννα από θαλάσσια σαλιγκάρια. Και όχι από οποιαδήποτε σαλιγκάρια: μόνο τρία είδη, γνωστά ως murex, ήταν κατάλληλα, λέει το openculture.
Αυτό το συγκεκριμένο μωβ «ήταν σχεδόν άφθαρτο στο πλύσιμο και στις καιρικές συνθήκες», σε αντίθεση με τις φυτικές βαφές που χρησιμοποιούνταν συνήθως στην αρχαιότητα. Ίσως αυτό να ενέπνευσε τον μύθο ότι το ανακάλυψε ο ίδιος ο Ηρακλής.
Αν και η συνταγή του δεν έχει αναπαραχθεί με ακρίβεια στη σύγχρονη εποχή, η παρασκευή του φαίνεται ότι απαιτούσε σχεδόν «ηράκλεια» προσπάθεια: κάθε παρτίδα δέκα χιλιάδων σαλιγκαριών παρήγαγε μόλις ένα γραμμάριο βαφής. Ακόμη και οι Ρωμαίοι συγκλητικοί είχαν μόνο μία μωβ ρίγα στις τόγες τους. Ολόκληρο μωβ ένδυμα επιτρεπόταν μόνο στους στρατηγούς που πετύχαιναν μια σημαντική νίκη και στους αυτοκράτορες. Σε ορισμένες περιόδους, όπως επί Νέρωνα, το μωβ απαγορευόταν εντελώς στον απλό λαό.
Όχι ότι οι περισσότεροι θα μπορούσαν να το αγοράσουν. «Στην κλασική Αθήνα, ένας μωβ μανδύας κόστιζε τρεις μνες, δηλαδή 300 δραχμές, όταν μια τετραμελής οικογένεια μπορούσε να ζήσει άνετα για έναν χρόνο με 200», εξηγεί ο Ryan. «Το καλύτερο μωβ ύφασμα άξιζε όσο το βάρος του σε ασήμι, και ένα ιδιαίτερα πολυτελές ένδυμα μπορούσε να κοστίσει δύο τάλαντα, δηλαδή 12.000 δραχμές». Επί Αυγούστου, όταν οι λεγεωνάριοι του αυτοκρατορικού στρατού κέρδιζαν 900 σηστέρτιους τον χρόνο, «ένας μανδύας δεύτερης κατηγορίας μωβ» μπορούσε να πουληθεί για 10.000.


Στα ελληνικά τα σαλιγκάρια αυτά λέγονται πορφυρές, εξ ου και το πορφυρό χρώμα, που ήταν πράγματι πανάκριβο.