Του Γιώργου Σωτηριάδη
Κάπως διαφορετικό φαίνεται να είναι αυτό το καλοκαίρι στο Βερολίνο. Καθώς η νέα κυβέρνηση προσπαθεί να βρει το ρυθμό της, πολίτες και παρατηρητές ανυπομονούν να δουν αν θα τα καταφέρει να βγάλει τη χώρα από το τέλμα της αναποφασιστικότητας και της φοβικότητας στο οποίο βρίσκεται εδώ και χρόνια.
Μια αναγκαία αναδρομή: η προηγούμενη κυβέρνηση που αποτελούνταν από Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινους και Φιλελεύθερους έχοντας αρχίσει με τις καλύτερες προθέσεις δεν κατάφερε να κάνει μια σύνθεση των πολιτικών της προτεραιοτήτων και σε συνδυασμό με το μετριότατο πολιτικό προσωπικό της κατέρρευσε πριν το τέλος της θητείας της. Στο μεταξύ η ακροδεξιά του ΑfD, της λεγόμενης εναλλακτικής για τη Γερμανία (sic!) έφτασε να είναι δεύτερο κόμμα σε όλες τις δημοσκοπήσεις μετά από τους Χριστιανοδημοκράτες του CDU. Στο μεταξύ το AfD μετακινήθηκε σε ακόμα πιο ακραίες θέσεις. Ο λόγος του είναι, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις τέτοιων κομμάτων, μονοθεματικός (κατά των μεταναστών, των προσφύγων και των ξένων / όλοι το ίδιο και όλοι κακοί, της «woke κουλτούρας» κτλ.) και φαίνεται να μετατοπίζει το σύνολο του πολιτικού mainstream προς τα δεξιά.
Οι εκλογές του Φεβρουαρίου επιβεβαίωσαν τα παραπάνω προγνωστικά βγάζοντας πρώτους τους χριστιανοδημοκράτες του Friedrich Merz με διαφορά μικρότερη από 2% από την ακροδεξιά. Δεδομένου του γερμανικού παρελθόντος αυτό ισοδυναμεί με έναν πολιτικό σεισμό. Το αδιέξοδο στο οποίο περιήλθε το πολιτικό σύστημα αποτυπώνεται στο γεγονός ότι μόνο μια πλειοψηφική κυβέρνηση ήταν δυνατή (αν λάβουμε υπόψη μας ότι όλα το κόμματα αποκλείουν οποιαδήποτε συνεργασία με την ακροδεξιά): η σύμπραξη των χριστιανοδημοκρατών με τους σοσιαλδημοκράτες (περίπου σαν να λέμε Νέα Δημοκρατία και ΠαΣοΚ).
Γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια τακτικισμών, αυτά τα δύο κόμματα κατάφεραν να συνεννοηθούν και να συντάξουν το λεγόμενο συμβόλαιο συνεργασίας (στη Γερμανία σε αντίθεση με την Ελλάδα κάθε σύμπραξη κομμάτων σε μια κυβέρνηση βασίζεται σε ένα τέτοιο «συμβόλαιο» το οποίο καλείται η εκάστοτε κυβέρνηση να εφαρμόσει). Ο επόμενος λοιπόν πολιτικός σεισμός έγινε εκεί: Μεταξύ άλλων ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός με τη σύμπραξη των Πρασίνων, πριν καν δηλαδή ορκιστεί η κυβέρνηση, αποφασίζει δύο θεμελιώδεις αλλαγές: 1) μια συνταγματική αλλαγή ώστε τα χρέη για την άμυνα να μην υπόκεινται στο λεγόμενο φρένο χρέους, και άρα να μπορεί η κυβέρνηση να αναλάβει χρέη χωρίς περιορισμούς (380 δις ευρώ μέχρι το 2029 αλλά γενικά «whatever it takes» και 2) ένα ειδικό ταμείο 500 δις για έργα υποδομών. Η νέα πλειοψηφία αποφασίζει να δει κατάματα την πραγματικότητα και να δράσει ανάλογα: Τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα με την αποχώρηση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και την επιθετικότητα της Ρωσίας απαιτούν ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Και η συντηρητική πολιτική αποφυγής χρεών «whatever it takes» των χρόνων της Μέρκελ οδήγησε σε μια σταδιακή κατάρρευση όλων των υποδομών της χώρας (αυτοκινητόδρομοι, τρένα, γέφυρες, σχολεία, δημόσιες υπηρεσίες κτλ.) που είναι τόσο απαραίτητες και για την οικονομική ευημερία αλλά και για την καθημερινή ποιότητα ζωής.
Αυτό λοιπόν είναι το πλαίσιο στο οποίο κινείται η νέα κυβέρνηση. Σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και μετά την σαφώς άτολμη πολιτική του προηγούμενου καγκελάριου, η νέα κυβέρνηση είναι πολύ πιο ενεργή και φαίνεται να θέλει να συνδιαμορφώσει τις καταστάσεις και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναγνωρίζοντας πλέον την ανάγκη ανεξαρτησίας από τις ΗΠΑ. Εκείνο που μένει να φανεί είναι αν αυτή η πολιτική στροφή και εγκατάλειψη των αγκυλώσεων του παρελθόντος γίνεται με την απαραίτητη ταχύτητα ώστε να είναι αποτελεσματική. Τα πολλαπλά μέτωπα που έχει να αντιμετωπίσει (ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ανυπόφορη κατάσταση στη Γάζα αλλά και η τόσο ειδική σχέση Γερμανίας-Ισραήλ, η αποσύνδεση από τις ΗΠΑ κτλ.) σίγουρα δυσκολεύουν αυτήν την προσπάθεια.
Σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής αντίθετα τα πρώτα δείγματα γραφής είναι κάπως αμφίσημα: Στην πολιτική μετανάστευσης κλείνοντας το μάτι στους ψηφοφόρους του ΑfD η κυβέρνηση επέβαλε μονομερώς συνοριακούς ελέγχους: ακόμα και αν δεχθούμε ότι με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκε η είσοδος κάποιων προσφύγων, στην ουσία αυτή η απόφαση ακυρώνει όλη την ευρωπαϊκή λογική των ανοικτών συνόρων εντός Schengen και οδηγεί σε αλυσιδωτές αντιδράσεις των γειτονικών χωρών (όπως της Πολωνίας που επίσης επέβαλε ελέγχους). Βy the way: τα ποσοστά του ΑfD παραμένουν και μετά αυτά τα μέτρα το ίδιο υψηλά.
Μεγάλο στοίχημα (μάλλον μεγάλη μάχη θα ταίριαζε περισσότερο να πούμε) είναι η υλοποίηση του ταμείου υποδομών καθώς οι διάφορες υπηρεσίες που θα αναλάβουν μαζί με την ιδιωτική οικονομία τον εκσυγχρονισμό αυτών των υποδομών είναι αργές, αναποτελεσματικές και ιδιαίτερα ακριβές. Ένας από τους (πολλούς) λόγους π.χ. που το στεγαστικό όπως και σε όλη την Ευρώπη εξελίσσεται σε ένα από τα κεντρικά κοινωνικά ζητήματα είναι οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης αλλά και γενικότερα μια δαιδαλώδης γραφειοκρατία. Κάποιες πρώτες κινήσεις, π.χ. η εισαγωγή των λεγόμενων «turbo διαδικασιών» και η υπόσχεση της ψηφιοποίησης υπηρεσιών του δημοσίου φαίνεται να δίνουν κάποιες ελπίδες. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για μια ενεργητική επενδυτική πολιτική ενίσχυσης του οικονομικού τομέα υψηλής τεχνολογίας, π.χ. βιοτεχνολογίας, τεχνητής νοημοσύνης κτλ., αν και δεν είμαι σίγουρος αν σε αυτόν το τομέα θα ήταν πιο αποτελεσματικές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Στην κοινωνική πολιτική φαίνεται να μπαίνει στο μικροσκόπιο η πολιτική επιδομάτων, ίσως όχι πάντα χωρίς λόγο αλλά με μια διχαστική ρητορική από την πλευρά του CDU. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πολιτική ταυτοτήτων και μειονοτήτων (βλέπε π.χ. τη δήλωση του καγκελάριου για την LGBT-κοινότητα ως τσίρκο). Αυτά τα θέματα μπορούν στο μέλλον να αποτελέσουν σημαντικά σημεία τριβής εντός του κυβερνητικού συνασπισμού.
Η νέα κυβέρνηση σίγουρα έκανε μια θαρραλέα στροφή στην αμυντική πολιτική και στην πολιτική ασφάλειας, παίρνοντας αποστάσεις από γερμανικά ιδεολογήματα του παρελθόντος (π.χ. σχετικά με μια ισχυρή οικονομία χωρίς αμυντική ικανότητα ή μια απόλυτη ταύτιση με τα αμερικανικά συμφέροντα). Εντυπωσιακό είναι και το πέρασμα σε μια «προχωρημένη» πολιτική χρέους- δεν το λες και λίγο όταν αυτό γίνεται από ένα κόμμα που είχε κάνει τη δημοσιονομική πειθαρχία σημαία την προηγούμενη δεκαετία. Ως τώρα επίσης έχουν αποφευχθεί εξαντλητικές δημόσιες διχογνωμίες μεταξύ μελών της κυβέρνησης, που τόσο είχε κουράσει τη δημοσιότητα στη διάρκεια της προηγούμενης κυβέρνησης. Αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς η ψυχολογία στη χώρα ήταν πολύ κακή, ίσως και χειρότερη της πραγματικής κατάστασης και των αριθμών. Πέρα λοιπόν από τα μεγαλεπήβολα πρότζεκτς και τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις ίσως θα είχε νόημα η κυβέρνηση να αναλάβει και κάποιες διορθωτικές πρωτοβουλίες μικρότερου βεληνεκούς ώστε να βελτιωθεί λίγο η γενική διάθεση και στην οικονομία αλλά και σε όλον το κόσμο. Γιατί ωραίες και σημαντικές οι μεγαλόπνοες στρατηγικές αλλά φαίνεται ότι στην παρούσα φάση η αλλαγή κλίματος μπορεί να αναστρέψει την πορεία του εκλογικού σώματος προς την ακροδεξιά.
Σίγουρο είναι ένα: για να συνεχίσει η χώρα να ευημερεί σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον πρέπει να επαναπροσδιορίσει ολόκληρο το κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο της που βασιζόταν σε πολλές εξαγωγές, φθηνή ενέργεια, ελάχιστες αμυντικές δαπάνες. Θα φανεί αν αυτή η κυβέρνηση έχει το πολιτικό θάρρος ή θα χαθεί σε ατέρμονες συζητήσεις και παζάρια μεταξύ των εταίρων όπως η προηγούμενη.
