σε

H άνοδος -και η περαιτέρω άνοδος- των ηχητικών ντοκιμαντέρ

Από το ραδιόφωνο μέχρι τα podcast, ο κόσμος των ντοκιμαντέρ φτιάχτηκε (και) για να ακούγεται

ηχητικών ντοκιμαντέρ

*Το κείμενο «H άνοδος -και η περαιτέρω άνοδος- των ηχητικών ντοκιμαντέρ» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον Ακατάλογο του 24ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (2022), κατόπιν ανάθεσης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Οι εκδόσεις του Φεστιβάλ διατίθενται στο e-shop του οργανισμού και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία.

Η πρώτη φορά που άκουσα ηχητικό ντοκιμαντέρ ήταν λίγο μετά τα μέσα των ‘90s, όταν, ζώντας στην Αγγλία, κόλλησα με τα ραδιο-ντοκιμαντέρ του Radio 4 στο BBC.

Ένας νέος ηχητικός κόσμος ξεδιπλώθηκε στα αυτιά μου. Τα ηχητικά ντοκιμαντέρ -στα οποία το BBC είχε παράδοση για δεκαετίες- είχαν μια διαφορετική μαγεία, κι ας μη μπορούσες να δεις τίποτα απ’ όσα αναφέρονταν. Μπορεί να ήταν για τους πίνακες του Ρενουάρ ή για τις ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς, κι όμως χάρη στο μοντάζ δεν σου έλειπε τίποτα. Όταν δεν υπάρχει εικόνα αναγκαστικά εστιάζεις αλλού και ο ήχος γίνεται το κλειδί για την «ανάγνωση» ενός θέματος. Προσέχεις τα γεγονότα, κι όχι τις εικόνες.

Ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ καλύπτει ένα θέμα σε βάθος από μία ή περισσότερες οπτικές γωνίες, συχνά με συνεντεύξεις, σχόλια και ηχητικές εικόνες. Μπορεί να περιλαμβάνει πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις και ήχο ή μπορεί να μοιάζει με το παραδοσιακό δημοσιογραφικό ραδιοφωνικό ρεπορτάζ, αλλά να καλύπτει ένα θέμα σε μεγαλύτερο βάθος, έχοντας και μεγαλύτερη διάρκεια.

Μπορεί σήμερα, χάρη στα podcast, τα ηχητικά ντοκιμαντέρ να ξαναγνωρίζουν άνθηση, όμως αρχικά δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ότι τέτοια προγράμματα θα μπορούσαν να σταθούν. Οι πρώτες δειλές προσπάθειες είχαν λιγότερα κοινά με τον κινηματογράφο και περισσότερα με τα βιβλία. Οι παρουσιαστές διάβαζαν απλώς άρθρα από εφημερίδες.

Όμως η εξέλιξη της τεχνολογίας έδωσε την ευκαιρία σε δημιουργούς να αναπτύξουν διαφορετικά στυλ.

Το ξεκίνημα

Τη δεκαετία του 1930, ο εμβληματικός ραδιοσταθμός WNYC της Νέας Υόρκης (το δημόσιο ραδιόφωνο της πόλης που πάντα έβαζε ψηλά τον πήχη της ποιότητας) άρχισε να βγαίνει απ’ τα στούντιο. Οι ρεπόρτερ του άρχισαν να καταγράφουν πραγματικούς ανθρώπους και ιστορίες της καθημερινότητας μέσω σύντομων επιτόπιων συνεντεύξεων. Μέσα στην ίδια δεκαετία, με την τηλεόραση στα πολύ πρώτα της βήματα, ο ήχος μετέφερε τις ειδήσεις στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, αξιοποιώντας και στοιχεία του ντοκιμαντέρ με ακατέργαστες ηχογραφήσεις γεγονότων, όπως ήταν η καταστροφή του Hindenburg το 1937. Τα ηχητικά ντοκουμέντα απ’ όσα έγιναν κατά (αλλά και μετά) τη συντριβή του επιβατικού αερόπλοιου που έλαβε χώρα στις 6 Μαΐου 1937 στο Νιού Τζέρσι, καθήλωσαν τους ακροατές. Προς τα τέλη της ίδιας δεκαετίας το CBS ανταποκρίθηκε στις αυξανόμενες ανησυχίες για τη μετανάστευση στις ΗΠΑ με μια σειρά ντοκιμαντέρ που κράτησε έξι ολόκληρους μήνες με τίτλο “Americans All…Immigrants All”, στην οποία ακούστηκαν δεκάδες συγκλονιστικές αλλά και εμψυχωτικές ιστορίες μεταναστών.

Όμως κάτι έλειπε ακόμα. Οι τεχνολογικοί περιορισμοί ήταν πολλοί, με μεγαλύτερο τον εξής: Δεν υπήρχαν ακόμη φορητά μαγνητόφωνα.

Η σημαντικότερη στιγμή στην εξέλιξη των ραδιοφωνικών ντοκιμαντέρ, ήταν η εμφάνιση των φορητών συσκευών εγγραφής ήχου. Όπως γράφει ο David Suisman στο Smithsonian Folkways Magazine, ήταν το 1945, όταν ο αρχειοθέτης ήχου και ραδιοφωνικός παραγωγός, Tony Schwartz άρχισε να χρησιμοποιεί φορητό εξοπλισμό εγγραφής ήχου για να συλλέγει τους ήχους της γειτονιάς του στη Νέα Υόρκη. Αρχικά δεν ήξερε τι θα τους έκανε, σύντομα όμως άρχισε να τους μοιράζεται στη ραδιοφωνική εκπομπή του στον WNYC.

Οι εκπομπές του κράτησαν 30 χρόνια και μεγάλωσαν σε διάρκεια για να συμπεριλάβουν τους ήχους της καθημερινής ζωής που του έστελναν άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο. Αυτή η «πατέντα» με τα ηχογραφημένα ηχητικά αποσπάσματα από την αληθινή ζωή, θα παρέμενε σταθερό κομμάτι των ηχητικών ντοκιμαντέρ.

Το 1946, μια από τις πιο κομβικές εξελίξεις στη διάδοση και τη διαμόρφωση του ραδιοφωνικού ντοκιμαντέρ, υπήρξε η δημιουργία του CBS Documentary Unit. Ο Matthew Ehrich γράφει στο βιβλίο του Radio Utopia: Postwar Audio Documentary in the Public Interest πως η μονάδα ντοκιμαντέρ του CBS υπήρξε πρωτοποριακή για τις ΗΠΑ, καθώς ήταν «αφιερωμένη αποκλειστικά στην παραγωγή προγραμμάτων που αφορούσαν σημαντικά εγχώρια και διεθνή ζητήματα και περιλάμβαναν έρευνα και προετοιμασία». Το περιεχόμενο παρέκκλινε από το είδος των προγραμμάτων που ζητούσαν οι διαφημιστές και το στυλ παρέκκλινε από όσα είχαν συνηθίσει να ακούνε οι ακροατές. Κι όμως πέτυχε.

Το στυλ του CBS υιοθετήθηκε από τα δίκτυα ABC και NBC. Περιλάμβανε εκτενείς συνεντεύξεις με την παρουσίαση πολλών πλευρών ενός ζητήματος, τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και, ενίοτε, εκκλήσεις για δράση. Τα ντοκιμαντέρ μεταδίδονταν σε ώρες αιχμής και προκαλούσαν πολλές συζητήσεις. Παραδείγματα αυτών των πρώτων ολοκληρωμένων ντοκιμαντέρ είναι το The Empty Noose που μεταδόθηκε το 1946 από το CBS, και το V.D., A Conspiracy of Silence του ABC που μεταδόθηκε το 1949 και μιλούσε για την (φαινομενική) έλλειψη ενδιαφέροντος του κοινού για τα αφροδίσια νοσήματα.

Το BBC παράλληλα δημιουργούσε μοναδικά προγράμματα, με έμφαση στα κοινωνικά θέματα. Αλλά και όχι μόνο: Οι δημιουργοί των βρετανικών ντοκιμαντέρ εστίαζαν συχνά σε θέματα τέχνης, ιστορίας αλλά και σε αστυνομικές υποθέσεις φτιάχνοντας το υποείδος των true crime ντοκιμαντέρ που τόσο δημοφιλές είναι πλέον στα podcasts.

Η εκπαιδευτική τους αξία

Το 1971, στις ΗΠΑ ιδρύεται το περίφημο πια National Public Radio (NPR) που σε αντίθεση με τα άλλα ραδιόφωνα δεν ενδιαφερόταν για ακροαματικότητες και διαφημίσεις. Το NPR ξεκίνησε να πειραματίζεται με τη φόρμα, στοχεύοντας εκτός των άλλων στην επιμόρφωση των ακροατών και όχι μόνο στην απλή πληροφόρησή τους. Το ηχητικό ντοκιμαντέρ έγινε ένα εκπαιδευτικό μέσο και προγράμματα όπως το All Things Considered εξερεύνησαν δημιουργικά διαφορετικά στυλ παρουσίασης, παρεκκλίνοντας από το παραδοσιακό στυλ και αξιοποιώντας ανθρώπους που δεν ήταν καν ρεπόρτερ.

Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, το ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ έκανε κάποια δειλά βήματα, κυρίως χάρη στο Τρίτο Πρόγραμμα υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι. Έχοντας ζήσει στις ΗΠΑ, ο Χατζιδάκις θέλησε να προσαρμόσει τα ντοκιμαντέρ στο στυλ της Ελλάδας, ζητώντας από σημαντικούς δημιουργούς να ασχοληθούν με θέματα που τους ενδιέφεραν, κυρίως καλλιτεχνικά, από το ρεμπέτικο μέχρι τις θεατρικές ομάδες της εποχής.

Οι νέες τεχνολογίες

Με την ψηφιακή μετάβαση, τα ηχητικά ντοκιμαντέρ άλλαξαν ποικιλοτρόπως. Ο ήχος είναι καλύτερος, οι τεχνικές δυνατότητες άπειρες και οι ψηφιακές συνδέσεις με οποιοδήποτε σημείο του κόσμου διευκόλυναν τη δημιουργία περιεχομένου. Ταυτόχρονα όμως άλλαξαν και τα μέρη στα οποία μπορεί κανείς να τα ακούσει.

Τα μεγάλα -μη δημόσια- εμπορικά ραδιόφωνα της Αμερικής έχουν εγκαταλείψει εδώ και καιρό το είδος, προτιμώντας το talk-radio -εκπομπές συζήτησης ή ακόμα και μονολόγων-, και οι δημιουργοί ντοκιμαντέρ στράφηκαν στο ίντερνετ.

Αρχικά ανέβαζαν τα ντοκιμαντέρ τους στα σάιτ τους. Ένα απ’ τα σημαντικότερα podcast της πρώτης περιόδου θεωρείται το Daily Source Code του Adam Curry που ξεκίνησε το 2004 και στο οποίο αφηγούνταν την καθημερινότητά του και φιλοξενούσε συζητήσεις.

Με τον καιρό όμως, η τεχνολογία και η άνοδος των podcasts (όταν πολλοί πίστεψαν πως μπορούν να βγουν πολλά χρήματα απ’ αυτά) βοήθησε στη συγκέντρωση όλων τους σε ένα, ας πούμε, μέρος. Οι υπηρεσίες streaming συγκεντρώνουν εκατομμύρια διαθέσιμα podcast και οι ακροατές μπορούν να τα ακούσουν όποια στιγμή θέλουν, ή και να τα αποθηκεύσουν για πιο μετά. Έτσι μπορούν να φτιάξουν μια μεγάλη ηχητική βιβλιοθήκη.

Αν και τα δημοφιλέστερα podcast είναι συνήθως αυτά που έχουν συνεντεύξεις ή μονολόγους του δημιουργού τους, μια χαραμάδα άνοιξε και για τα ηχητικά ντοκιμαντέρ, τα οποία σταδιακά έγιναν όλο και πιο δημοφιλή.

Ένα πρόβλημα βέβαια είναι πως στο ίντερνετ δεν υπάρχουν πια κανόνες και στάνταρ ποιότητας, όπως πχ. αυτά που επέβαλλε στο ραδιόφωνο των ΗΠΑ η FCC, δηλαδή η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών ή, θεωρητικά τουλάχιστον, το ΕΣΡ στην Ελλάδα. Ο καθένας μπορεί να πει ό,τι θέλει στο ντοκιμαντέρ του και μεγαλύτερο κίνδυνο αποτελεί για το δημιουργό να τον «τσακώσουν» για πνευματικά δικαιώματα τραγουδιών παρά για να του κάνουν fact checking.

Πέρα όμως από τυχόν ακρότητες, αυτή η «χωρίς πολλούς κανόνες» ελευθεριότητα άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία και δημοσίευση ντοκιμαντέρ με σημαντικά, σκληρά θέματα τα οποία δεν θα γινόταν δεκτά από μέινστριμ ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς ή εφημερίδες.

Ο καθένας μπορεί να προσπαθήσει να φτιάξει το δικό του ντοκιμαντέρ, κι αυτός είναι ένας εξαιρετικός εκδημοκρατισμός του μέσου. Βέβαια αυτά που αξίζουν και κάνουν επιτυχία είναι συνήθως τα πιο καλοδουλεμένα, και συχνότατα παράγονται από αληθινούς δημοσιογράφους.

Στην Ελλάδα σήμερα

Ένα απ’ τα πρώτα και πιο ενδιαφέροντα στην Ελλάδα ήταν η σειρά podcast «Η Κατηγορούμενη» της Κατερίνας Οικονομάκου που δημοσιεύτηκε το 2018 στο Inside Story, με την εξής περίληψη: «Η Ελένη κρίθηκε ένοχη για την εν ψυχρώ δολοφονία της γιαγιάς της. Eπιμένει από την πρώτη στιγμή ότι είναι αθώα. Ότι είναι θύμα δικαστικής πλάνης. Eίναι πράγματι έτσι; Ακούστε την ιστορία της σε έξι μέρη. Κάθε μέρα δημοσιεύουμε και ένα καινούργιο επεισόδιο.»

Την ίδια περίοδο, τα δικά του ιδιοσυγκρασιακά ντοκιμαντέρ είχε ξεκινήσει στη LIFO ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, ενώ και τα Μικροπράγματα -το podcast με τα ηχητικά ντοκιμαντέρ που επιμελούμαι στο ίδιο σάιτ- έχουν παρουσιάσει αρκετές ιστορίες απ’ το παρελθόν, στο ύφος των ραδιοφωνικών ντοκιμαντέρ.

Το γεγονός όμως πως τα ηχητικά ντοκιμαντέρ δεν μπορούν να «πουληθούν» στους διαφημιζόμενους (καμία μάρκα δεν θα ήθελε να συνδεθεί με το podcast μου, στο οποίο τη μια ασχολούμαι με τον φόνο που έκανε ο Άκης Πάνου, την άλλη με τη σχέση ενός εισαγγελέα με μια τρανσέξουαλ κλπ) απέτρεψε αρκετές πλατφόρμες απ’ το να επενδύσουν σε αυτά. Πολλές φορές επαφίεται στην προσωπική ανάγκη έκφρασης του δημιουργού το να τα φτιάξει, σχεδόν ως χόμπι, όπως στην περίπτωση της Κατερίνας Μπακογιάννη που μέσω του Melon, στις αρχές του 2022 ξεκίνησε να παρουσιάζει μια σειρά έξι επεισοδίων για με τη δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή.

Το γεγονός πως δεν μπορεί να πλουτίσει (ή να ζήσει έστω) κάποιος μόνο με τα ηχητικά ντοκιμαντέρ, αναγκάζει τις πλατφόρμες και τα σάιτ να τα αποκλείουν σε μεγάλο βαθμό (ή και εντελώς).

Είναι κρίμα, γιατί τα ηχητικά ντοκιμαντέρ, αν γίνουν σωστά, μπορούν να βοηθήσουν εξαιρετικά, ακόμα και στην αλλαγή των συνθηκών διαβίωσης. Σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες όπως είναι το Ιράν, η Μαλαισία, η Ινδία (που η τηλεόραση ή το ίντερνετ δεν είναι καθολικά διαθέσιμα) η δημοφιλία των ραδιοφωνικών ντοκιμαντέρ είναι στα ύψη, ακριβώς επειδή μπορούν να αλλάξουν -πρακτικά και χειροπιαστά- ζωές.

Δεν είναι τυχαίο πως όλο και περισσότερο οι πανεπιστημιακές σχολές εντάσσουν την παραγωγή ηχητικών ντοκιμαντέρ στα προγράμματά τους με ξεχωριστά μαθήματα ή ακόμα και με ειδικά τμήματα.

Το λόγο εξηγεί εύστοχα η Σχολή Δημοσιογραφίας του Columbia University: «Στα καλύτερά του, το ηχητικό ντοκιμαντέρ συνδυάζει τη δύναμη και την αμεσότητα των μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ με την οικειότητα και την ποίηση ενός άρθρου του περιοδικού τύπου στο στυλ του New Yorker»

*ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Podcast / Η Σκληρή Αλήθεια για τον Μάρκο Σεφερλή

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
1 Comment
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια
Γράφων
Γράφων
4 χρόνια πριν

Τα ηχητικά ντοκιμαντέρ σου μπορεί αυτόνομα να μην φέρνουν διαφημίσεις όμως είμαι σίγουρος ότι προσθέτουν αξία στον ιστότοπό σου που τα φιλοξενεί. Καίτοι δεν είμαι σύμφωνος πάντα με την οπτική σου γωνία να πω ότι είναι πολύ καλή δουλειά, και αισθητικά και σαν περιεχόμενο, καλύπτοντας ένα κενό στην αγορά. Όπου καλύπτεται κενό στην αγορά αργά ή γρήγορα έρχεται και η κεφαλαιοποίηση, άσχετα αν αυτή δεν είναι απολύτως ανάλογη του επενδεδυμένου κόπου. Εγώ σαν φανατικός των ντοκιμαντέρ, και των ηχητικών, θα πω ότι είναι η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που τα ΜΜΕ στην Ελλάδα συμπεριφέρονται αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει ένα… Διαβάστε περισσότερα »