Η γειτονιά του Γιώργου Καραμίχου είναι στου Ψυρρή. Τον συναντάω εκεί. Θέλει να πιει ένα απολαυστικό κρύο τσάι. Τον ρωτάω πώς είναι. «Θες τη σύντομη εκδοχή ή την εκτενή;», με ρωτάει σοβαρά. Ο Γιώργος Καραμίχος είναι αποφασισμένος να ξεμπερδεύει με την τοξικότητα, επιλέγει προσεκτικά τις συνεργασίες του, θέλει να αφοσιώνεται σε ένα project τη φορά, θέλει ασφάλεια. Να μπορεί να εμπιστευτεί συνεργάτες. Διαγνώστηκε με καρκίνο τυχαία, πέρασε μια περιπέτεια στο fast forward, έκανε μερικές συνειδητοποιήσεις και είναι καλά. Δηλαδή όσο καλά μπορεί να είναι ένα μέλος αυτής της κοινωνίας στο σήμερα, στο τώρα. Του είναι αδύνατο να διαχωρίσει τη δική του κατάσταση στο σήμερα από εκείνη των ανθρώπων που είδαν τις περιουσίες τους να χάνονται στις λάσπες. Τον ρωτάω «τι ζούμε;» και γελάμε, αλλά πιστεύει πως βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου. Καταλάβατε ποια εκδοχή επέλεξα.
«Ναι, είναι πολεμική η κατάσταση. Είτε το πάρουμε σε νούμερα, είτε σε εικόνες, αισθήσεις, το φυσικό σώμα και το συναισθηματικό σώμα υποφέρουν με όλα αυτά τα συναισθήματα φόβου, θυμού, απώλειας, πένθους και γενικότερης κατάθλιψης. Είμαστε ένα έθνος σε βαθιά κατάθλιψη. Αρνούμαστε να αναλάβουμε ευθύνη και το νοητικό σώμα τρελαίνεται, γιατί δεν βγαίνουν τα κουκιά», λέει. «Δεν υπάρχει και φως στο τούνελ, γιατί πολιτικά ζούμε σε μια κατάσταση που υπάρχει μόνο μια γραμμή. Δεν υπάρχει αντιπολίτευση».
Ένα έθνος σε κατάθλιψη
Η συνέντευξή μας έγινε μετά τον πρώτο γύρο των εσωκομματικών εκλογών του ΣΥΡΙΖΑ. Τα ονόματα Κασσελάκης και Αχτσιόγλου ήταν παντού. Η αξιωματική αντιπολίτευση ήταν στο spotlight μετά από πέντε οκνηρά χρόνια. Άκουγες να συζητιέται ο μετά-Αλέξη Τσίπρα ΣΥΡΙΖΑ σε διπλανά τραπέζια, σε κομμωτήρια, λεωφορεία, γραφεία και breaks για τσιγάραμ δίπλα σε γλάστρες και τασάκια. «Η αντιπολίτευση παρέδωσε ηνία εδώ και καιρό», λέει ο Γιώργος. «Υπήρξε μια αχνή ελπίδα ότι αυτή η δύναμη που αποτελεί αντιπολίτευση, θα συνάσπιζε δυνάμεις, γιατί έχει και στον τίτλο της τη λέξη Συνασπισμός, αλλά βλέπεις και πάλι πολιτικάντηδες να τρώγονται. Οι μεν με μια ξύλινη γλώσσα, οι δε με μια αδαή γλώσσα, που δεν ξέρεις πού θα βγάλει. Και λες, αν οι μεν που ξέρετε την πολιτική, οι δε που δεν ξέρετε την πολιτική, αλλά έχετε και προσφέρετε ένα όνειρο, δεν ενώσετε τις δυνάμεις σας τώρα που η κατάσταση είναι πολεμική, αν δεν συνασπιστείτε, θα χαθεί η μπάλα».
Η Κασσελακειάδα ήταν στα high της εκείνες τις μέρες. Ρεπόρτερς κυνηγούσαν τον soon to be νέο Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ έξω από γυμναστήρια και καφετέριες. Τον Γιώργο Καραμίχο δεν τον σόκαρε ιδιαίτερα η lifestyle χρυσόσκονη σε ένα πολιτικό θέμα, είτε αυτή πασπαλίστηκε για υποτιμητικούς λόγους είτε με προθέσεις μαρκετίστικου μπουσταρίσματος. Πιστεύει πως η Ελλάδα έχει δημοσιογράφους που κάνουν εξαιρετική δουλειά, μόνο που δεν είναι εκείνοι που προβάλλονται και που «πουλάνε».
«Γιατί είμαστε σε κατάθλιψη. Είμαστε ένα κράτος που δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του. Βλέπεις ότι βγαίνει ένας πολιτικός και ζητάει συγγνώμη, παραιτείται και μετά τρέχει υποψήφιος.
«Έχει γίνει και εκπαίδευση του κοινού σε αυτό εδώ και 30 χρόνια, μέσα από τα ιδιωτικά κυρίως κανάλια, αυτοί που πουλάνε, είναι εκείνοι που είναι βαθιά σαρκοφαγικοί. Αυτά που θα πουλήσουν είναι αυτά που απαγορευόταν να δούμε στην τηλεόραση μέχρι τα 80s παρά μόνο μετά από κάποια ώρα. Αυτά τώρα τα βλέπουμε μέρα μεσημέρι. Οι άνθρωποι με την μπριζόλα στο στόμα βλέπουν ανθρώπους στην τηλεόραση να αναπαριστούν τις πιο βίαιες εικόνες που δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα υπάρξουν. Τώρα τις ζουν», τονίζει.
Το τελευταίο διάστημα στην τηλεόραση έχουμε δει περισσότερες σκηνές βίας από ποτέ και όχι στη μυθοπλασία που ξυπνά πολύ αργά από τη χειμερία νάρκη. Ανθρώπους να ρίχνονται στη δίνη της προπέλας πλοίων, τρένα να συγκρούονται αφήνοντας νεκρούς, ολόκληρα γεωγραφικά διαμερίσματα να καίγονται, αυτόκλητους συνοριοφύλακες να στοιβάζουν μετανάστες σε τρέιλερ. «Κανείς δεν κάνει μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν και να σκεφτεί γιατί οι αρχαίοι Έλληνες απαγορευόταν να δείξουν βία επί σκηνής. Σίγουρα όχι επειδή δεν τη ζούσαν. Τη ζούσαν. Ο Αισχύλος είχε σφάξει ουκ ολίγους. Γιατί απαγορευόταν; Γιατί ήταν ο χρυσός αιώνας; Γιατί άνθισε ο πολιτισμός; Γιατί το Me Too και όλα αυτά ξεκίνησαν από κοινωνίες που ένα στάνταρ σεβασμού άρχισαν να το διαθέτουν; Απέχουν παρασάγγας από το να το εφαρμόσουν 100%, αλλά άρχισαν να αντιμετωπίζουν τα δικαιώματα σαν αυτονόητη προέκταση της ανθρώπινης φύσης. Αυτό που ζούμε είναι πάρα πολύ άγριο. Πότε ξανά στην ιστορία επετράπησαν τέτοιες εικόνες; Στη ρωμαϊκή εποχή, όταν το αρχαίο θέατρο έγινε αρένα. Στον Μεσαίωνα εξαπλώθηκε και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Ελλάδα δεν πέρασε τον Μεσαίωνα όπως θα έπρεπε, και συνεχίζουμε να τον ζούμε ακόμα», λέει έντονα ο Γιώργος περιγράφοντας όλη τη βία που καταναλώνουμε, ακόμα και αν η τηλεόραση παίζει στο backround της καθημερινότητας, έστω και στο mute, σαν μια οικεία, καλοδεχούμενη φασαρία.
Τον ρωτάω γιατί είμαστε σε άρνηση οι Έλληνες. «Γιατί είμαστε σε κατάθλιψη. Είμαστε ένα κράτος που δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του. Βλέπεις ότι βγαίνει ένας πολιτικός και ζητάει συγγνώμη, παραιτείται και μετά τρέχει υποψήφιος. Σε μια νορμάλ χώρα, όταν μιλάμε για τέτοια εγκληματική ενέργεια, πρώτα βρίσκεις τους υπεύθυνους μέχρι και τον τελευταίο και μετά παραιτείσαι. Λες θα παραιτηθώ αφότου λύσω. Αυτή είναι μια ευθύνη σπουδαία. Αυτό δεν απαιτήθηκε από κανέναν», τονίζει σχετικά με το έγκλημα στο Blue Horizon. «Όταν δεν δημεύεται η περιουσία ενός ανθρώπου που παραδέχεται δημοσίως “mea culpa”, αναρωτιέσαι γιατί συνεχίζει να παίρνει αυτός άνθρωπος χρήματα που δεν θα πάρει ποτέ ο μέσος Έλληνας; Επίσης, η Εκκλησία πού είναι; Δεν βοηθάει μια εικόνα, βοηθάει η πίστη, αλλά αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε ένα σπίτι, ένα βρακί να βάλουμε. Εμείς μια ζωή ανέκαθεν στην Ελλάδα είμαστε βρακί δεν έχει ο κώλος μας, γαρύφαλλο στ’ αυτί. Και αφού είναι έτσι γιατί είναι η Εκκλησία ακόμα συνδεδεμένη με το Κράτος; Γιατί είμαστε ακόμα «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια»; Και σέβομαι πολύ όλους τους Πατέρες εκεί στο Άγιον Όρος», τονίζει σχετικά με το χάος που άφησε η κακοκαιρία Daniel. Παραδόξως τη στιγμή της απομαγνητοφώνησης άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στο Βόλο, μετά από νέα κακοκαιρία. Το «παραδόξως» μάλλον είναι ειρωνεία.
Η απενοχοποίηση της τηλεόρασης
Η ζωή του τον τελευταίο χρόνο, περιλαμβάνει έναν νέο ρόλο: αυτόν του παρουσιαστή. Βέβαια, μου δίνει την εντύπωση πως κάποια στιγμή σταμάτησε να βλέπει το «Πες τη Λέξη», που προβάλλεται τα Σαββατοκύριακα στην ΕΡΤ, με στενούς, επαγγελματικούς όρους και πλέον είναι το playground του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που δεχόταν πρόταση για παρουσίαση εκπομπής, ωστόσο η έξυπνη απόφαση του παραγωγού του να του δώσει μια γεύση από την ισπανική βερσιόν του παιχνιδιού ήταν αρκετή για να βγει τελικά από το comfort zone μιας τηλεοπτικής έκθεσης που δεν θα περιλάμβανε έναν ρόλο, ένα «πνεύμα» που καθοδηγεί τέλος πάντων αόρατα τη διαδικασία. «Όταν ξεκίνησα τα πρώτα γυρίσματα ένιωθα φρικτά. Ένιωθα ενοχές, σαν να προδίδω κάτι. Αναρωτιόμουν πώς θα είναι όταν θα γίνεται χαμός στην Ελλάδα, να παίζονται εκπομπές και εγώ να κάνω τον γλυκούλη. Ευτυχώς η ΕΡΤ είναι πολύ προσεκτική σε αυτό, αλλά εγώ δεν το ήξερα πριν και ένιωθα άσχημα, σαν να έχω πουλήσει την ψυχή μου στον διάβολο. Τη δεύτερη μέρα, λοιπόν, και ενώ είμαι κουρασμένος, έχοντας κάνει τέσσερα επεισόδια σερί, σκέφτηκα: γιατί νιώθω άσχημα; Μου αρέσουν τα παιχνίδια με παρέα και εκεί παίζω με παρέα. Μου αρέσουν οι γνώσεις και είναι ένα παιχνίδι που μαθαίνω πράγματα κάθε μέρα. Μου αρέσει η ταχύτητα και είναι παιχνίδι που παίζει με τον χρόνο. Μου αρέσει ό,τι τεστάρει τη μνήμη, οι προκλήσεις, η παρατηρητικότητα και αυτά είναι στοιχεία του παιχνιδιού. Οπότε δεν έχω λόγο να νιώθω άσχημα για κάτι που μου δίνει χαρά και κάνει τον κόσμο να περνάει καλά. Εστίασα σε εμένα και όχι στο τι μπορεί να σκεφτούν οι άλλοι για εμένα, που πάντα είναι στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Αυτό με αποενοχοποίησε», περιγράφει. «Έχουμε φτάσει φέτος στη δεύτερη σεζόν και περνάμε υπέροχα».
Σύντομα θα τον δούμε στη σειρά “Έρημη Χώρα” της ΕΡΤ σε σενάριο-σκηνοθεσία Γιώργου Γκικαπέππα, την οποία χαρακτηρίζει καταπληκτική δουλειά, τονίζοντας πως αντιμετωπίζει αυστηρότητα τις δουλειές που συμμετέχει, ενώ ετοιμάζεται να σκηνοθετήσει για πρώτη φορά την παράσταση “Ευγένιος” του Φρανκ Μακγκίνες, που θα παίζεται τα Δευτερότριτα στο Θέατρο Χορν με τη συμμετοχή των Σμαράγδα Σμυρναίου, Εβελίνα Αραπίδη και Τάκη Σακελαρίου, την οποία είχε μεταφράσει πριν 15 χρόνια, αλλά το timing δεν ευνόησε το project. Την επόμενη θεατρική σεζόν θα συμμετέχει σε ένα θεατρικό της Γεωργία Πιερρουτσάκου, και ακόμα αναφέρει συχνά πως η αγαπημένη του τηλεοπτική δουλειά ήταν το “Μια Νύχτα του Αυγούστου“, μια σειρά της οποία ολόκληρη η πλοκή υφάνθηκε γύρω από μια γυναικοκτονία. Δεν πιστεύει πως μιλάμε αρκετά για αυτό ή πιο σωστά, δεν κάνουμε τίποτα άλλο πέραν του απλώς να μιλάμε για αυτό. «Ζούμε την επανάσταση των social media. Επειδή ο καθένας θα ανεβάσει κάτι θεωρεί ότι έκανε τη δουλειά του. Αυτός που το έχει ανεβάσει μπορεί να ξέρει ότι απέναντι υπάρχει μια οικογένεια με βία. Μπορεί να βλέπει μια γυναίκα που κακοποιείται, αλλά δεν θα πάρει ένα τηλέφωνο να καταγγείλει».
«Υπάρχει φόβος και πρέπει να εκλείψει αυτός ο φόβος. Παλιά, όταν μιλούσα ανοιχτά για τη γειτονιά εδώ, την πλατεία Θεάτρου, η μάνα μου τρόμαζε. Μου έλεγε «παιδί μου, του παλικαρά η μάνα κλαίει». Γιατί μιλούσα ανοιχτά, σε εκείνη την περίοδο που είχε πέσει η περιοχή, για να ξανανέβει τώρα με το gentrification, για εκείνες τις κοπέλες που βιάζονταν για να γίνουν πόρνες. Έβλεπα το αυτοκίνητο του δημάρχου να περνάει ανάμεσα από αυτές τις κοπέλες, τις ανήλικες, και κανείς δεν έκανε τίποτα», περιγράφει.
Φεύγοντας από τη Βέροια με τη γνώση πως δεν θα επιστρέψει ποτέ
Φεύγοντας από τη Βέροια στα 17 και κάτι, ο Γιώργος Καραμίχος δεν είχε ιδέα πως κάποια στιγμή θα κατέληγε να κάνει διεθνείς συνεργασίες ως ηθοποιός. Το μόνο που ήξερε και βίωνε σαν πένθος ήταν πως δεν θα επέστρεφε ποτέ. «Είναι πολύ άγρια η επαρχία. Η παροιμία που λέει «κακό χωριό τα λίγα σπίτια» είναι αλήθεια. Είναι άγρια. Δεν είναι τυχαίο που αγωνίζομαι τόσο για τα ζώα. Έχω δει άγριες εικόνες. Έχω δει να αφήνουν κουτάβια σε καφάσια στον ήλιο για να ξεραθούν. Να ξερνάει το αυλάκι που είχαμε παραδίπλα σακούλες πλαστικές με σκυλιά και γατιά. Να ζητάνε από τα παιδιά να βρουν διαφορετικούς τρόπους για το πώς θα σκοτώσουν τα κουτάβια και τα γατιά που γεννήθηκαν. Να χτυπάνε τα ζώα», περιγράφει.
Ένιωθα ο περίεργος
«Δεν τα έχω κάνει αυτά ποτέ. Αλλά αυτό ακριβώς με έκανε να νιώθω περίεργα. Ένιωθα ο περίεργος. Αυτός που δεν σφάζει. Την κουβαλούσα χρόνια αυτή την ταμπέλα, του περίεργου. Ότι προδίδω. Λύθηκε με πολλή θεραπεία – ψυχοθεραπεία, ψυχανάλυση και ανατολικές κυρίως θεραπευτικές τεχνικές για να φύγει η ρετσινιά και να καταλάβω πως ό,τι είναι «περίεργο» για κάποιους, σε έναν άλλο τομέα, σε έναν άλλο χώρο είναι το minimum φυσιολογικό».
Δεν ένιωσε ποτέ φόβο στην Αθήνα. «Για εμένα η μεγάλη απόσταση ήταν να πάω από τη Βέροια στην Κέρκυρα, στις πρώτες μου σπουδές, 17 μισό. Ένιωθα το πένθος ότι ήξερα πως δεν θα γυρίσω ποτέ στον τόπο μου. Ανυπομονούσα να φύγω και όχι επειδή δεν αγαπάω την οικογένειά μου και τον τόπο μου. Μου λείπουν πάρα πολύ. Μου λείπουν τα πουρνάρια και τα παλιούρια στο χωριό μου. Μου λείπει πολύ η φύση και οι μυρωδιές. Δεν μου λείπει καθόλου το ψέμα, η υποκρισία, το ότι ακόμα και την αρρώστια σου πρέπει να την κρύψεις. Δεν μου λείπει το να ξέρω πως λίγο να ξεχωρίσεις, υπάρχει κίνδυνος, απειλή. Δεν μου λείπει το ότι το διαφορετικό αποτελεί κίνδυνο».
Επιμένω στη λέξη φόβος. Έχω την αίσθηση ότι την έχει αναφέρει συχνά τον τελευταίο καιρό. Το παραδέχεται. Διαπιστώνει πως μάλλον τώρα έχει γίνει πιο συνειδητός. «Πέρασα έναν πολύ μεγάλο, αντικειμενικό φόβο πρόσφατα. Πολλές φορές έχω περάσει φόβο στη ζωή μου, αλλά τώρα συνειδητοποίησα πως ήρθε ένα πολύ καθαρό, συμπαγές κομμάτι φόβου, να μου δείξει τους φόβους με τους οποίους μεγάλωσα. Και έρχεται και δικαιώνεται η ποίηση, η Κικίτσα μας πάλι, «οι φόβοι από εδώ και πέρα».
Όταν το σώμα λέει “όχι”
Την άνοιξη διαγνώστηκε με καρκίνο. «Όλα έγιναν πολύ απότομα», μου λέει. «Ήμουν προετοιμασμένος για όλα. Ρεαλιστικά», παραδέχεται. Αφέθηκε να κλάψει μόνο όταν βγήκαν τα αποτελέσματα της βιοψίας και ήξερε με τι έχει να κάνει, τι θα αντιμετωπίσει. Εκείνες τις μέρες τις χαρακτηρίζει “survival mode”. Στο νοσοκομείο είχε την κόρη του δίπλα του, καλούς φίλους, «τους ανθρώπους του», αλλά και ανθρώπους μέσα από το νοσοκομείο που τον στήριξαν. Στην εντατική τον έσωσε ο «φίλος» του ο Πλάτωνας. «Είχα πάρει τον “Φαίδρο” και το ημερολόγιό μου για να γράφω και να ζωγραφίζω. Συνειδητοποίησα πως μέσα στον “Φαίδρο”, ο Πλάτωνας μιλάει πολύ για κακοποίηση. Δεν το είχα προσέξει και τώρα το συνειδητοποίησα, γιατί όπως λέει και ο Νίτσε, ακούμε μόνο ό,τι καταλαβαίνουμε. Λέει, λοιπόν, σε ένα σημείο «υπάρχουν και αυτοί οι εραστές που αρέσκονται στο να σε μειώνουν και εκεί πέφτεις στην ψευδαίσθηση του έρωτος, νομίζεις ότι σε αγαπάνε» και όχι μόνο στον ερωτικό τομέα, αλλά και στον φιλικό και στον οικογενειακό. Με λίγα λόγια περιέγραφε το gaslighting, και όλα του τα στάδια, που στην αρχή δέχεσαι love bombing και μετά «τρελαίνεσαι». Και αναρωτιόμουν, τώρα στην εντατική πρέπει να μου συμβαίνει αυτό; Που ακούω ανθρώπους να ξεψυχούν; Και εκεί συνειδητοποίησα ότι έχω μεγαλώσει με φόβους.»
Είναι δύσκολο να τα βάζεις με ένα φάντασμα
Ο Γιώργος διάβασε αρκετά για τον καρκίνο και με έναν τρόπο ήρθε αντιμέτωπος και με δικές του αρνήσεις. «Διαβάζοντας για τον καρκίνο του πνεύμονα, διαπίστωσα, ότι μεταξύ άλλων, έχει να κάνει με τον φόβο που μεταφράζεται σε θυμό. Έχει να κάνει με καταπιεσμένο θυμό. Στην αρχή είχα άρνηση, αλλά κατάλαβα ότι ήταν τόσο καλά καλυμμένος ο θυμός μου. Συνοδευόταν πάντα από μια απειλή. Και έπειτα διαβάζω σε ένα βιβλίο, το “Όταν το Σώμα Λέει Όχι” του Gabor Mate, στην περιγραφή του καρκίνου του πνεύμονα, πως είναι αποτέλεσμα καταπιεσμένου θυμού στο 100% των ανθρώπων που έχουν μελετήσει και σε όλες τις περιπτώσεις ο θυμός προερχόταν από απειλή. Γιατί καταπιέζεις τον θυμό σου και δεν τον εκφράζεις; Γιατί κάτι απειλείται. Και αν μιλήσεις, αν αντιδράσεις, θα το χάσεις», περιγράφει.
Του ρωτάω αν ήταν έτοιμος να μην πάνε όλα καλά, προειδοποιώντας πως θα είναι άκομψη η ερώτηση και μάλλον θα τη μετανιώσω. «Έχω μια μικρή προκατάληψη τώρα στο να πω ναι. Γιατί φοβάμαι πως αν πω ναι, μπορεί να φύγω αύριο», απαντάει και γελάμε, όπως γελάει κανείς με τις άφιλτρα ανθρώπινες εκφάνσεις του.
Τελικά αποφασίζει. «Δεν ήμουν έτοιμος, γιατί δεν έχω χορτάσει τα παιδιά μου και ούτε εκείνα με έχουν χορτάσει. Δεν ήθελα να τα αφήσω με αυτό το βάρος. Είναι δύσκολο να τα βάζεις με ένα φάντασμα.»






