*ταμπελάκι «Κατερίνα»
Η Κατερίνα με τη μπλε στολή φοράει κάθε μέρα στη δουλειά το ταμπελάκι που αναγράφει το ονοματεπώνυμό της. Εργάζεται σε γνωστό ξενοδοχείο της πόλης, όχι από τα grande αν και αυτό παραμένει κάθε μέρα το όνειρό της και παρά την πρόσφατη θέση της στη reception καταλήγει να κάνει ταυτόχρονα πολλά άλλα πράγματα μαζί. Πηγαίνει η ίδια το καφέ στο Manager, στις πολύ πρωινές βάρδιες πιάνει συζήτηση με την κ. Μαίρη και τη βοηθάει στα σεντόνια, μιλάει με Αθήνα για την οργάνωση συνεδρίων και αντικαθιστά πολλές φορές τη Βιργινία στη κουζίνα και στο σερβίρισμα. Δεν παραπονιέται, αλλά να, τα μεγάλα ξενοδοχεία ήταν από μικρή το όνειρό της. Άλλωστε, τελείωσε με άριστα τη Διοίκηση Επιχειρήσεων και τη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων. Στο διάλειμμά της χαζεύει λογαριασμούς ξενοδοχειακών συγκροτημάτων στο Instagram. “Αύριο γιορτάζω”, μου φωνάζει από μακριά, “ευχήσου του χρόνου τέτοια μέρα να σου στέλνω κάρτα από Plaza”, καθώς μου δείχνει το ταμπελάκι της.
*η δεύτερη ευκαιρία της κ. Σταυρούλας
«Όταν πέθανε ο άντρας μου, Μαθηματικός στο επάγγελμα, βυθίστηκα στο πένθος, δεν υπήρχε πια ζωή για μένα. Είχα τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου, δεν παραπονιέμαι. Ένα βράδυ ο γιος μου, μού είπε «Μαμά, θα ξαναγραφτείς στο σχολείο, θα πάρεις το Απολυτήριο Γυμνασίου, είναι η δεύτερη ευκαιρία σου».
«Έκλαιγα για μέρες, από μικρή το είχα απωθημένο, το έφερα βαρέως που δεν το είχα. Παντρεύτηκα μικρή, είχε προτεραιότητα ο σύζυγος να σπουδάσει, άλλες εποχές. Τώρα, είμαι μια άλλη. Πήρα το απολυτήριο από το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας και συνεχίζω στο ΕΠΑΛ. Μπορεί να δώσω και Πανελλήνιες. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έκανα κάτι για μένα».
*συνεντεύξεις Τύπου και τυροπιτάκια
Οι συνεντεύξεις Τύπου της πόλης μας έχουν κάτι από ημιμάθεια, βαρεμάρα και μια μόνιμη πείνα. Δημοσιογράφοι, ίδιες φάτσες κάθε φορά, με πολύ ελεύθερο χρόνο, διορισμένοι είτε στη τοπική τηλεόραση ή στην ΕΡΤ3 καταφθάνουν, κουτσομπολεύουν, μιλούν πάντα για λεφτά που τους καθυστέρησαν, δεν κάνουν ποτέ ερωτήσεις αλλά ενισχύουν με κολακευτικά σχόλια τις δημόσιες σχέσεις τους και μετά πέφτουν σ’ ένα μπουφέ με τυποπιτάκια τόσο λαίμαργοι και απωθητικοί. Μια φορά ο κ. Αλέξανδρος μου εκμυστηρεύτηκε, «Είμαι στα 66, 30 χρόνια και βάλε σε μεγάλες εφημερίδες της πόλης, συνεργασίες με Αθήνα, τους ξέρω όλους αυτούς, αυτοί ίσως όχι, γιατί δεν φωτογραφίζομαι μαζί τους, δεν τους συμπαθώ και πάντα βρίσκω κάτι δύσκολο να ρωτάω στις συνεντεύξεις Τύπου. Έρχομαι πια από συνήθεια, κάθομαι πίσω και τους παρατηρώ, με λυπούνται και τους λυπάμαι».
*δημοτικές και κρασιά
Η παρέα συναντήθηκε λίγο μετά τις 20:00, Πέμπτη βραδάκι μετά τη δουλειά. Όλοι πεινασμένοι, νυσταγμένοι, λίγο μετά τα 30. «Ρε πώς αλλάζουν οι εποχές, χασμουριόμαστε από τις 20:00», πετάχτηκε ο Άρης, «Το χειρότερο είναι ότι κοιμόμαστε από τις 20:00», συνέχισε ο Γιώργος και κοιτούσαν τον κατάλογο. Τα κορίτσια έπιασαν τη συζήτηση και κοιτούσαν για κρασάκι. «Κυρ- Γιάννη με χίλια, ρε παιδιά, τιμής ένεκεν σε μια εποχή που κλείνει και ποιος ξέρει τι μας περιμένει, στην υγειά του δημοκρατικότερου και πολυπολιτισμικότερου δημάρχου», άναψε τη συζήτηση η δημοσιογράφος της παρέας για να τη συμπληρώσει η Μαργαρίτα «και του πιο αθυρόστομου, γιατί μπορεί». «Ας καλωσορίσουμε το «κρυμμένο χαρτί» του Μαξίμου και ας αντέξουμε την υποψηφιότητα της Νοτοπούλου που ψήνεται», ανήγγειλε την είδηση ο Γιάννης, αφήνοντας το κράνος του. «Στην υγειά του δήμου με τις πιο fail υποψηφιότητες, η μια χειρότερη από της άλλη», «Στην υγειά του πιο μιασμένου δήμου».
*πλησιάζουν γιορτές;
Η στ’ δημοτικού ανέλαβε δράση, θα πουλούσαν τα φετινά ημερολόγια και μαζί με τα χρήματα από το χριστουγεννιάτικο bazaar θα πήγαιναν το πολυπόθητο ταξίδι τους. Αγόρια και κορίτσια χωρίστηκαν σε ομάδες και μετά το σχολείο ξεχύθηκαν στις γειτονιές κρατώντας την κούτα με τα ημερολόγια. Παρά την κρίση, οι περισσότεροι αγόραζαν. Λίγο πριν ξεπουλήσουν, με καμιά 10 ημερολόγια που ξέμειναν, μια μικρή ομάδα δυναμικών κοριτσιών, αυτομόλησε. Η Δήμητρα, η Ηλιάνα, η Αθηνά και η Αναστασία είχαν κιόλας πάρει την απόφαση. Τα χρήματα από τα τελευταία ημερολόγια θα τα πρόσφεραν στην Ιουλία που έμενε σ’ ένα υπόγειο που ζεσταινόταν με σόμπα μαζί με τη γιαγιά της. Έτσι έπρεπε. Πλησιάζουν γιορτές, άλλωστε.

