Όταν οι έξι έφηβοι Sione, Stephen, Kolo, David, Luke και Mano διασώθηκαν από το απομακρυσμένο νησί ‘Ata της Τόνγκα, όπου είχαν ναυαγήσει, είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν μια κοινότητα εντελώς διαφορετική από εκείνη του βιβλίου Lord of the Flies του William Golding. Έχτισαν μια μόνιμη φωτιά που έκαιγε συνεχώς, αποθήκευαν το νερό της βροχής σε κουφάλες δέντρων, έφτιαξαν μια αυτοσχέδια κιθάρα από ένα κομμάτι ξύλο, έπιαναν άγριες κότες και καλλιεργούσαν έναν κήπο. Τραγουδούσαν και προσεύχονταν μαζί κάθε μέρα για 15 μήνες, μέχρι που τους εντόπισε τυχαία το 1966 ένας Αυστραλός καπετάνιος που περνούσε από το νησί, γράφει το mymodernmet.
Τα έξι αγόρια ήταν όλα μαθητές του καθολικού οικοτροφείου St. Andrews στη Nuku‘alofa, την πρωτεύουσα της Τόνγκα. Είχαν κουραστεί από την καθημερινότητα, κι έτσι σχεδίασαν να αποδράσουν. Ήθελαν να ταξιδέψουν μέχρι τα Fiji ή ακόμα και τη Νέα Ζηλανδία, εκατοντάδες μίλια μακριά από το νησί τους.
Οι προετοιμασίες ήταν ελάχιστες. Πήραν μαζί τους δύο τσουβάλια μπανάνες, μερικές καρύδες και ένα μικρό γκαζάκι. Επειδή κανείς τους δεν είχε βάρκα, αποφάσισαν να «δανειστούν» μία από τον ψαρά Taniela Uhila, τον οποίο δεν συμπαθούσαν. Όταν έπεσε το σκοτάδι, επιβιβάστηκαν στη βάρκα και ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Όμως τη νύχτα ξέσπασε θύελλα, καταστρέφοντας το σκοινί της άγκυρας, το πανί και το τιμόνι του σκάφους.
«Παρασυρθήκαμε για οκτώ μέρες», λέει ο Mano στον Rutger Bregman, που έγραψε βιβλίο για την εμπειρία τους. «Χωρίς φαγητό. Χωρίς νερό.» Τελικά, έφτασαν στο ‘Ata, ένα απομονωμένο και ακατοίκητο νησί περίπου 160 χιλιόμετρα από τη Nuku‘alofa. Εκεί, αποφάσισαν να επιβιώσουν, επιδεικνύοντας αξιοθαύμαστη υπομονή, συνεργασία και επιμονή. Όταν δεν υπήρχε νερό, έπιναν αίμα από θαλασσοπούλια για να ξεδιψάσουν. Αν υπήρχαν καβγάδες, τους έλυναν γρήγορα ή έκαναν «διάλειμμα». Μια μέρα, όταν ο Stephen έπεσε και έσπασε το πόδι του, τα άλλα παιδιά του το έδεσαν με κλαδιά και φύλλα.
«Δεν χαιρόμασταν που ήμασταν εκεί», είπε ο Mano σε συνέντευξή του το 2020. «Αν δεν ήξερες που βρισκόσουν και δεν ήξερες αν θα δεις ξανά την οικογένειά σου, δεν θα ήσουν κι εσύ χαρούμενος». Πέρασαν δεκαπέντε μήνες, και στο μεταξύ στην Τόνγκα είχαν ήδη γίνει κηδείες για τα εξαφανισμένα αγόρια. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1966, όμως, η τύχη τους άλλαξε. Ο Peter Warner, Αυστραλός καπετάνιος, παρατήρησε σημάδια καμένων χόρτων στις πλαγιές του ‘Ata, πλησίασε στην ακτή και είδε τα έξι παιδιά που του εξήγησαν ότι είχαν χαθεί.
Όταν επέστρεψαν στην Τόνγκα, τα αγόρια συνελήφθησαν επειδή ο Uhila είχε καταθέσει μήνυση για την κλοπή της βάρκας. Ευτυχώς, ο Warner είχε σχέδιο. Πούλησε τα δικαιώματα της ιστορίας στην Αυστραλία και με τα χρήματα αγόρασε στον Uhila μια καινούργια βάρκα, εξασφαλίζοντας έτσι την αποφυλάκιση των παιδιών. Στη συνέχεια, προσέλαβε τα αγόρια ως πλήρωμα στο νέο του αλιευτικό σκάφος, δίνοντάς τους την ευκαιρία να γνωρίσουν τον κόσμο, που ήταν εξάλλου και ο αρχικός τους στόχος.

