σε ,

Πώς η -κακομαθημένη από την Πολιτεία- Εκκλησία χάνει τη δημοφιλία της εν μέσω πανδημίας

Ο Δρ. Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, Αλέξανδρος Σακελλαρίου, μιλά για την τωρινή στάση της Εκκλησίας σε σχέση με τον κορωνοϊό, και για το πώς κινείται στο κενό στη σχέση της με την κοινωνία

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ//EUROKINISSI

Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Κοινωνιολογία σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου και αναγορεύθηκε διδάκτωρ Κοινωνιολογίας της θρησκείας. Από το 2016 διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ως Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό και από το 2011 εργάζεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως ερευνητής σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα. Έχει διδάξει το μάθημα «Μορφές σύγχρονης θρησκευτικής βίας» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Κοινωνιολογίας) στο πλαίσιο της απόκτησης ακαδημαϊκής εμπειρίας και έχει εκπονήσει μεταδιδακτορική έρευνα με θέμα «Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία» (2020). Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. 

«Η αλήθεια είναι ότι αρχικά αμφιταλαντεύτηκα ως προς το εάν έπρεπε να γράψω ένα βιβλίο αυτού του είδους διότι είναι πολύ πιθανό να μην γίνει αντιληπτό το περιεχόμενό του και να εκληφθεί ως προσβολή, επίθεση στη θρησκεία ή ακόμα και βλασφημία», μου λέει μιλώντας για το νέο και εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο του “Θρησκεία και Πανδημία στην Ελληνική Κοινωνία” που μόλις κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις iWrite στη Σειρά Lux Orbis.

1 3

«Μελετώντας όμως ζητήματα κοινωνιολογίας της θρησκείας εδώ και 15 περίπου χρόνια διαπίστωσα ότι πολλά από τα εργαλεία της εν λόγω προσέγγισης μπορούν να εξηγήσουν αυτά που παρατηρούσαμε να εξελίσσονται μπροστά στα μάτια μας εν μέσω πανδημίας. Την ίδια στιγμή διαπίστωνα ότι η δημόσια συζήτηση για τον ρόλο και τη στάση της Εκκλησίας στην πανδημία του κορωνοϊού ήταν το λιγότερο επιεικής απέναντί της και μακράν της κοινωνικής και κοινωνιολογικής πραγματικότητας. Θέλησα, λοιπόν, να προσπαθήσω μέσω ενός σύντομου δοκιμίου να θέσω ορισμένες κατά τη γνώμη μου βασικές εξηγητικές προτάσεις για τα όσα διαδραματίστηκαν από τον Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο του 2020 και θεωρώ ότι οι πολύ πρόσφατες εξελίξεις με αφορμή τον εορτασμό των Φώτων μάλλον δικαιώνουν την επιλογή μου.»

-Κύριε Σακελλαρίου, πιστεύετε πως βρίσκεται στ’ αλήθεια -εν μέσω πανδημίας- η εκκλησία και η πίστη «εν διωγμώ»; 

Σε καμία περίπτωση δεν τελούν ‘εν διωγμώ’. Πρόκειται για ένα ρητορικό καθ’ υπερβολήν σχήμα που εκπορεύτηκε από τη μεριά της Εκκλησίας και ορισμένων πιστών με σκοπό τη θυματοποίηση της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας γενικότερα. Εκείνο το οποίο μπορεί να υποστηριχθεί είναι ότι η μόνη περιστολή δικαιώματος, και αυτή όχι σε πλήρη έκταση, ήταν της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και όχι της θρησκευτικής ελευθερίας εν γένει ούτε προφανώς της θρησκευτικής συνείδησης.

Πρόκειται θα έλεγα για υπερβολές από τη μεριά εκείνων που έθεσαν αυτό το ζήτημα καθώς οι περιορισμοί δεν τους κατέστησαν λιγότερο Ορθόδοξους ούτε τους στέρησαν κάποιο βασικό αγαθό. Υπέστησαν έναν συγκεκριμένου χρόνου περιορισμό, όπως και πολλά άλλα δικαιώματα (μετακίνησης, συνάθροισης, εκπαίδευσης), εξίσου αν όχι περισσότερο σημαντικά για άλλους ανθρώπους. Ας σημειωθεί δε ότι περιορίστηκαν με τον ίδιο τρόπο όλες οι άλλες θρησκευτικές κοινότητες της χώρας, οπότε για να ευσταθεί ένας αντίστοιχος ισχυρισμός θα έπρεπε να έχουν ευνοηθεί άλλες θρησκευτικές ομάδες και να υφίσταται τα περιοριστικά μέτρα μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η Εκκλησία, συνηθισμένη να μοιράζεται ή έστω να επηρεάζει την πολιτική εξουσία για ζητήματα που θεωρεί ότι την αφορούν, δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι υποβιβάζεται, ότι δεν συνομιλεί μαζί της η Πολιτεία, ότι έστω δεν την συμβουλεύεται.

-Πώς κρίνετε τις αντιδράσεις της Ιεράς Συνόδου στα μέτρα που την αφορούσαν;

ΦΩΤΟ 2
Ο Αλέξανδρου Σακελλαρίου

Οι αντιδράσεις της Ιεράς Συνόδου ήταν υπερβολικές, άκαιρες και θα έλεγα και άστοχες. Όλοι υπέστησαν περιορισμούς, πολλές φορές οριζόντια, αλλά δεν υπήρξε καμία άλλη θρησκευτική κοινότητα που να αντιδράσει με αυτόν τον τρόπο στα επιβαλλόμενα μέτρα. Δεν υπήρξε επίσης και κανένας άλλος θεσμός που να αντιδράσει με παρόμοιο τρόπο, όπως π.χ. τα πανεπιστήμια που αυτοδιοικούνται ή και επιχειρήσεις που πλήττονται οικονομικά.

Η Εκκλησία δια της Ιεράς Συνόδου υπήρξε ο μόνο θεσμός που αντέδρασε τόσο δυναμικά και αυτό οφείλεται στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ κράτους και Εκκλησίας. Η Εκκλησία με άλλα λόγια συνηθισμένη να μοιράζεται ή έστω να επηρεάζει την πολιτική εξουσία για ζητήματα που θεωρεί ότι την αφορούν, από τη διδασκαλία της ιστορίας στο σχολείο μέχρι την εξωτερική πολιτική και τις αστυνομικές ταυτότητες δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι υποβιβάζεται, ότι δεν συνομιλεί μαζί της η Πολιτεία, ότι έστω δεν την συμβουλεύεται. Παραφράζοντας ένα πολύ γνωστό ιστορικό βιβλίο θα έλεγα ότι η Εκκλησία είναι ο κακομαθημένος -από την Πολιτεία- θεσμός της ιστορίας.

-Έχουν πεθάνει πολλοί ιερείς και μητροπολίτες από Κορωνοϊό, κι όμως δεν βλέπουμε να έχει λειτουργήσει αυτό ως μάθημα στους περισσότερους Μητροπολίτες. Γιατί άραγε;

Αυτό κατά την άποψή μου ήταν εν μέρει αναμενόμενο. Η Εκκλησία δεν φημίζεται για την ευκολία με την οποία αλλάζει απόψεις ή πολύ περισσότερο δόγματα, εν αντιθέσει ενδεχομένως με την πολιτική. Εκτός αυτού οι θρησκευτικοί θεσμοί χρειάζονται πάρα πολύ χρόνο προκειμένου να αλλάξουν στάσεις, αντιλήψεις και πεποιθήσεις, ιδίως όταν παρεμβαίνει η επιστήμη και εδώ μπορούμε να φέρουμε στο νου μας το ηλιοκεντρικό σύστημα, τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, κ.λπ. και πόσος χρόνος απαιτήθηκε προκειμένου να γίνουν αυτά αποδεκτά ή έστω να συμβιβαστεί η Εκκλησία με τις νέες εξελίξεις. Θα ήταν αυτο-αναιρετικό να μεταβάλουν τις θέσεις τους ιερείς και Μητροπολίτες που πριν υποστήριζαν ότι ο ιός δεν μεταδίδεται με τη θεία κοινωνία, ή μέσα στους ναούς, ή με το χειροφίλημα στον ιερέα ή το φιλί σε μια εικόνα ή σε κάποια λείψανα.

Με βάση όλες τις έρευνες οι οποίες δείχνουν ότι η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας διαφωνεί κάθετα με τη στάση της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας και σε συνδυασμό με άλλες έρευνες της τελευταίας πενταετίας που δείχνουν σταδιακή απομάκρυνση από τη θρησκεία ιδίως των νεότερων γενεών, αλλά και μια αύξηση της εμπιστοσύνης προς την επιστήμη ή γενικότερα θεσμούς της γνώσης όπως τα πανεπιστήμια, θεωρώ ότι η Εκκλησία δεν έχει αντιληφθεί ότι κινείται στο κενό ως προς τη σχέση της με την κοινωνία.

-Πολύ έχει συζητηθεί ο ρόλος της Θείας Κοινωνίας στη μετάδοση του ιού. Τι πιστεύετε εσεις;

Η θεία κοινωνία αποτελεί ένα από τα πιο θεμελιώδη συστατικά στοιχεία της Ορθόδοξης πίστης και από αυτή την άποψη μπορεί και πρέπει να γίνει σεβαστή. Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα. Η πίστη δεν είναι επιστήμη και το επιχείρημα που προέρχεται από τη μεριά της Εκκλησίας και πολλών πιστών, μεταξύ αυτών και γιατρών, ότι είναι μυστήριο, δεν είναι δυνατόν να επικρατεί στον δημόσιο διάλογο, ιδίως όταν βρισκόμαστε υπό έκτακτες καταστάσεις. Προφανώς είναι αδύνατον να μολύνουμε πειραματικά τη θεία κοινωνία προκειμένου να εξετάσουμε τη μεταδοτικότητά της εν μέσω πανδημίας και οι μέχρι σήμερα έρευνες που έχουν γίνει για άλλα μικρόβια είναι ελάχιστες και αντιφατικές.

Είχαμε όμως πάμπολλα κρούσματα σε πιστούς, ιερείς και Μητροπολίτες. Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι κάποια από αυτά δεν προήλθαν από τη θεία κοινωνία; Πώς γίνεται να συμβουλεύουν οι γιατροί να μην πίνουμε από το ίδιο ποτήρι κρασί με έναν ξένο, αλλά να θεωρούμε λογικό να μοιραζόμαστε τη θεία κοινωνία και μάλιστα από την ίδια λαβίδα; Κατά συνέπεια αυτό που θεωρώ βάσει της λογικής είναι ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα μετάδοσης του ιού μέσω της θείας κοινωνίας και η απάντηση ‘είναι μυστήριο που δεν μολύνεται’ δεν αποτελεί πειστικό επιχείρημα. Οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν εξελίχθηκαν πιστεύοντας σε μυστήρια, αντιθέτως αυτό συνέβη όταν έλυναν τα εμφανιζόμενα ως μυστήρια.

-Μετά απ’ όσα έκανε στην περίοδο της πανδημίας, πιστεύετε πως πλήττεται η Εκκλησία (αλλά και η δημοφιλία της) στο μυαλό των Ελλήνων;

Ναι, είμαι σχεδόν βέβαιος γι’ αυτό. Με βάση όλες τις έρευνες οι οποίες δείχνουν ότι η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας διαφωνεί κάθετα με τη στάση της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας και σε συνδυασμό με άλλες έρευνες της τελευταίας πενταετίας τουλάχιστον που δείχνουν μια σταδιακή απομάκρυνση από τη θρησκεία ιδίως των νεότερων γενεών, αλλά και μια αύξηση της εμπιστοσύνης προς την επιστήμη ή γενικότερα θεσμούς της γνώσης όπως τα πανεπιστήμια, θεωρώ ότι η Εκκλησία δεν έχει αντιληφθεί ότι κινείται στο κενό ως προς τη σχέση της με την κοινωνία. Δεν θα υποστήριζα ότι η ελληνική κοινωνία είναι κοσμική, κάθε άλλο, αλλά θα τολμούσα να διατυπώσω τη θέση ότι αρχίζει και εισέρχεται σε μια διαδικασία εκκοσμίκευσης και η πανδημία ενδέχεται να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία.

-Θέλετε να μας μιλήσετε για την εκκοσμίκευση -μετέωρη την λέτε στο βιβλίο σας- της ελληνικής κοινωνίας;

Η εκκοσμίκευση είναι μια διαδικασία που σε καμία περίπτωση δεν είναι ντετερμινιστική και ευθύγραμμη. Είναι μια διαδικασία και όχι κάποια ιδεολογία ή κάποιο θεωρητικό σχήμα, την οποία οι κοινωνιολόγοι ή άλλοι επιστήμονες παρατηρούν –εάν και σε ποιο βαθμό συντελείται–, τη μελετούν και την καταγράφουν. Από την άλλη μεριά η κοσμικότητα είναι το αποτέλεσμα της εκκοσμίκευσης και αυτό που προκύπτει όταν η διαδικασία έχει κατά κάποιον τρόπο ολοκληρωθεί. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για την κοσμικότητα που διαπιστώνεται για παράδειγμα στο εκπαιδευτικό σύστημα, στο νομικό σύστημα, στην πολιτική και αλλού. Η κοσμικότητα προσδιορίζει μια συνθήκη, μια κατάσταση, που επιδρά στις θρησκευτικές πεποιθήσεις και συμπεριφορές και εμφανίζεται με μια ποικιλία μορφών που εγκαθιδρύουν συγκεκριμένες συνθήκες σε διαφορετικές κοινωνίες και πλαίσια και γι’ αυτό είναι ορθότερο να κάνουμε λόγο για κοσμικότητες στον πληθυντικό ή για κουλτούρες της κοσμικότητας. Σε κάθε περίπτωση, είτε μιλάμε για εκκοσμίκευση είτε για κοσμικότητα ή για κοσμικισμό, δεν πρέπει να δημιουργούνται παρανοήσεις περί διωγμού της θρησκείας και των πιστών της, διότι δυστυχώς επικρατούν αρκετές παρανοήσεις ως προς τι είναι η εκκοσμίκευση.

Ως προς την Ελλάδα ονομάζω την εκκοσμίκευση μετέωρη, διότι αν και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι αφενός στο κρατικό και θεσμικό επίπεδο γίνονται ορισμένα βήματα εκκοσμίκευσης, εκκρεμούν πολλά ακόμα έως ότου μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι το ελληνικό κράτος είναι κοσμικό ή θρησκευτικά ουδέτερο. Αφετέρου σε ατομικό επίπεδο μπορεί να υποστηριχθεί ότι διαπιστώνεται μια τάση κριτικής και απομάκρυνσης σημαντικού αριθμού ανθρώπων σε σύγκριση με το παρελθόν από τη θρησκεία. Ονομάζω την εκκοσμίκευση που παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής, μετέωρη, διότι η πολιτική εξουσία εμφανίζεται διστακτική να την ακολουθήσει και να την εφαρμόσει ως προς τους κρατικούς θεσμούς και το νομικό πλαίσιο, λαμβάνοντας τις όποιες αποφάσεις αφενός υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους σε μια πιθανή σύγκρουση με την Εκκλησία και αφετέρου υπό την πίεση διεθνών οργανισμών και δικαστικών αποφάσεων.

Παρά ταύτα, όλα τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι μάλλον ο φόβος του πολιτικού κόστους δεν είναι υπαρκτός ή τουλάχιστον δεν είναι τόσο μεγάλος όσο θεωρεί η πολιτική εξουσία, καθώς η κοινωνία φαίνεται να είναι δεκτική σε μια ισχυρή εκκοσμίκευση του κράτους και στον επιπλέον περιορισμό της ισχύος της Εκκλησίας σε ποικίλους τομείς (π.χ. χωρισμός κράτους-Εκκλησίας, πλουραλιστικό μάθημα θρησκευτικών, σεξουαλική αγωγή στα σχολεία κ.λπ.). Για τον επιπρόσθετο αυτόν λόγο αποκαλώ την εκκοσμίκευση μετέωρη, διότι αιωρείται μεταξύ μιας σχετικής, αργής οπωσδήποτε, ωρίμανσης της κοινωνίας, στα θέματα της θρησκείας και της εκκοσμίκευσης, και μιας άβουλης και αναποφασιστικής στάσης του κράτους και της πολιτικής εξουσίας, η οποία είναι εμφανέστατη κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού.

 -Απ’ τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια ήταν το Λαϊκισμός και Θρησκεία. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτό;

Αρχικά θα πρέπει να σημειώσω ότι το θέμα του λαϊκισμού στη θρησκεία, ή του θρησκευτικού λαϊκισμού, δεν αποτελεί δική μου διανοητική κατασκευή, αλλά έχει αναπτυχθεί από ικανότερους μελετητές που ασχολούνται με τον λαϊκισμό.

Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά του είναι η συχνή αναφορά στον Λαό, τον οποίον προστατεύει και εκφράζει υποτίθεται η Εκκλησία, και το ανταγωνιστικό δίπολο εμείς και κάποιοι άλλοι που μας εχθρεύονται, τα οποία ήταν σε αρκετές περιπτώσεις εμφανή και στην περίοδο της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων και διατυπώθηκαν τόσο από κληρικούς όσο και από λαϊκούς θεολόγους.

Ο λαός με λ κεφαλαίο αναφέρθηκε πολύ συχνά στις επιστολές που στάλθηκαν είτε από τον Αρχιεπίσκοπο είτε από Μητροπολίτες στον Πρωθυπουργό και σε Υπουργούς, αλλά και στις ανακοινώσεις της Ιεράς Συνόδου από την έναρξη της πανδημίας. Η Εκκλησία με αυτόν τον τρόπο εμφανιζόταν ως ο αυθεντικός εκπρόσωπος της θέλησης του πιστού και «φιλόχριστου Λαού», ο οποίος υποτίθεται βίωνε με οδύνη τα επώδυνα περιοριστικά μέτρα. Εκτός αυτού, με ρητό ή άρρητο τρόπο πάντα εμφανίζονταν κάποιοι οι οποίοι είναι οι «κακοί», αυτοί που επιτίθενται στην Εκκλησία.

Μια ιδιαίτερη μορφή αυτού του είδους θρησκευτικού λαϊκισμού είναι ο συνδυασμός του με ποικίλες συνωμοσιολογικές απόψεις, οι οποίες αναδύονται και ευδοκιμούν σε περιόδους κρίσεων κάθε είδους, όπως έχει καταγραφεί και σε άλλες περιπτώσεις ιστορικά. Κατά την πανδημία πανώλης τον Μεσαίωνα το 1348, για παράδειγμα, ο λαός ψιθύριζε ότι οι Εβραίοι διέδωσαν την πανούκλα που είναι καρπός, όπως κυκλοφορούσε, μιας τερατώδους συνωμοσίας η οποία υποτίθεται ότι γεννήθηκε στο Τολέδο και αποσκοπούσε στην εξολόθρευση των Χριστιανών.

Αυτές οι θεωρίες εντάσσονται ξεκάθαρα σε αυτό που ονομάζεται θρησκευτικός λαϊκισμός, διότι αφενός αξιοποιούν και χρησιμοποιούν συχνά την έννοια «λαός», ελληνικός και Ορθόδοξος πιστός λαός, και αφετέρου κατασκευάζουν το απαραίτητο δίπολο «Εμείς και οι Άλλοι» σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού και διαμάχης που αγγίζει τα όρια της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, όχι μόνο της ιδεολογικής ή πολιτισμικής, αλλά και της φυσικής, καθώς η επικράτηση των εμφανιζόμενων ως σκοτεινών δυνάμεων θα οδηγήσει ακόμα και στον βιολογικό αφανισμό ημών, των καλών, των πιστών, των δυνάμεων του φωτός, σύμφωνα με το εν λόγω μανιχαϊστικό σχήμα.

-Πώς χειρίζονταν συνήθως οι θρησκείες τις πανδημίες; Υπάρχουν διαφορές με την τωρινή;

Οι θρησκείες κατά τη διάρκεια των πανδημιών ή των καταστροφών που οφείλονται σε φυσικά φαινόμενα προσπαθούν αφενός να εξηγήσουν την προέλευσή τους και αφετέρου να καταπραΰνουν τον πόνο και την οδύνη των ανθρώπων. Αυτή η πρακτική ήταν πολύ πιο έντονη σε παλαιότερες εποχές κυρίως λόγω της μη επαρκούς εξέλιξης της επιστήμης, οπότε η εκάστοτε θρησκεία θεωρείτο ότι διέθετε μια ικανοποιητική εξήγηση, π.χ. ως θεομηνία ή ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου κατά παράβαση όμως των νόμων και εντολών του θεού.

Οι διαφορές με την τωρινή πανδημία θεωρώ ότι εντοπίζονται σε δύο κυρίως σημεία τα οποία αφορούν όμως περισσότερο την απήχηση της θρησκείας σε περιόδους πανδημίας. Αφενός η επιστήμη έχει επιτύχει τεράστια άλματα με αποτέλεσμα οι κοινωνίες στην πλειονότητά τους να αναμένουν κάποιες εξηγήσεις, αλλά και λύσεις από τους επιστήμονες και όχι από τους ιερείς. Έχει περάσει πια ανεπιστρεπτί η εποχή των λιτανειών λειψάνων ή εικόνων, που λάμβανε χώρα κατά την πανδημία της πανώλης τον Μεσαίωνα. Για παράδειγμα εκείνη την εποχή κυρίως, αν και πολλές ομάδες είχαν οργανωθεί πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας πανώλης, στις γερμανόφωνες αρχικά χώρες και αργότερα στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες δημιουργήθηκαν οι Μαστιγούμενοι, πιστοί οι οποίοι επισκέπτονταν ομαδικά τις πόλεις τραγουδώντας και αυτο-μαστιγούμενοι προκειμένου να εξευμενίσουν την οργή του θεού.

Αφετέρου πλέον ζούμε, ιδίως στον Δυτικό κόσμο, σε εκκοσμικευμένες κατά βάση κοινωνίες, γεγονός που σε συνδυασμό με την εξέλιξη της επιστήμης θέτει τη θρησκεία στο περιθώριο. Βέβαια, όπως είδαμε και στην Ελλάδα, η θρησκεία δεν μπορεί να πάψει να θέτει στο κέντρο της πρακτικής της την προσευχή προς τον θεό ως θεραπεία ή την πρακτική της θείας κοινωνίας, αλλά εκείνο που παρατηρούμε είναι ότι πλέον οι κοινωνίες και οι πολιτική εξουσία δεν περιμένουν η σωτηρία να έρθει από τον ουρανό.

-Από την έρευνά σας για αυτό το βιβλίο, τι απ’ όσα ανακαλύψατε σας εξέπληξε περισσότερο;

Μελετώντας εδώ και αρκετά χρόνια τις σχέσεις πολιτικής και θρησκείας και κράτους και Εκκλησίας, μάλλον δεν θα ήμουν ειλικρινής εάν ισχυριζόμουν ότι υπήρξε κάτι που με εξέπληξε ιδιαίτερα. Παρά ταύτα, η απόρριψη της στάσης της Εκκλησίας από την κοινωνία σε όλες ανεξαιρέτως τις διαθέσιμες έρευνες, αλλά και η άγνοια περί αυτού από την ίδια την Εκκλησία, χωρίς να με εντυπωσιάζει, μου προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον για το τι μπορεί να συμβεί στο άμεσο ή απώτερο μέλλον ως προς την εκκοσμίκευση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και τη θέση της Εκκλησίας σε σχέση με την πολιτική εξουσία.

*Το βιβλίο «Θρησκεία και Πανδημία στην ελληνική κοινωνία» είναι διαθέσιμο εδώ.