Η Κίρκη Καραλή (η σκηνοθέτης παραστάσεων όπως τα Γκάμπυ, Αυτή η νύχτα μένει, Η Απολογία της Μαρί Κιουρί κ.α) αποφάσισε να μεταφέρει την κλασική Ποντικοπαγίδα της Κρίστι -το μακροβιότερο έργο στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου- στην Ελλάδα των ’90s.
Καθώς η παράσταση παίζεται στο Νέο Ακάδημο τώρα, (σε μια μεγάλη παραγωγή πρωταγωνιστές την Ράνια Οικονομίδου, τη Βαλέρια Κουρούπη, τον Στάθη Σταμουλακάτο, τον Μιχάλη Λεβεντογιάννη, την Τζένη Μπότση, τον Νίκο Πολυδερόπουλο και τον Σήφη Πολυζωίδη), μιλήσαμε γι’ αυτήν αλλά και όχι μόνο…
-Πώς πρωτοήρθες σε επαφή με την Ποντικοπαγίδα;
Αυτή δεν είναι μια ρομαντική ιστορία. Το καλοκαίρι του 2020, μετά από ένα μακρύ διάστημα καραντίνας, αναστολής λειτουργίας των θεάτρων και πολλών αναβολών στα σχέδια των ανθρώπων, καταλαβαίνεις, πως οι θεατρικοί παραγωγοί άλλαζαν συνεχώς τα σχέδιά τους, με την ελπίδα, όταν θα ανοίγαμε, το φθινόπωρο, να καταφέρουν να συγκεντρώσουν τον κόσμο ξανά στις αίθουσες. Μιλούσαμε για διάφορα κείμενα με τον παραγωγό του Νέου Ακάδημου, Δημήτρη Αρχιμανδρίτη, και άκρη δε βρίσκαμε. Αφήστε που τα μέτρα δεν ήταν ακόμη σαφή. Για παράδειγμα, ξέραμε πώς δεν έπρεπε να έχουμε π.χ. κάποιο δίδυμο που να ερωτοτροπεί, γιατί τα φιλιά – προφανώς – θα απαγορεύονταν. Κάποια στιγμή ήρθε στο τραπέζι η “Ποντικοπαγίδα”. Για αλλού πηγαίναμε και αλλού η ζωή μας πήγε…
– Τι σε έκανε να πεις το ναι;
Υπάρχουν πολλές ιστορίες που θα ήθελα να πω, πολλά θεατρικά ή μυθιστορήματα που θα μου άρεσαν στη σκηνή, κι αυτά βρίσκονται πάνω πάνω στη λίστα των επιθυμιών μου. Υπάρχουν κάποια που είναι κάπου στη μέση της λίστας, γιατί είναι μεν όμορφα, αλλά έχουν ανέβει επανειλημμένως. Και υπάρχουν και τα κάτω κάτω, αυτά που παίζονται συνέχεια, ακόμη και κάθε χρόνο. Ε, φαντάσου, ποιο ήταν το τελευταίο στη λίστα..! Όταν όμως, κάποιος επιμένει τόσο πολύ για το τελευταίο έργο της λίστας αυτής και σου λέει “οκ, κάν’ το όπως νομίζεις, φέρ’ το στην ελληνική πραγματικότητα αν θες και με τους ηθοποιούς δεν θα διαφωνήσουμε” (όχι πολύ), τότε το θέμα αποκτά μια ίντριγκα. Υπήρχαν, επίσης, στο παρελθόν, κάποια οικεία μου πρόσωπα που επέμεναν πολύ στο ότι πρέπει να κάνω Αγκάθα Κρίστι. Ήξερα ότι πρόκειται για θεατρική εγγύηση, ότι ο κόσμος αγαπάει τα έργα της και την παρακολουθεί όσο συχνά κι αν ανεβαίνει. Είπα, λοιπόν, να το τολμήσω. Μου φάνηκε αρκετά προκλητικό, σε προσωπικό επίπεδο, να κάνω το τελευταίο έργο αυτής της λίστας.
Τελικά ο παραγωγός δικαιώθηκε, αν σκεφτεί κανείς τη θερμή υποδοχή που είχε ως τώρα.
Αν κάτι κερδίζουμε σήμερα σε σχέση με τα ’90s, είναι πως, επιτέλους, αρχίσαμε να δίνουμε λιγότερη βάση στα υλικά αγαθά. Πιθανότατα η κρίση φταίει γι’ αυτό. Ξεμάθαμε απ’ τα πολλά και είδαμε ότι ζωή γίνεται και με τα λιγότερα.
-Πώς αποφάσισες να διαδραματίζεται στην Ελλάδα των ‘90s;
Πρώτα πρώτα, ως θεατής, μ’ αρέσει τα έργα που δεν έχουν άμεση σχέση με το μέρος και τη στιγμή στα οποία διαδραματίζονται, να έρχονται πιο κοντά μας, χωρίς να απειλούνται η πλοκή, η δομή και οι χαρακτήρες τους. Η Αγκάθα Κρίστι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έγραψε ένα αστυνομικό με στοιχεία κωμωδίας. Δεν θα πείραζε, σκέφτηκα, σε τίποτα, η μεταφορά του στην Ελλάδα. Αλλά θα πείραζε η μεταφορά του στην εποχή των κινητών τηλεφώνων γιατί αυτομάτως θα καταστρεφόταν η πλοκή. Ήρθε, λοιπόν, στην πιο κοντινή στιγμή μας χωρίς αυτά, στα μέσα των ‘90s.

– Έχω μια απορία. Όταν μια παράσταση ξανανεβαίνει μετά από ένα χρόνο, όπως αυτή, η σκηνοθέτης αλλάζει πράγματα; Ή ο σκοπός των προβών είναι να θυμηθούν όλοι πώς ακριβώς την έπαιξαν πέρσι.
Στη δική μας περίπτωση, η παράσταση που ανέβηκε το φθινόπωρο του 2020 και έπαιξε για δύο εβδομάδες, διακόπηκε με το δεύτερο lockdown. Όταν η παραγωγή θέλησε να ανέβει ξανά, τότε έπρεπε να διαφοροποιηθεί ο θίασος, οπότε οι πρόβες έγιναν εξαρχής. Φυσικά πολλά πράγματα είναι ίδια (ο ίδιος άνθρωπος σκηνοθετεί) και πολλά είναι διαφορετικά (άλλοι άνθρωποι παίζουν). Στα μάτια μου είναι εντελώς άλλη παράσταση και δεν μπορώ να τις συγκρίνω.
-Τι ρόλο έπαιξε η Αγγελική Νικολούλη στην έρευνα για την παράσταση;
Στο πρωτότυπο κείμενο της Κρίστι, στις πρώτες σελίδες, γράφει πως ακούγεται απ’ το ραδιόφωνο το αστυνομικό δελτίο. Ψάχνουν για έναν δολοφόνο, δίνουν την περιγραφή του και ζητούν μαρτυρίες απ’ τον τόπο του εγκλήματος. Επειδή ένα απο τα λίγα προγράμματα που παρακολουθώ στην ελληνική τηλεόραση, με συνέπεια, είναι το Φως στο Τούνελ, αμέσως έκανα τον συνειρμό. Κι άρχισα να ψάχνω στο youtube τις πρώτες της εκπομπές για να δω τις αναζητήσεις δολοφόνων και στοιχείων σε εκείνη την περίοδο που με αφορούσε δραματουργικά. Είδα, έπειτα και τα δελτία ειδήσεων της εποχής και, ζήτησα από τη Λιάνα Κανέλλη να μας πει την “είδηση” για το δικό μας τηλεοπτικό δελτίο και απ’ τον Πάνο Σόμπολο για το ραδιοφωνικό μας δελτίο. Οι θεατές μπαίνουν μ’ αυτόν τον τρόπο πολύ γρήγορα στο κλίμα και τους ευχαριστώ πολύ που δέχτηκαν.
-Πάμε λίγο στην παιδική σου ηλικία. Όταν ήσουν μικρή τι ήθελες να γίνεις;
Πρώτα αστροναύτης, μετά βιολόγος (“γενετίστρια”, έλεγα) και στο Λύκειο εγκληματολόγος. Το τελευταίο το θέλω ακόμη. Αλλά θα προτιμούσα απ’ το να δουλεύω για τη ΓΑΔΑ, να δουλεύω για τη Νικολούλη.
-Ως παιδί των ’90s ποια πράγματα (ή και συναισθήματα) νοσταλγείς περισσότερο απ’ την Ελλάδα του τότε; Υπάρχει κάτι που να είναι καλύτερο τώρα;
Νοσταλγώ εκείνο το καλώδιο του τηλεφώνου που το κάναμε σβούρες όταν μιλούσαμε με τις ώρες με τις συμμαθήτριές μου στο τηλέφωνο, τη συλλογή απ’ τις τηλεκάρτες που με κάθε φωτογραφία από κάποιο τουριστικό αξιοθέατο που είχαν επάνω τους έκανα αυτόματη σύνδεση με αυτόν με τον οποίο την είχα μηδενίσει και κάτι ραβασάκια, τόσο πυκνά, που ούτε με τρία μερόνυχτα στο messenger δεν θα μπορούσες να τα προσεγγίσεις νοηματικά. Να, αυτή την πυκνότητα, νομίζω νοσταλγώ. Την λιγότερη σε όγκο πληροφορία, που είχε περισσότερη “δαντέλα”. Ξεφύλλιζα κάποια περιοδικά του ’91, ψάχνοντάς τα στο Μοναστηράκι για την παράσταση, και έβλεπα αφιερώματα σε θέματα, με τέτοιο λόγο, ανάλυση και στιλ, που σήμερα δε βρίσκεις με τίποτα στο ίντερνετ.
Αν κάτι κερδίζουμε σήμερα σε σχέση με τότε, είναι πως, επιτέλους, αρχίσαμε να δίνουμε λιγότερη βάση στα υλικά αγαθά. Πιθανότατα η κρίση φταίει γι’ αυτό. Ξεμάθαμε απ’ τα πολλά και είδαμε ότι ζωή γίνεται και με τα λιγότερα.
-Πώς αγάπησες το θέατρο; Ποιες ήταν οι πρώτες παραστάσεις που είδες και σου έμειναν;
Θυμάμαι να με πηγαίνει η μητέρα μου να βλέπω Τριβιζά και Καλογεροπούλου και να νιώθω δέος, να φοβάμαι, αλλά να μ’ αρέσει και να θέλω κι άλλο. Θυμάμαι, πολύ μικρή, να με πηγαίνει ο πατέρας μου σε παραστάσεις του Φασουλή και να αναρωτιέμαι γιατί οι μεγάλοι προσηλώνονταν τόσο πολύ σε δύο – τρεις ανθρώπους που απλώς μιλάνε, ενώ εγώ νυστάζω. Επίσης, θυμάμαι στο Μέγαρο Μουσικής πόσο με χτυπούσαν κάθε φορά τα “καλά” μου παπούτσια. Θυμάμαι, επίσης, στις παραστάσεις που έκαναν τα μεγάλα παιδιά στο σχολείο, να τα θαυμάζω που δεν ντρέπονταν να εκτεθούν.
Περισσότερο έντονα θυμάμαι, όμως, τις βιντεοκασέτες της Μαίρη Πόπινς και τη Φαντασία. Μου άρεσε ο ρυθμός τους, που είχαν κάτι το σουρεαλιστικό, που είχαν ποίηση, κέφι και ταυτόχρονα κάτι φοβιστικό. Και φυσικά, θυμάμαι, τους Απαράδεκτους. Δεν καταλάβαινα τίποτα, αλλά ήθελα να το βλέπω με μανία.
Πολύ αργότερα, στο τέλος του σχολείου, είδα ένα έργο του Μπέρνχαρντ, στο Τέχνης. Δεν μπορώ να θυμηθώ τον τίτλο, θυμάμαι μόνο τους φωτισμούς της σκηνής. Πάλι το ίδιο πρώτο παιδικό δέος, μαζί μ’ ένα μούδιασμα αυτή τη φορά, σαν κάτι να με είχε ταράξει βαθιά. Είναι αστείο που δε θυμάμαι το έργο. Εκείνο το βράδυ, πάντως, σταματήσα να θέλω τόσο πολύ να γίνω εγκληματολόγος…
-Πότε αποφάσισες ότι θέλεις να γίνεις σκηνοθέτης;
Θυμάμαι πολύ πολύ μικρή να βλέπω κάποια περίεργα όνειρα σε θεατρικές σκηνές. Ήμουν μόνη μου, χωρίς κόσμο. Ήταν συγχρόνως ανατριχιαστικό και φοβιστικό, αλλά μου έδινε την αίσθηση ότι μπορώ να πω και να φτιάξω ό,τι θέλω εκεί μέσα. Κάπως σαν τη μοναξιά του σχοινοβάτη, που λένε. Ενδιαμέσως τα απώθησα. Δεν τα πήγαινα καλά με κανενός είδους έκθεση. Όταν έκανα το υποβολείο στις παραστάσεις του σχολείου (γιατί ντρεπόμουν -μέχρι να ξεντραπώ αργότερα – να ανέβω στη σκηνή), θυμάμαι πως μου έρχονταν πολλές ιδέες γι’ αυτά που συνέβαιναν εκεί πάνω ή πολλές διορθώσεις που θα ήθελα να κάνω, αν είχα το θάρρος να μιλήσω. Και πάλι το απώθησα. Κι ύστερα ήρθε αυτός ο έρημος ο Μπερνχαρντ που δε θυμάμαι…
-Έχω διαβάσει πως είπες ότι θα ήθελες να ξανανεβάσεις κάποτε το «Αυτή η νύχτα μένει» -θα το ήθελα κι εγώ, έχω ακούσει τα καλύτερα λόγια. Μίλησέ μου λίγο γι’ αυτή την παράσταση.
Είναι μια παράσταση που μου άρεσε πολύ και στην οποία θα ήθελα να επιστρέψω. Ξεκίνησε να στήνεται μέσα σ’ ένα πολύ δύσκολο καλοκαίρι, όταν έχασα τον πατέρα μου. Έκανα συνέχεια ραντεβού με παραγωγούς που ο καθένας ήθελε το μακρύ του και το κοντό του, χωρίς καν να έχει διαβάσει το ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, στο οποίο βασιζόταν το έργο. Όλοι μιλούσαν για την πολύ διαφορετική ταινία του Παναγιωτόπουλου. Το βιβλίο του Θάνου, όμως είναι μια διαδρομή στην πραγματική ζωή του, μια αναδρομή στα σκυλάδικα της επαρχίας στη δεκαετία του ’80, με πρόσωπα που όντως υπήρξαν, με περιστατικά που όντως συνέβησαν, με υπόκρουση Διονυσίου, Αγγελόπουλο, Σακελλαρίου, Φλωρινιώτη, Καφάση και Μαρίνο. Η πολύ καλή και δημοφιλής ταινία που ανέφεραν οι παραγωγοί, ήταν κάτι άλλο, είχε ένα εκπληκτικό ερωτικό δίδυμο, με φόντο την Ελλάδα του 2000 και την αριστουργηματική μουσική του Κραουνάκη.
Στο δικό μου το μυαλό, επίσης,, θρυλικό παραμένει και το ομώνυμο τραγούδι, το “Αυτή η νύχτα μένει”, του Στέλιου Καζαντζίδη. Πολλά όμορφα πράγματα συνέβησαν κάτω απ’ τον ίδιο τίτλο, πράγματι. Η δική μας “Νύχτα”, αυτή του Θάνου δηλαδή, που τη μοιράστηκε μαζί μου, ήταν κάτι καινούριο βασισμένο σε κάτι παλιότερο – στις αναμνήσεις της ζωής του.. Μια ματιά απ’ τη δική μας χρονική σκοπιά σε εκείνη την Ελλάδα, την βαθιά μελαγχολική και συγχρόνως, την παράδοξα και φελινικά κεφάτη. (Αυτή τη στιγμή, ξημερώματα, στα Εξάρχεια, ξαφνικά, από κάποιο διαμερίσμα ακούγεται στη διαπασών το “Γκρέμιστα γκρέμιστα”, το οποίο έπαιζε και στην παράστασή μας. Αν αυτό δεν είναι σημάδι, τότε τι είναι;)

-Ποιες άλλες απ’ τις δουλειές σου θα έλεγες πως ξεχωρίζεις;
Τη “Γκάμπυ” – που ήταν εμπνευσμένη απ’ τη ζωή της θρυλικής Γαβριέλλας Ουσάκοβα- και την “Απολογία της Μαρί Κιουρί”. Την πρώτη γιατί είχαμε πολύ έντονα και απενοχοποιημένα την αίσθηση του παιχνιδιού και του αυτοσχεδιασμού μέσα στις πρόβες και τη δεύτερη γιατί ήταν η αφορμή για να έρθω κοντά με την Πέγκυ Τρικαλιώτη, την οποία, πια, αγαπώ πολύ.
– Πεθαίνεις ακόμα να κάνεις σινεμά;
Αντέχω να πεθάνω χωρίς να ξαναδώ ή να ξανακάνω θέατρο ποτέ, αρκεί να βλέπω και να κάνω σινεμά. Να αφήσω τα κόκκαλά μου σ’ ένα μοντάζ για χάρη του. Στο θέατρο, ό,τι και να λέμε, είναι κυρίαρχος ο ηθοποιός – με τα σωστά του και τα λάθη του. Στο σινεμά, ο σκηνοθέτης. Μόνο εκεί μπορεί να πει ακριβώς την ιστορία που θέλει.
-Έχεις κάποια επόμενα σχέδια;
Φοβάμαι πώς αν σου μιλήσω γι’ αυτά, από κάπου ο covid θα κοιτάει και θα γελάει.
– Ποιο είναι το αγαπημένο σου της Αγκάθα Κρίστι, πέρα απ’ την Ποντικοπαγίδα;
Δεν έχω αγαπημένο έργο της Αγκάθα Κρίστι. Το πλέον αγαπημένο πράγμα που σκέφτομαι να πω για την Κρίστι, πέρα απ’ το χιούμορ της, είναι η μουρλή ζωή της. Τα πράγματα που της άρεσαν, τα πράγματα που έκανε, η σχέση με τον άντρα της, η ανεξήγητη εξαφάνισή της για κάποιο διάστημα… Θα ήθελα να κάνω παράσταση για την ίδια. Όχι κάποιο άλλο έργο της.



