Τα γαλλικά since always θεωρούνταν η πιο σέξι γλώσσα στον κόσμο. Σύμφωνα με έρευνα της πλατφόρμας εκμάθησης ξένων γλωσσών Babbel, τα γαλλικά δεν είναι the sexiest πλέον. Την πρώτη θέση έχουν καταλάβει τα ιταλικά. Ναι, σύμφωνα με τη Daily Mail, το κλισέ περί γαλλικών είναι κάπως πασέ. Αλλά θα πείτε, τα γούστα είναι γούστα.
6.000 άνθρωποι από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την Ισπανία και τη Γερμανία ρωτήθηκαν ποιες γλώσσες θεωρούνται “πιο σέξι”, “πιο ρομαντικές” και “πιο παθιασμένες”, με τους περισσότερους να απαντούν τα ιταλικά.
Αφήνουμε εντελώς random gif της Μόνικα Μπελούτσι εδώ:
“Υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά της ιταλικής γλώσσας που μπορεί να συμβάλλουν στην ελκυστικότητά της”, εξήγησε ο καθηγητής γλωσσών του Babbel, Νόελ Γουλφ, μιλώντας στη Daily Mail. “Η άνοδος και η πτώση του τόνου στην ομιλουμένη ιταλική γλώσσα μπορεί να δημιουργήσει μια μουσική ποιότητα, την οποία κάποιοι άνθρωποι βρίσκουν γοητευτική και ελκυστική”, συνέχισε, προσθέτοντας πως “ορισμένα φωνητικά χαρακτηριστικά, όπως η προφορά των ήχων ‘r’ μπορεί να είναι διακριτά στα ιταλικά, τα οποία για πολλούς θεωρούνται γοητευτικά ή ελκυστικά”.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν, επίσης, ότι η γερμανική γλώσσα κέρδισε την “πιο άμεση” γλώσσα και τα βρετανικά αγγλικά την κατηγορία της “πιο ευγενικής” γλώσσας.
Η γλωσσολόγος και καθηγήτρια αντίληψης και παραγωγής λόγου στο Univesity College του Λονδίνου, Πάτι Άντανκ, σημείωσε ότι “οι Άγγλοι ομιλητές έλκονται από τη μελωδία μιας γλώσσας όπως η γαλλική ή η ιταλική”. Πρόσθεσε μάλιστα: “Συγκριτικά, γλώσσες όπως η ταϊλανδέζικη ή μανδαρινική μπορεί να ακούγονται σκληρές επειδή χρησιμοποιούν τονικές διακρίσεις. Ακούγεται πολύ αφύσικο και απροσδόκητο”.
Η άνοδος των “Miami English”
Η αφορμή αυτής της έρευνας φαίνεται αν είναι μια νέα διάλεκτος, γνωστή ως “Miami English”, η οποία φαίνεται να έχει ήδη εξαπλωθεί στη Νότια Φλόριντα. Η δημοφιλία της οφείλεται στους ισπανόφωνους νέους που γεννήθηκαν στις ΗΠΑ και ουσιαστικά συνδέει αγγλικές λέξεις σε ισπανικούς τύπους.
________
Με πληροφορίες από Daily Mail


Οσομπούκο Μιλανέζε, ντόβε ε λα φαρματσία;