«Ο καλλιτέχνης δεν είναι άλλος από εκείνον που ξεμαθαίνει ό,τι έχει μάθει, για να γνωρίσει τον εαυτό του», έγραψε ο E.E. Cummings στοχαζόμενος τι σημαίνει να είσαι καλλιτέχνης. Η διαδικασία της ενηλικίωσης μας οδηγεί όχι πιο κοντά αλλά πιο μακριά από τη δημιουργική μας πηγή. Ο Μπωντλαίρ το αποτύπωσε τέλεια όταν έγραψε: «Η ιδιοφυΐα δεν είναι τίποτα περισσότερο ούτε λιγότερο από την παιδική ηλικία που ανακτάται κατά βούληση». Αυτός, ίσως, είναι ο λόγος που μερικά από τα μεγαλύτερα μυαλά της ανθρωπότητας έχουν εντοπίσει την προέλευση του δημιουργικού τους σκοπού στην παιδική τους ηλικία, γράφει το themarginalian.
Ως εκ τούτου, μιλώντας με παιδιά, θα μπορούσε κανείς να φτάσει στην καρδιά της τέχνης πιο απλά και άμεσα. Αυτό ακριβώς έκανε ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν απαντώντας σε ένα γράμμα που του έγραψε μια νεαρή θαυμάστριά του.
Το καλοκαίρι του 1812, μια νεαρή επίδοξη πιανίστρια ονόματι Emilie έστειλε στον ήρωά της ένα κεντημένο στο χέρι σημειωματάριο για να εκφράσει τον θαυμασμό της για την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα. Συγκινημένος από τη χειρονομία, ο 41χρονος Μπετόβεν απάντησε, προσφέροντας μερικά απλά αλλά βαθιά λόγια και συμβουλές – ένα εξαιρετικό μανιφέστο για το τι σημαίνει να είσαι καλλιτέχνης και τι απαιτεί η τέχνη από αυτούς που την υπηρετούν.
Σε μια επιστολή του στις 17 Ιουλίου εκείνης της χρονιάς, που βρέθηκε στο Beethoven: Letters, Journals and Conversations ο Beethoven γράφει στην Emilie:
«Αγαπητή μου καλή Emilie, αγαπημένη μου φίλη!
[…]
Δεν αρκεί να ασκείς απλά την τέχνη, αλλά να βρίσκεσαι στην καρδιά της. Αυτό της αξίζει, γιατί μόνο η τέχνη και η επιστήμη ανεβάζουν τους ανθρώπους στον Θεό. Αν, αγαπητή μου Emilie, θέλεις οποιαδήποτε στιγμή να μάθεις κάτι, γράψε μου χωρίς δισταγμό. Ο αληθινός καλλιτέχνης δεν είναι περήφανος επειδή βλέπει ότι η τέχνη δεν έχει όρια. Αισθάνεται πόσο μακριά είναι από τον στόχο και παρόλο που μπορεί να τον θαυμάζουν, είναι λυπημένος που δεν έχει φτάσει σε εκείνο το σημείο στο οποίο η καλύτερη ιδιοφυΐα του εμφανίζεται μόνο ως μακρινός ήλιος.
Θα προτιμούσα, ίσως, να έρθω σε εσένα και τους δικούς σου, παρά σε πολλούς πλούσιους που έχουν εσωτερική φτώχεια. Αν μια μέρα έρθω στην πόλη σου, θα έρθω σε σένα, στο σπίτι σου. Δεν αναγνωρίζω άλλα αριστεία στον άνθρωπο από εκείνα που τον κάνουν να κατατάσσεται ανάμεσα στους καλύτερους ανθρώπους. Όπου το βρίσκω αυτό, εκεί είναι το σπίτι μου.
Εάν θέλεις, αγαπητή Emilie, να μου γράψεις, απευθύνσου μόνο εδώ, όπου θα είμαι ακόμα για τις επόμενες τέσσερις εβδομάδες, ή στη Βιέννη. Θέλω να με βλέπεις ως φίλο σας και ως φίλο της οικογένειάς σου».


