σε , ,

Η συναρπαστική ιστορία της αμπελουργού Ρωξάνης Μάτσα, της Κυρίας της Μαλαγουζιάς

Πώς ξεκίνησαν όλα (απ’ την οικογένεια Καμπά) μέσα από ένα απολαυστικό μίνι ντοκιμαντέρ του Γιάννη Βαλτή

Είδα ένα απολαυστικό φιλμάκι μικρού μήκους του (εκτός των άλλων) σκηνοθέτη Γιάννη Βαλτή για την ιστορία της Ρωξάνης Μάτσα, της δισεγγονής του Ανδρέα Καμπά, “πατριάρχη της Μεσογαίας”. Η Μάτσα γεννήθηκε στην Ελβετία, έμαθε να κολυμπάει στον Βόσπορο, ακολούθησε τον διπλωμάτη πατέρα της από την Αμερική μέχρι το Ιράν και έζησε μια κοσμοπολίτικη ζωή γεμάτη ταξίδια. Τα τελευταία 45 χρόνια έχει “ριζώσει” στην Αττική, καλλιεργώντας, με πείσμα, το ιστορικό κτήμα του 19ου αι. που ανήκει στην οικογένεια της.

«Είμαι αμπελουργός», έχει πει. «Προσέξτε, άλλο οινοποιός και άλλο αμπελουργός. Αμπελουργοί είναι πολλοί λίγοι, δυστυχώς… αυτό είναι το πρόβλημα! Ακόμα και σήμερα, πολλές είναι οι γυναίκες που ασχολούνται με το κρασί αλλά ελάχιστες αυτές που ασχολούνται με το αμπέλι. Είναι κρίμα αυτό! Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα και διατηρήθηκα. Και εγώ καμία φορά διερωτώμαι… Νομίζω από πείσμα… είμαι άνθρωπος πολύ πείσμων!»

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΦΙΛΜΑΚΙ:

***

Μου άρεσε τόσο πολύ που ζήτησα απ’ τον Γιάννη Βαλτή να μου μιλήσει για τη δημιουργία του μίνι ντοκιμαντέρ. Να τι μου είπε:

Χρόνια είχα να ευχαριστηθώ τόσο πολύ μια δουλειά. Πρώτα απ όλα γιατί δεν είχε ημερομηνία παράδοσης. Η Ρωξάνη ήθελε να κάνει ένα φιλμάκι που να αφηγείται την ζωή της σε σχέση με το κρασί, αλλά δεν είχε ιδέα τι θα το έκανε όταν κάποτε θα τελείωνε. Οπότε δε βιαζόταν, μάλλον το αντίθετο.

Δε γνωριζόμασταν όταν μου το πρότεινε, με γοήτεψε όμως πολύ η ίδια και η ιστορία της κι έτσι το ανέλαβα. Πήγα λοιπόν στο κτήμα κι έμεινα λίγες μέρες εκεί σκαλίζοντας άλμπουμ, ρωτώντας συνέχεια ποιος είναι ο ένας, ποιος είναι ο άλλος, τι, γιατί και πως. Φάγαμε, ήπιαμε, μιλήσαμε γι αυτήν, για το κρασί, για τις απολαύσεις, για το παρελθόν, για το κτήμα, προσπάθησα γενικά να συνεννοηθούμε και να μαζέψω υλικό.

Σ αυτήν την επίσκεψη η Ρωξάνη μού σύστησε και μια πολύ καλή της φίλη, την Εμμανουέλα Νικολαΐδου. Η Εμμανουέλα είχε ήδη δουλέψει ένα βιβλίο με την ιστορία της εταιρείας Καμπά και άρα της Ρωξάνης κι έτσι γνώριζε τα πάντα γι αυτήν. Και πολλά περισσότερα, προσωπικά, καθώς ήταν φίλες από παλιά. Η Ρωξάνη πρότεινε να συνεργαστούμε με την Εμμανουέλα για το σενάριο της ταινίας. Συνήθως αυτά με εκνευρίζουν, αλλά για κάποιον λόγο την Εμμανουέλα την ένιωσα, άξια, ευαίσθητη και πρόθυμη κι έτσι είπα να το δοκιμάσουμε.

Στο ίδιο αυτό ταξίδι συνειδητοποίησα και κάτι σημαντικό. Δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση να κάνω γυρίσματα με την Ρωξάνη. Δεν καθόταν ούτε στιγμή ήσυχη, σηκωνόταν, έφευγε, ερχόταν, φυσούσε, ξεφυσούσε, την άγχωνε πολύ όλο αυτό το εγχείρημα, είχε και χίλιες δυο άλλες ασχολίες. Τι πορτρέτο να της έφτιαχνα; Έτσι κάπως προέκυψε η ιδέα της εικονογράφησης. Από την ανάγκη.

Εδώ ακριβώς έρχεται το δεύτερο τυχερό. Η Ελίνα Στελετάρη. Σε αυτό το χρονικό διάστημα φεύγει από την μόνιμη δουλειά της και είναι σε αναζήτηση. Γνωριζόμαστε καλά, μου άρεσε πάντα η δουλειά της, αλλά δεν είχε τύχει να συνεργαστούμε.

Μεσολάβησαν κι άλλες επισκέψεις στο κτήμα της Ρωξάνης μέχρι που ένιωσα πως κατάλαβα τι ζητούσε. Κάτι διαφορετικό, φρέσκο, ελαφρύ, χιουμοριστικό, δημιουργικό και πάνω απ όλα κάτι που να μην την κάνει να ντρέπεται. Έτσι κατέληξα στον τρόπο που ήθελα να το προσεγγίσω. Η Εμμανουέλα το έπιασε με τη μια κι έκανε το κείμενο ακριβώς όπως το είχα φανταστεί κι ακόμη καλύτερο. Μετά ξεκίνησε η Ελίνα με τα δοκιμαστικά σχέδια. Γρήγορα συμφωνήσαμε.

Ενθουσιάστηκα. Και μετά ήρθε το τρίτο καλό. Το λοκντάουν. Κλεισμένοι στα καβούκια μας, χωρίς άλλες ασχολίες, πρωί, μεσημέρι, βράδυ στο σκάιπ, στείλε η Ελίνα, στείλε εγώ, πέρασα υπέροχα, χαμπάρι δεν πήρα πως δεν έβγαινα απ’ το σπίτι. Μια ιδέα έλεγα εγώ, με τρεις απαντούσε η Ελίνα, η μια πιο ωραία απ’ την άλλη. Ε, τι άλλο θες; Κι εκεί πάνω πονήρεψα κι εγώ και σκέφτηκα, δεν εμπλέκω τώρα και τον Γιώργο Παπαγεωργίου για τη μουσική; Ευκαιρία είναι που θα ‘ναι κλεισμένος μέσα κι αυτός, άλλος αεικίνητος. Είχαμε ξανασυνεργαστεί με το Γιώργο, πανέμορφα πάντα. Αυτή τη φορά ήταν ακόμη πιο καλά. Ήταν και που είχα το ελευθέρας από την Ρωξάνη, το «κάνε ότι σου αρέσει». Κι έτσι κάναμε όλοι μας ότι μας άρεσε. Σιγά σιγά μπήκε κι η Ευγενία Τικταπανίδου στην παρέα, που έχουμε κάνει πολλές δουλειές μαζί, άρχισε να δίνει κίνηση στα σχέδια της Ελίνας, οπότε κι ο Γιώργος έβλεπε προς τα που το πάμε, ξαναπιάσαμε λίγο το κείμενο με την Εμμανουέλα, αλλάξαμε μερικά σχέδια με την Ελίνα, αλλάξαμε κάποιες κινήσεις με την Ευγενία, έκανα μετά μόνος μου το σπηκάζ για να έχουμε έναν οδηγό να πορευόμαστε, τελικά μου άρεσε ο τρόπος που τα έλεγα και το άφησα έτσι και κομματάκι, κομματάκι, το τελειώσαμε.

Ήταν πάρα πολύ ευχάριστη αυτή η περίοδος. Ήμασταν κάθε μέρα μια ομάδα πρόθυμη για συνεργασία. Μακάρι να μου τύχει πάλι κάτι τέτοιο.

Όταν τελειώσαμε το έστειλα στη Ρωξάνη να το δει. Πέρασε πάνω από μια εβδομάδα που το είχε στον υπολογιστή της, αλλά δεν τολμούσε να το κοιτάξει. Την άγχωνε πάρα πολύ. Ντρεπόταν, φοβόταν, αγωνιούσε, ξέρω γω; Τελικά πήγε στην Εμμανουέλα για συμπαράσταση και το είδαν μαζί μασουλώντας νευρικά κεμπάπ. Με πήραν κατευθείαν στο τηλέφωνο. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσες φορές από τότε μου έχει πει ευχαριστώ και πόσο πολύ της αρέσει. Και πραγματικά πολύς κόσμος που το βλέπει και γνωρίζει την Ρωξάνη μου λέει πως η ταινία την περιγράφει ακριβώς όπως είναι. Και πως την είδαν ολόκληρη, το τονίζουν αυτό.

Τι άλλο να ζητήσεις απ’ τη ζωή; Ένας γοητευτικός άνθρωπος με πολύ ιδιαίτερη ιστορία που σου δείχνει εμπιστοσύνη και σου δίνει χρόνο, μια ομάδα εξαιρετικών συνεργατών που πιάνουν κατευθείαν αυτό που ζητάς και το πάνε παραπέρα κι ένα λοκντάουν να τους έχεις όλους αυτούς μαζί, πρόθυμους, αφοσιωμένους και διαθέσιμους κάθε μέρα, όλη μέρα. Ήμουν πολύ τυχερός.»

Ακολουθήστε τα Μικροπραγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote