Έκανε styling σε πολλά εμβληματικά λουκ στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Σήμερα η Καλλιόπη Θεοδωροπούλου μας αφηγείται τη ζωή και την καριέρα της.
-Τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν μικρή;
Ήξερα πάντα ότι ήθελα να ασχοληθώ με κάτι το οποίο δεν ήξερα ότι λέγεται μόδα. Δηλαδή όταν μου αγόραζαν κούκλες, ήθελα να τις ντύνω. Θυμάμαι ότι ψαλιδοκούρευα όλες τις μαξιλαροθήκες από την κάτω πλευρά οτιδήποτε πανιά είχε η γιαγιά η μαμά και πού με έχανες πού με έβρισκες πάντα θα έβαζα φιόγκους στις κούκλες, θα άλλαζα φορέματα στερεωμένα με παραμάνες.
-Πώς ξεκίνησε λοιπόν η επαγγελματική σχέση σου με τη μόδα;
Στα 23, 24 περίπου έχω αναλάβει το κατάστημα DannyShop, το οποίο υπάρχει ακόμα είναι Ηρακλείτου και Τσακάλωφ γωνία απέναντι από το Έβερεστ. Ήταν η δεκαετία που είχε ξεκινήσει η στολή των βορείων προαστίων δηλαδή πόλο μπλουζάκι, 501 Levi’s παντελόνι και παπούτσια ντοκ σάιντς από κάτω. Ήταν η στολή των βορείων προαστίων και όλων όσων ήθελαν να μοιάσουν στα βόρεια ή στα νότια προάστια στους βουτυρομπεμπέδες της εποχής.
Ήμουν υπεύθυνη καταστήματος. Στην πορεία αφού είδαν τα παιδιά ότι το γουστάρω και ότι ήμουν πολύ δημιουργική, έγινα υπεύθυνη και για τη χονδρική. Δηλαδή έπρεπε να τους λέω ποιος κωδικός πάει ποιος δεν πάει, κι επίσης διακαής μου πόθος τον οποίο και εκπλήρωσα ήταν να κάνω visual και merchadising, φτιάχνοντας βιτρίνες συγκλονιστικές εκείνη την εποχή.
Βλέποντας μία τέτοια πασχαλινή βιτρίνα, τα κορίτσια απ’ το Marie Claire μου έκαναν την πρόταση, επί Λαμπράκη τότε, να πάω στο περιοδικό. Οπότε, καταλαβαίνεις, ξαφνικά ένιωσα να μου χαρίζεται ο κόσμος όλος. Όλα όσα ήθελα, όσα ονειρευόμουν ήταν εκεί, μπροστά μου. Και φυσικά έφυγα και από κει και πέρα ξεκινάει πια η σχέση μου με τη μόδα.
-Ήταν μια σημαντική δουλειά…
Το Marie Claire τότε ήταν διεθνούς εμβέλειας περιοδικό και πάρα πολύ σοβαρό με εξαιρετικές συνεντεύξεις. Ήταν σαν βίβλος, δεν κυκλοφορούσε η Vogue τότε στην Ελλάδα. Οι παραγωγές που έκανε στο εξωτερικό, οι φωτογραφήσεις και όλα αυτά ήταν συγκλονιστικά. Ακόμα και σήμερα διατηρώ φιλίες από εκεί. Η Λένα Νάιτ, η οποία ήταν εξαιρετική στιλίστρια, χρόνια εκεί, είναι ακόμη και σήμερα φίλη μου, κι είναι ένας άνθρωπος που σέβομαι και εκτιμώ πολύ με ένα καταπληκτικό, απύθμενο ταλέντο πηγαίο – ένας γλυκύτατος άνθρωπος.
Εκεί γνώρισα και πολλούς άλλους ανθρώπους δηλαδή η παλιά φρουρά της μόδας, αν θέλεις, που σήμερα μέσα σε εισαγωγικά έχει αλλάξει, έχουν παροπλιστεί, έχουν αλλάξει τα δεδομένα. Είναι λογικό να κάνουμε χώρο και για τους νέους ανθρώπους. Παρόλ’ αυτά δεν πιστεύω αυτό που λένε ότι ουδείς αναντικατάστατος. Όπως το ίδιο πιστεύω και για τις παλιές ντίβες του Hollywood το ίδιο πιστεύω και σε κάποια επαγγέλματα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι πραγματικά είναι αναντικατάστατοι και είναι κρίμα που δεν έχουμε αντίστοιχα ταλέντα σήμερα και στο fashion industry και στον κινηματογράφο. Οι πρώτε δουλειές λοιπόν ήταν από εκεί και το ένα έχει φέρει το άλλο.
Επίσης πολύ σημαντική δουλειά θεωρώ το 2005 στο Μείζονος Ελληνισμού που έκανα το fashion week. Είχαμε καλεσμένους από το fashion TV, όπου με κάλεσαν να κάνω το σόου του Dior στη Σαγκάη, ένα unofficial σόου το οποίο όμως και είχε σπόνσορα την Moet, γινόταν στο Bar Rouge, το μεγαλύτερο της Σαγκάης, και ήταν κοσμήματα και ρούχα μαζί.
-Πώς ήταν εκεί;
Άνοιξα και την πόρτα της Σαγκάης και το θεωρώ μεγάλο αυτογκόλ για μένα που δεν έμεινα εκεί για μία δεκαετία, και μετά να γυρίσω πίσω και να μη χρειαστεί να ξαναδουλέψω ποτέ στη ζωή μου. Γιατί εκεί έκανα Louis Vuitton, έκανα Chanel, έκανα Dior, έκανα Iceberg στην Όπερα της Σαγκάης, σε απίστευτα ξενοδοχεία. Γνώρισα απίθανους ανθρώπους. Ο υποπρόξενος μας εκεί, ο Θανάσης Καραμπάτσος, με βοήθησε πάρα πολύ, μου έμαθε τη φιλοσοφία των Κινέζων και μπόρεσα και προσαρμόστηκα πολύ γρήγορα. Ευτυχώς γιατί δεν είναι εύκολο και δεν μοιάζουμε πουθενά σαν λαοί, πουθενά. Δεν υπάρχει κάτι ευρωπαϊκό σε αυτούς.
Βέβαια, μετά διαβάζοντας τη δική τους ιστορία τους έχω συμπονέσει πάρα πολύ. Είναι ένας φρικτά ταλαιπωρημένος λαός, χειρότερα κι από μας.
-Άλλες συνεργασίες που ξεχωρίζεις;
Συνεργασίες πολύ καλές έχω κάνει και με την εκπληκτική Τζώρτζια Συρίχα που τώρα είναι αρχισυντάκτρια στο περιοδικό You. Tην αγαπώ και την εκτιμώ πάρα πολύ γιατί ξεκινήσαμε μαζί.
-Τι βρίσκεις συναρπαστικό στο fashion styling;
Την έμπνευση και την αλλαγή. Η αλλαγή, η αλλαγή, αυτό. Ακόμα και σήμερα όταν κυκλοφορώ με ΜΜΜ, όταν περπατώ στο δρόμο αλλάζω styling στους ανθρώπους μέσα στο κεφάλι μου. Δηλαδή τους βλέπω διαφορετικά, λέω τι θα της πήγαινε, πώς θα γινόταν να καλυτερεύσει αυτό το πρόσωπο, να αναδείξει αυτά τα πράγματα, να αναδείξει γάμπες, να αναδείξει λαιμό, να αναδείξει ζυγωματικά, μάτια δηλαδή συνέχεια από μέσα μου κάνω styling στους ανθρώπους. Μπορεί να θεωρηθεί και κάπως ψυχαναγκαστικό αυτό, δεν ξέρω.
Αυτό βρίσκω συναρπαστικό στο fashion styling το γεγονός ότι μπορείς να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπει ένας άνθρωπος τον εαυτό του, να του χαρίσεις αυτοπεποίθηση, να τον κάνεις να νιώσει όμορφος και γοητευτικός, ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Στην ουσία όταν με ρωτάνε τι δουλειά κάνω δεν λέω είμαι fashion styling: λέω ότι φτιάχνω όνειρα. Γιατί στην ουσία αυτό είναι, φτιάχνεις ένα όνειρ. Κάθε φωτογράφιση είναι σαν μία μικρή ταινία που έχει αρχή μέση και τέλος και πρέπει να πει μία ιστορία, ολοκληρωμένη. Μέσα σε αυτή την ιστορία λοιπόν η γυναίκα ταυτίζεται. Βλέπεις τι γίνεται με τα πρότυπα των Καρντάσιαν ανά τον κόσμο και διαφόρων άλλων σταρς που ταυτίζονται τα παιδιά μαζί τους.
Έτσι ήταν ανέκαθεν και πρέπει να πεις μία ιστορία που να γοητεύσει, να συγκινήσει. που κάτι να θυμίσει. Όπως μπαίνεις σε ένα χώρο και μυρίζεις μία κολώνια και ξαφνικά σε κάνει 5 χρόνων γιατί αυτή την κολώνια τη φορούσε η μαμά σου… Ένα τέτοιο πράγμα. Γιατί υπάρχουν μνήμες. Το σώμα δεν ξεχνάει, το δέρμα δεν ξεχνάει, το μυαλό μπορεί να καταχωνιάζει αλλά κάποια στιγμή ανασύρονται μνήμες. Όπως με τη μυρωδιά ή όπως με το φαγητό. Δοκιμάζεις ένα φαγητό και λες «μμμ, η γιαγιά μου το κανε έτσι». Ή μπαίνεις σε ένα μαγαζί, σε ένα ρεστοράν ή σε ένα κλαμπ και ακούς ένα κομμάτι μουσικής και λες «πώ πω με έκανε ξανά 15 χρονών». Αυτό το μπρος-πίσω είναι συγκινητικό και αυτό το κάνει το styling. Γιατί ένα παντελόνι θα είναι πάντα ένα παντελόνι, θα έχει δυο μπατζάκια, το θέμα είναι ότι από τι ύφασμα θα είναι, πώς θα κοπεί, πού θα σταθεί, τι μήκος θα έχει, τι φάρδος θα έχει το μπατζάκι.
Επανέρχονται πάντα τα ίδια πράγματα με διαφορετικούς τρόπους και είμαστε βέβαια σε φάσεις που τα υφάσματα έχουν φύγει πολύ μπροστά. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε, όχι εμείς τόσο όσο οι επόμενες γενιές, θα αντιμετωπίσουν μια κλιματική κρίση τεράστια, οπότε τα υφάσματα στρέφονται πια σε άλλους γαλαξίες. Για μας ήταν τα καθαρόαιμα, τα βαμβάκια, τα κασμίρια, τα μετάξια, τώρα εδώ αλλάζουν τα θέματα.
-Πώς βρίσκεις σήμερα τη μόδα στα περιοδικά;
Νεκρή. Θυμάμαι ότι ακόμα και από το Marie Claire, από τότε που δούλευα εγώ το ’90-’92 θυμάμαι ότι περνούσαν συνεχώς όλες οι διευθύντριες των γυναικείων περιοδικών στην Ελλάδα έπαιρναν όλα τα περιοδικά απέξω. Υπήρχε ένα φοβερό βιβλιοπωλείο πολύ μικρό κάπου στη Βουκουρεστίου, το οποίο πουλούσε διεθνή τύπο και ξένα περιοδικά γιατί δεν τα πουλούσαν τα περίπτερα τότε. Οπότε πηγαίναμε και δίναμε μία περιουσία. Να φανταστείς ότι έχω τεύχη της Vogue από το ’90 σπίτι μου. Κάποια στιγμή αναγκάστηκα σε μία μετακόμιση να πετάξω ένα ολόκληρο δωμάτιο γεμάτο περιοδικά. Με πόνο ψυχής αλλά έπρεπε να το κάνω.
Αγόραζαν λοιπόν τα περιοδικά και ό, τι έκαναν έξω το κάναμε και εμείς εδώ. Δηλαδή, έπαιρναν την αγγλική Vogue, ας πούμε, η οποία είχε αφιέρωμα στις σκωτσέζικες φούστες, θα έπρεπε να κάνουμε και εμείς εδώ ένα αντίστοιχο editorial, ένα shooting, το οποίο θα έχει ως θέμα τις σκωτσέζικες φούστες. Όταν λοιπόν κάποια στιγμή μας δόθηκε το συγκεκριμένο θέμα είχα το θάρρος θες, το θράσος θες, όπως θέλεις πέστο, και ρώτησα στα ίσια. Λέω: «Συγνώμη, τι θα πει σκωτσέζικη φούστα στην Ελλάδα; Δεν είναι στο μενταλιτέ μας, εμείς εδώ είμαστε Βαλκάνια, είμαστε Μεσόγειος έχουμε άλλα πράγματα που φοράμε το φθινόπωρο. Δεν φοράμε κιλτ, δεν φοράμε σκωτσέζικες φούστες. Το να πάρεις μια καρώ φουστίτσα ok, αλλά δεν μπορείς να βασίσεις τη μισή φωτογράφηση του περιοδικού σε κάτι το οποίο αφορά το Λονδίνο.»
Αυτό το πράγμα το είχανε πάντα. Ήταν copy paste. Φοβόντουσαν να ξεφύγουν την πεπατημένη και απόδειξη όλων αυτών των πεπατημένων καταστάσεων είναι το γεγονός ότι ποτέ μα ποτέ ακόμα και σήμερα δεν έχουν δώσει το τεράστιο βήμα που χρειάζεται στους Έλληνες σχεδιαστές, αρκετούς από τους οποίους τους εκτιμώ και τους αγαπώ ιδιαίτερα. Δηλαδή δεν μπορείς να αγνοείς ή να μη δίνεις βήμα στη Δάφνη Βαλέντε η οποία κάνει εκπληκτικά ρούχα, με μία κίνηση με έναν αέρα τόσο Μεσογειακό, τόσο Mediterranean, τόσο υπέροχο, τόσο καλοδουλεμένο. Δεν μπορείς να αμφισβητήσεις το στυλ του Δημήτρη Ντάσιου, ο οποίος είναι καταπληκτικός σε αυτό που κάνει. Είναι αριστουργήματα τα κομμάτια του. Δεν μπορείς να μη δίνεις βήμα και να μην τιμάς τον Βασίλη Ζούλια που βραβεύεται έξω και σαρώνει και εδώ η Vogue σνομπάρει τους Έλληνες παρά μόνο αν θα βάλουνε καταχώρηση, δηλαδή στην ουσία να εξαγοράσουν τη συνέντευξη τους ή την παρουσία τους σε ένα περιοδικό.
Οφείλουν όλα τα γυναικεία περιοδικά που κάνουν μόδες να τονώσουν πολύ την ελληνική μόδα, την Ελληνική παρουσία. Έξω κάνουν σαν τρελοί για τους Έλληνες σχεδιαστές και εδώ τους υποτιμάμε. Αυτό το διαπίστωσα ιδίοις όμμασι όταν ήθελα να βγάλω Έλληνες σχεδιαστές στην Κίνα, στη Σαγκάη, να δείξω στο fashion week στο Νίμπο, η οποία είναι μία πόλη δύο ώρες από τη Σαγκάη με πληθυσμό 10 εκατομμύρια, buyers 90.000 την ημέρα με παρουσίες της Vogue, κυβερνητικό πρότζεκτ και το αγνόησαν εδώ κάποιοι και το σνομπάρανε. Εγώ έχασα πολλά χρήματα με αυτή την ιστορία. Και με την Κίνα γιατί πήγαινα Λονδίνο αυθημερόν να συζητήσω με τους ανθρώπους εκεί, να το στήσουμε κτλ και δεν έγινε απολύτως τίποτα.
Γενικώς ποτέ η πολιτεία δεν στήριξε τη μόδα. Το θεωρώ αδιανόητο η Ιταλία και η Γαλλία και η Αμερική να βασίζονται στη μόδα τους και εδώ να μη δίνουν σημασία. Το θεωρώ αδιανόητο και πολύ κακό για την οικονομία του τόπου.
-Πώς είναι η μόδα και η δουλειά στην Ελλάδα σήμερα;
Θα στο πω και με παράπονο. Οι περισσότεροι της γενιάς μου ή είναι παραγκωνισμένοι ή είναι παροπλισμένοι ή υπάρχει ηλικιακός ρατσισμός όπου δεν τους δέχονται σε δουλειές γιατί δεν μπορούν να πληρώσουν την πείρα μας. Θα το πω έτσι ακριβώς όπως το έχω βιώσει. Είναι πολύ δύσκολο. Βεβαίως υπάρχει χώρος για καινούργια παιδιά, μόνο που τα καινούργια παιδιά δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα τις περισσότερες φορές.
Για να κάνεις ένα editorial το οποίο θα έχει ως θέμα rap – trap, ας πούμε, πρέπει να έχεις περάσει και να έχεις κάνει πρώτα Chanel για να βγει σωστό. Δεν μπορείς να επαφίεσαι μόνο στις εικόνες που έχεις από τα ελληνικά ή από τα παγκόσμια βίντεο κλιπς και να λες ότι κάνεις μόδα. Οι γνώσεις είναι πολύ λίγες των σημερινών παιδιών και επίσης βλέπω μετά λύπης μου ότι πολλά παιδιά τα οποία ανήκουν σε οικογένειες οικονομικά ανθηρές δεν τους ενδιαφέρει η αμοιβή αρκεί να λένε μόνο ότι είναι στο τάδε περιοδικό και είναι στο τάδε κανάλι. Τους ενδιαφέρει μόνο αυτό. Δεν είναι έτσι.
-Τηλεόραση έκανες; Θα πήγαινες ως κριτής ή ως στιλίστρια σε ριάλιτι μόδας;
Θα το συζητούσα! Πάντως εγώ δεν έκανα πολλή τηλεόραση μέχρι στιγμής. Έκανα δύο τρεις μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες, έκανα Μεβγάλ, έκανα της Wind, έκανα της Ferrero Rocher με πολύ μεγάλη επιτυχία. Θυμάμαι τότε είχαμε πάει στο Island του Χρύσανθου Πανά, ο οποίος είναι ένας εξαίρετος οικοδεσπότης και ήταν παρόντες Ιταλοί και είχανε πάθει σοκ. Έκανα πολύ επιλεκτικά δουλειές, έντυσα κάποιες κυρίες της τηλεόρασης για λίγο. Όμως δεν μου άρεσε καθόλου το στυλ και η έπαρση τους. Καθόλου. Θεωρώ αδιανόητο από κορυφαία παρουσιάστρια του τότε που μεσουρανούσε στα πράγματα να σηκώσει το πόδι στα μούτρα του παιδιού για να της φορέσει το παπούτσι. Δεν μου αρέσει η τηλεόραση.
Καταρχάς δεν σέβονται τα ρούχα. Δηλαδή θέλουν έναν άνθρωπο να τους φέρει ένα κοντέινερ και να διαλέγουν, να τα κάνουν πατσαβούρια τα ρούχα γεμάτα makeup, γεμάτα κραγιόν, γεμάτα αρώματα και μετά να μην τα βρίσκεις κιόλας, να μην τα επιστρέφουνε. Δεν θες να ξέρεις τι κλοπές έχουν γίνει. Άπειρες κλοπές από πανάκριβα δαχτυλίδια από πανάκριβα κοσμηματοπωλεία σε φωτογραφήσεις μέχρι ρούχα.
Οπότε ναι, είναι απογοητευτικό το σημερινό. Δεν υπάρχουν περιοδικά, είναι όλα online πλέον. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε ανθρώπους που μπορούν να κάνουν πράγματα αλλά τους έχουμε παροπλισμένους τους και λένε «έλα μωρέ, τι είναι αυτό;». Βλέπεις μία Patricia Field έξω και κάνει Sex and the City και λες «πω πω θεάρα» και η γυναίκα κοντεύει 80 χρονών, ή βλέπεις την Iris Apfel που είναι παγκόσμια προσωπικότητα και fashion icon κανονικά, και είναι θεάρα στα 101 της χρόνια και είναι από τις προσωπικότητες που θα ήθελα πάρα πολύ στη ζωή μου να γνωρίσω και ο κόσμος όλος υποκλίνεται.
Εδώ σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν τίποτα άλλο δεν θα σου πω.












