*Βιβλιοθήκη και γραφειοκρατία
Είχε μόλις επιστρέψει από την Κοπεγχάγη για κάτι κληρονομικά που δεν μπορούσε να επιλύσει από μακριά. Σηκωνόταν στις 06:00 πήγαινε για τρέξιμο, περιεργαζόταν τη γειτονιά που μεγάλωσε και περίμενε στωικά να ανοίξουν οι Δημόσιες Υπηρεσίες και να στηθεί στις ατελείωτες ουρές. Είχε ξεχάσει τον ελληνικό τρόπο ζωής. Ομορφιά ανεκμετάλλευτη, γραφειοκρατία, ματαιώσεις και καθημερινοί άνθρωποι που μοχθούν. Στο γυρισμό από μια μισοτελειωμένη δουλειά με το Δημόσιο έπεσε το βλέμμα της σε μια μικρή βιβλιοθήκη. Μπήκε μέσα, έκανε εγγραφή όπως της ζητήθηκε και συζήτησε με τον υπεύθυνο μερικές ιδέες για την ανανέωση της εικόνας της και τη δημοφιλία της. Εκείνος αν και γούρλωσε τα μάτια, της είπε ότι χρειάζεται άδεια από τον Υπεύθυνο των Περιφερειακών Βιβλιοθηκών, την Αντιδήμαρχο Πολιτισμού και ένα σωρό άλλους. «Μα, θα μείνω μόνο 15 μέρες, προλαβαίνω να συναντήσω τόσα άτομα για 5 ιδέες εθελοντικές που θέλω να τρέξω;», τον ρώτησε σαστισμένη. «Μπα, αυτά θα πάρουν μήνες κι αν γίνουν τελικά, δεσποινίς». Η «δεσποινίς» αυτή άνηκε στη δημιουργική ομάδα της Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης και ήταν υπεύθυνη Επικοινωνίας των πιο σημαντικών βιβλιοθηκών της Κοπεγχάγης.
*Κόκκινο χαμόγελο
Επέστρεφε σπίτι αυστηρά στις 22:30, ακόμα κι αν καθυστερούσε στο παρκάρισμα ή στην κίνηση και μούτζωνε τον εαυτό του γιατί πάλι 22:30 έδειχνε το ρολόι. Μια απαράλλαχτη τάξη που τον εκνεύριζε. Είχε λίγους μήνες που μετακόμισε από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη. Έβγαινε για κανένα ποτό μετά τη δουλειά με συναδέλφους αλλά τους βαριόταν όλους. Είχαν φτιάξει την οικογένειά τους με ένα ή δυο παιδιά και καμιά μικρή γκομενίτσα στη φαντασία ή τη βαρετή πραγματικότητά τους. Αυτός ήθελε άλλα, ταξίδια, μηχανές και έρωτες, όσους άντεχε δηλαδή. 22:31 μπήκε στο αρτοποιείο και κοιτούσε για χυμούς και κουλούρι για το βραδινό του σνακ μετά το τρέξιμο. Αυτή του χαμογέλασε, φορούσε ένα κατακόκκινο κραγιόν. Ήταν το πιο κόκκινο χαμόγελο που είχε δει.
*Μπαμπάς και κόρη
Η διευθύντρια του Ειδικού Σχολείου προέτρεπε συχνά τους γονείς των παιδιών να βγαίνουν βόλτες, να συμμετέχουν παρά τις αντιξοότητες στην καθημερινή ζωή, να διεκδικούν. Θυμόταν συχνά ότι όταν είχε βρεθεί Λονδίνο για σπουδές πάνω στην Ειδική Αγωγή, ρώτησε γεμάτη απορία έναν καθηγητή της «μα, πόσα άτομα με ειδικές ανάγκες κατακλύζουν τα πάρκα, είναι αυξημένος ο αριθμός τους στο Λονδίνο;» μετά κατάλαβε ότι στην Ελλάδα τα πράγματα είναι τόσο διαφορετικά. Ντροπή, κουκούλωμα, αδιάκριτα βλέμματα, έλλειψη αποδοχής της διαφορετικότητας, ανύπαρκτο κοινωνικό κράτος. Κάθε βράδυ στις 19:00 η Ασπασία πιάνει το χέρι του πατέρα της και διασχίζει τη Διογένους.
*Σίδερο στο μπαλκόνι
Η κ. Εύα σιδερώνει χειμώνα-καλοκαίρι στο μπαλκόνι. Καλοκαίρι βάζει τον ανεμιστήρα και χειμώνα είναι τυλιγμένη μ’ ένα μάλλινο σάλι. Όταν την ρωτάς γιατί στο μπαλκόνι εκείνη επιχειρηματολογεί «από την παραγωγή στην κατανάλωση και ενδιάμεσο skyporn, έτσι δεν το λέτε οι νέοι;». Στην πραγματικότητα, της είχε μείνει η συνήθεια από τότε που ήταν ακόμη παθιασμένοι με τον κ. Τάκη και κάθε φορά που έπιανε να σιδερώσει αυτός άνοιγε ένα μπουκάλι κρασί, την έσφιγγε πάνω του και πήγαινε με τσαλακωμένο πουκάμισο την επόμενη μέρα στο γραφείο.
*Ο Σκάμπι έγραψε το «Νοέμβριο»
«Καλύτερα να μην χαρίζουμε τα αγαπημένα μας βιβλία μας σε φίλους. Είναι σαν να περιμένουμε να τα αγαπήσουν όπως εμείς ή να τους επιβάλλουμε να νιώσουν αυτά που νιώσαμε εμείς. Όχι, καλύτερα, όχι. Τα συναισθήματα που μπορεί να προκαλέσει ένα βιβλίο είναι πρωτόγνωρα και μοναδικά. Αν πάρεις δώρο σε κάποιον ένα βιβλίο που αγαπάς πολύ, με μαθηματική ακρίβεια θα χάσεις εκείνον, το βιβλίο θα καταχωνιαστεί κάπου για να μη μαρτυράει τίποτα και συ κάθε φορά που θα ξαναπιάνεις το αγαπημένο σου βιβλίο, θα μετανιώνεις», έλεγε ο Μιχάλης ένα βράδυ στο Ντορέ και την κάρφωνε με τα μάτια του. Εκείνη σούφρωνε τα χείλη της και έβαζε κρασί στα ποτήρια, «Εγώ ξέρω πώς φτιάχνουμε αόρατα σκοινιά με τους ανθρώπους και ακόμα και αν χανόμαστε, γιατί το να χάνεσαι μοιάζει το νέο μότο της εποχής, θα μένει η μοναδικότητα των στιγμών, έστω σαν ανάμνηση». Ξημέρωνε Νοέμβριος.
