σε

Κλειστή, κυνική, ενήλικη τηλεόραση

Η ανοιχτή τηλεόραση ως μέσο νανουρίσματος, αλλά και σύνδεσης με την ασφάλεια των ανήλικων εαυτών μας

τηλεόραση

Νομίζω ήμουν στα μέσα του γυμνασίου. Ένα καλοκαιρινό βράδυ επέστρεφα στο σπίτι πιο αργά από το αναμενόμενο για την ηλικία μου. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Δεν έχει σημασία. Ανοίγοντας την εξώπορτα με υποδέχτηκαν δυο οικείοι ήχοι: το ροχαλητό του πατέρα μου και ο ήχος της τηλεόρασης που είχε ξεμείνει ανοιχτή. Προφανώς τον είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ στην κουζίνα. Παράξενοι ήχοι θρίλερ, ουρλιαχτά και βαρβάτο ροχαλητό γίνονταν ένα παράφωνο mix, όσο εγώ αγριευόμουν από τους ήχους τρόμου που άκουγα προσπαθώντας να φτάσω στην κουζίνα, για να κλείσω την τηλεόραση. Αυτός ο φόβος, του σκοταδιού, μάλλον δεν εξαφανίζεται ποτέ. Απλώς μεγαλώνοντας εξασκούμαστε καλύτερα στην τέχνη της «αφής επιβίωσης». Μαθαίνουμε να βρίσκουμε πιο εύκολα διακόπτες, θωπεύοντας τους τοίχους με απότομες κινήσεις και ένταση. Σήμερα πια, ανοίγουμε τον φακό του κινητού και ευχόμαστε να μη δούμε καμία παράξενη σκιά, πλήρως απογοητευμένοι που τσιμπάμε ακόμα με τρομακτικές ιστορίες. «Πας καλά; Ποιος καταφέρνει να νανουριστεί με τον Εξορκιστή;», ρώτησα τον πατέρα μου, ξυπνώντας τον απότομα. «Έβλεπα STAR και με πήρε ο ύπνος», μου απάντησε τρομοκρατημένος (ο Διάολος είναι ένα τίποτα μπροστά σε όποιον έχει το θράσος να διακόπτει τον ύπνο σου χωρίς ίχνος σεβασμού), με δυσκολία να ανοίξει τα μάτια του, κυριολεκτικά ατάραχος μπροστά στο θέαμα ενός κοριτσιού να βγάζει πράσινα υγρά από το στόμα. Δεν έδινε δεκάρα για το τι ακριβώς πρόβαλε η αγαπημένη του συσκευή νανουρίσματος. Το σημαντικό ήταν να μην ακούει τις σκέψεις του, για να καταφέρει να κοιμηθεί.

pexels andre moura 3151392 1

Στα πρώτα χρόνια της υποτίθεται επίσημης ενηλικίωσής μου, στα 17 και κάτι, έχοντας βρεθεί να μένω μόνη, η τηλεόραση δεν έκλεινε ποτέ. Ναι, δεν έκλεινε ποτέ, αλλά δεν είχα πραγματική ιδέα τι μετέδιδε. Ήταν πάντα εκεί, στο mute, το οποίο αποκτούσε ήχο κυρίως το βράδυ, όταν έπεφτε το σκοτάδι. Από την ανοιχτή πόρτα του υπνοδωματίου μπορούσα να δω τα φώτα να αντανακλούν πάνω στους τοίχους του διαδρόμου, όσο ένα ήπιο σούσουρο ακουγόταν, ίσα ίσα. Συνήθως ήταν κάποιο επεισόδιο σειράς του Πάνου Κοκκινόπουλου, μα με ευκολία μπορούσα στα πρώτα στάδια του ύπνου να πιστέψω πως άνθρωποι που αγαπάω ή που έχω συνηθίσει (συχνά είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τη διαφορά αυτών των δυο) κάνουν catch-up στο σαλόνι. Το θέμα δεν ήταν να μην ακούω τις σκέψεις μου, το θέμα ήταν να μην ακούω τους ήχους ενός σπιτιού που με φόβιζε. Και το ροχαλητό του μπαμπά μου θα έκανε μια χαρά τη δουλειά, μόνο που για εκείνον ήμουν ένα μεγάλο, ενήλικο, θαρραλέο κορίτσι που τον σόκαρε με το πόσο δεν έχει ανάγκη κανέναν και τίποτα. Κάπως έτσι μάς φοριούνται καπέλο οι ρόλοι και χωράμε κουτσουρεμένοι πια σε χρυσά καλούπια φτιαγμένα από ευσεβείς αξιώσεις και γονεϊκές ονειρώξεις.

Ο ήχος της τηλεόρασης ως εξορκισμός στο «και τώρα οι δυο μας» που ανταλλάσσεις με τον πιο προσωπικό από τους εαυτούς σου, εκείνον που ξέρεις μόνο εσύ, είχε αντικατασταθεί από την άρνηση του κόσμου, όπως τον ξέραμε ως εκείνη τη στιγμή, να επιτρέπει στους ανθρώπους να μένουν και να νιώθουν μόνοι.

Μεγαλώνοντας, με ό,τι αυτό περιλαμβάνει, η τηλεόραση έμενε όλο και πιο κλειστή. Ήρθε μια περίοδος που κάτι είχε πάει στραβά με την κεραία, δεν μπορούσα καν να την ανοίξω. Δεν ασχολήθηκα. Η μόνη μου επαφή μαζί της ήταν για να την ξεσκονίσω. Και αυτό όχι και τόσο συχνά. Αν με ρωτούσες πού είναι το τηλεκοντρόλ, δεν θα είχα ιδέα. Η τηλεόραση παρέμενε στο τραπεζάκι της, κλειστή, κυνική, λίγο πιο ενήλικη, όσο με τα χρόνια, άλλοι ήχοι κρατούσαν απασχολημένο το ταπεινό μου βασίλειο. Μουσική, ειδοποιήσεις, Skype, Messenger, τηλεφωνήματα, μηνύματα στο WhatsApp, ταινίες στο λάπτοπ, πάντα στο κρεβάτι, δονήσεις, ασταμάτητη επικοινωνία, φίλοι και γκόμενοι καθισμένοι στο χαλί και μουσική από μικρό ηχειάκι, το κλαψούρισμα του κουταβιού μου, YouTube και ενίοτε πορνό. Ο ήχος της τηλεόρασης ως εξορκισμός στο «και τώρα οι δυο μας» που ανταλλάσσεις με τον πιο προσωπικό από τους εαυτούς σου, εκείνον που ξέρεις μόνο εσύ, είχε αντικατασταθεί από την άρνηση του κόσμου, όπως τον ξέραμε ως εκείνη τη στιγμή, να επιτρέπει στους ανθρώπους να μένουν και να νιώθουν μόνοι. Έστω για λίγο. Τα χρόνια που κλείνοντας την πόρτα, κλείναμε τον κόσμο έξω, είχαν περάσει. Ήταν πασιφανές. Δεν υπήρχε λόγος να γελιόμαστε.

pexels burak the weekender 704555

Στο Μουντιάλ του 2022 (ήμουν επισήμως 30), μετά από επτά περίπου χρόνια επιστροφών σε ένα ενήλικο σπίτι με την τηλεόραση κλειστή, θυμήθηκα πώς είναι να μένει ανοιχτή, κάθε μέρα. Όταν έχει λόγο και είναι απαραίτητο, και η σεροτονίνη του ποδοσφαίρου μπορεί να γίνει απαραίτητη και είναι και προτιμότερη από την φαστφουντάδικη ντοπαμίνη ενός DM στο Instagram, αν με ρωτάτε. Το τηλεκοντρόλ χωρούσε ακόμα στο χέρι μου, αλλά οι αυτοματισμοί είχαν ατονήσει. Χρειαζόταν να το παρατηρήσω προσεκτικά για να βρω το κουμπί που δυναμώνει την ένταση ή το mute, για να ακούσω πότε ήρθε το delivery. Μετά τον τελικό-θρίλερ των ακραίων μη δικαιολογημένων, αλλά ευλογημένων με την επιφανειακή καύλα ενός καλού ματς, αντιδράσεων, μετά από υποσχέσεις που αθετήθηκαν (διάολε, δεν πήγα ποτέ στο γραφείο ντυμένη αλμπισελέστε, ελπίζω ο Μέσι και το σύμπαν να με συγχωρήσουν) βίωσα εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησης πως η τηλεόραση που έχει ξεμείνει ανοιχτή είναι πια ενοχλητική. Σαν την ηχορύπανση του απορροφητήρα. Έζησα εκείνη την πνευματικά οργασμική στιγμή απενεργοποίησής της, που η σιωπή που επικρατεί ξαφνικά, είναι γαλήνια. Κάπως κατάλαβα πως η τηλεόραση που ξεμένει ανοιχτή, από ένα σημείο και μετά, δεν υπερκαλύπτει τίποτα, δεν προσφέρει ζεστασιά, ούτε πατρικές στιγμές ασφάλειας. Είναι απλώς ακόμα περισσότερος θόρυβος μέσα στο φλύαρο, ασυνείδητο χάους του εγκεφάλου σου. Και εσύ γαμώτο δεν θες άλλο θόρυβο. Θες λίγη σιωπή. Λίγη γαμημένη σιωπή. Στο backround του μυαλού σου πάντα υπάρχει μια τηλεόραση ανοιχτή, συχνά παίζει τρόμο, συχνά κάνει χιόνια, άλλοτε δεν μπορείς να ξεχωρίσεις καν τι στην ευχή παίζει και το τηλεκοντρόλ το έχεις χάσει προ πολλού. Κάτι life coaches υπόσχονται αραιά και πού πως μπορούν να σε βοηθήσουν να το βρεις. Θα τους έχεις πετύχει στο TikTok.

artworks zcK9z8yuunyEX8j0 j782bQ

Τα ενήλικα σπίτια τα βράδια συνηθίζονται, και με το σκοτάδι τους και με τις πόρτες που τρίζουν από τον αέρα και με εκείνον τον ήχο που σε κάνει να νομίζεις πως το ψυγείο θα απογειωθεί από στιγμή σε στιγμή, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Οι τηλεοράσεις κάποια στιγμή κλείνουν, ακόμα και όταν το πλυντήριο στο στύψιμο κάνει σαν δαιμονισμένο. Όταν είναι ανοιχτές λειτουργούν ως portals κάποιου σύμπαντος, μακριά από βραδινά talk shows που παριστάνουν κάτι που δεν είναι και επαναλήψεις. Οι τηλεοράσεις πλέον είναι άχρηστες χωρίς HDMI που να τις συνδέει με κάτι που να αξίζει και να είναι ενσυνείδητο. Αν ένα αγόρι έρθει με το σακβουαγιάζ του σπίτι σου, η τηλεόραση μεταδίδει ποδόσφαιρο non stop. Μόνο εκεί οι ήχοι, η περίπλεξή τους, αρχίζουν να θυμίζουν το ροχαλητό του πατέρα σου, που μπορεί να κατάφερε να κοιμηθεί με Εξορκιστή, αλλά δεν έκλεισε μάτι πριν το σφύριγμα λήξης του αγώνα.

Όταν τα ενήλικα σπίτια συνηθίζονται, οι τηλεοράσεις λειτουργούν σαν αόρατη σύνδεση με εκείνο το φοβισμένο παιδί που ακόμα δεν έχει καταλάβει τη σύνδεση πατρικού ροχαλητού και ασφάλειας, μα κυρίως δεν την έχει ακόμα αποδομήσει. Η ιδέα ότι το δικό του ροχαλητό θα γίνει το παράδοξο ασφαλές σημείο για κάποιο άλλο φοβισμένο παιδί δεν έχει καν γεννηθεί και η τηλεόραση παραμένει κλειστή, κυνική, ενήλικη. Σαν τα χιόνια που έκανε το επόμενο κανάλι, μετά το Star, που ήταν σχεδόν πιο ανατριχιαστικά από τους ήχους του Εξορκιστή.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια