Όποιος έχει την πεποίθηση ότι αδιαφορεί πλήρως για το τι σκέφτονται οι άλλοι, ας το ξαναεξετάσει. Αυτού του είδους οι σκέψεις δεν βολεύονται απροκάλυπτα πάνω στις πιο ωμά διατυπωμένες εντυπώσεις. Φωλιάζουν πάνω και μέσα σε όλα τα σχόλια και τις διαφωνίες, τις άκομψες τοποθετήσεις και τις ματαιώσεις προσωπικοτήτων, ιδεών, ταινιών, συμπτώσεων, τυχαιοτήτων και βιβλίων που μας διαμόρφωσαν. Το τι σκέφτονται οι άλλοι κρύβεται μέσα σε κάθε άρθρο και σχόλιο, κάθε πληκτικό μιντιακό επικήδειο (σαν αυτόν που γράφεται τώρα) για τον Μίλαν Κούντερα και χαϊδεύει πονηρά αυτή την ανάγκη για αποδόμηση κάθε ανθρώπου που τον έπιασε στα χέρια του στα 20 και ξαναεπέστρεψε σε αυτόν. Και αφού υπέπεσε στην αντίληψή του πως στην αυγή της εποχής που ζούμε ο Κούντερα από το παρόν μιας άλλης εποχής περιέγραψε έναν κόσμο από σταθερά ανδρικό πρίσμα με σταθερά ανδρική ματιά, απέναντι και όχι ακριβώς δίπλα στις γυναίκες, τους πολλαπλούς ρόλους και τις ευαλωτότητές τους. Και αφού κατάλαβε μέσα από μια νοσταλγική ματιά στα 90s πως αποτέλεσε την ήπια μετάβαση της Δήμητρας Λιάνη σε ένα πιο «διανοουμενίστικο» προφίλ. Και αφού ψιλιάστηκε πως πλέον τον θεωρούν πολλοί κλισέ, γραφικό, βαρετό, mainstream, ένα αναγνωστικό γλειφιτζούρι που για να αρέσει σε όλους, κάτι πήγε λάθος.
Το καλοκαίρι του 2012, καθισμένη στο μοναδικό σκιερό σημείο ενός τυπικού νησιώτικου σπιτιού, άβολα βολεμένη σε ένα σκαλί που χωρίζει κουζίνα από αυλή, διαβάζω με πλήρη άγνοια το “Βαλς του Αποχαιρετισμού”. Αν είχα πάει μόνη στη δανειστική βιβλιοθήκη της Χίου πιθανότατα το βιβλίο θα είχε απορριφθεί με την ελαφριά ευκολία ενός οπτικοαναγνωστικό “scroll” πριν το scroll, λόγω του γλυκανάλατου τίτλου. Κι όμως είχε βρεθεί στα χέρια μου. Ως προσωρινό της βόλτας κάποιου άλλου για μένα στη δανειστική βιβλιοθήκη, από εποχές που το να πηγαίνεις σε τέτοιες δεν είχε γίνει ακόμα “vintage”. Από μια εποχή που τέλος πάντων δεν τις είχε μετατρέψει ακόμα σε ζωντανά φαντάσματα δηθενισμού. Αυτός ο κάποιος είχε αγαπήσει τον Κούντερα σαν αποτέλεσμα της μάλλον μεταδοτικής εκτίμησης της Μαλβίνας Κάραλη για εκείνον.
Το να διαβάζεις Κούντερα στα 20 είναι σαν να προσπαθείς να χωρέσεις στο πιο ιερό κλισέ.
Το να διαβάζεις Κούντερα στα 20 είναι σαν να προσπαθείς να χωρέσεις στο πιο ιερό κλισέ. Ο έρωτας είναι πεζός, αμήχανος, βαρετός, μα δύσκολος. Η μονογαμία είναι ήδη αποφασισμένο πως δεν είναι βιώσιμη. Ή είναι τόσο βιώσιμη όσο μια στερητική δίαιτα: θα φτάσεις τον μικροαστικό σου στόχο μα θα έχεις στερηθεί την απόλαυση του να θρέφεσαι από τυφλό ένστικτο. Τα αριστερά μυαλά δεν χωράνε σε καλούπια, σε όποιο σημείο του άξονα και αν έχουν βιδωθεί. Ερωτευμένοι άνθρωποι απιστούν, με τρόπο που δεν παρουσιάζεται σαν αμάρτημα ή σαν χυδαίο θράσος απέναντι σε αδύναμες υπάρξεις, αλλά ένας ενστικτώδης τρόπος να φουντώσεις ένα πάθος που καίει χρόνια, έχοντας χωρέσει στο φλατ καρδιογράφημα μιας μακροχρόνια σχέσης. Το πώς αυτός που απιστεί για να μη χωρίσει είναι άντρας, λες και δεν θα μπορούσε να είναι γυναίκα, είναι ένα ζήτημα που όταν είσαι 20 στα ’10 δεν σε απασχολεί. Δεν έχει χρειαστεί, αν έχεις υπάρξει τυχερή, να σκεφτείς την έμφυλη ισότητα ως κάτι μη δεδομένο από την τυχερή σου κούνια.

Οι σχέσεις αποκτούν μια ρευστότητα, απογυμνώνονται από τις απολυτότητες των 20. Ακριβώς όπως αυτές στα βιβλία του Κούντερα. Τα κατώτερα ένστικτα ντύνονται με έναν μανδύα καλόγουστης πονηριάς, με ένα πειραματικό «έτσι» χωρίς να χάνουν τη βαθιά τους ρίζα στο πόσο στ’αλήθεια ελαφριά είναι η ύπαρξη, στο πόσο εκκωφαντική, μα απελευθερωτική είναι έλλειψη νοήματος. Πόσο επιδερμικά μπορεί να βιώσει κανείς την οδύνη, την καθημερινή, αναπόδραστη οδύνη, εκείνη που λέγεται ρουτίνα, χωρισμός, εξορία, απωθημένο, λάθος απόφαση, πισογύρισμα, restart, νοσταλγία, απουσία αναμνήσεων, σοβαροφανής γελοιότητα. Τουλάχιστον μέχρι να τελειώσεις το βιβλίο και να φλερτάρεις με κανέναν γκόμενο που να ξέρει τον Κούντερα μόνο από καμία αναφορά στους «Δυο Ξένους», από το στόμα του mainstream, τηλεοπτικού διανοούμενου Μαρκορά.
Είτε είναι επίκαιρος, είτε όχι, είτε είναι αφόρητα παλιακός είτε όχι, πάντα θα αποδομεί τον ίδιο του τον αναγνώστη, τον ίδιο του τον κριτή, εκείνον που τον λατρεύει και εκείνον που τον απορρίπτει.
Και μετά απομακρύνεσαι από τα 20. Κάθε χρόνος κάνει για δυο, για πέντε. Ο Μαρκοράς μετουσιώνεται σε μακρινή απεικόνιση της διανόησης όπως την αντιλαμβανόταν τότε η τηλεόραση, που δεν είναι αυθεντική αν δεν είναι ανοιχτή και αν παίρνει τον εαυτό του τόσο στα σοβαρά. Ο Κούντερα αρχίζει να μοιάζει με το φάντασμα ενός κλισέ. Διάβασες καλύτερους, ονόματα πιο «κουλ» και αποδεκτά τον καπέλωσαν. Τον ανακαλύπτεις σε φωτογραφίες πάνω σε ξαπλώστρες που μόνο τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ δεν έχουν πάνω περήφανα και αρχίζει και μεγαλώνει ένα κενό ανάμεσα σε εσένα και σε εκείνον. Ανάμεσα σε εσένα και εσένα στα 20. Μέχρι που μαθαίνεις πως πέθανε και ξανατρακάρεις τη φράση του: «Ένας συγγραφές, όταν γίνεται quote από έναν δημοσιογράφο, δεν είναι πλέον ο κύριος του λόγου του… Και αυτό, φυσικά, είναι απαράδεκτο». Και καταλαβαίνεις πως είτε είναι επίκαιρος, είτε όχι, είτε είναι αφόρητα παλιακός είτε όχι, πάντα θα αποδομεί τον ίδιο του τον αναγνώστη, τον ίδιο του τον κριτή, εκείνον που τον λατρεύει και εκείνον που τον απορρίπτει.

