Από την Σταματίνα Σταματάκου
Στη LiFO απαντούν: ο Γενικός Γραμματέας Δασών Στάθης Σταθόπουλος, ο Δασολόγος-Περιβαλλοντολόγος, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Δ.Υ (Π.Ε.Δ.Δ.Υ) και μέλος του Δ.Σ Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΓΕΩ.Τ.Ε.Ε) Νίκος Μπόκαρης, ο υπεύθυνος δράσεων διατήρησης, περιβαλλοντικής πολιτικής και συντονιστής για την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία στο Πρόγραμμα LIFE IP 4 NATURA Απόστολος Καλτσής, ο εκπρόσωπος του SaveWild – Δίκτυο για την Προστασία της Άγριας Ζωής Χρήστος Τακλής και η νομική σύμβουλος της Πανελλήνιας Φιλοζωικής και Περιβαλλοντικής Ομοσπονδίας (ΠΦΠΟ) Έλενα Αρβανίτη.
Φωτογραφίες: Eurokinissi
Για 13η μέρα μαίνεται η φωτιά στον Έβρο με αρκετές περιφέρειες της χώρας να έχουν υποστεί μεγάλη οικολογική καταστροφή λόγω των φετινών πυρκαγιών και πολλές δεκάδες εστίες φωτιάς να είναι καθημερινά ενεργές τις τελευταίες εβδομάδες. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Κομισιόν αναφέρει σε ανακοίνωσή της ότι οι φωτιές στην Ελλάδα φέτος αποτελούν τις μεγαλύτερες δασικές πυρκαγιές που έχουν καταγραφεί ποτέ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξού και κινητοποιεί τη μεγαλύτερη επιχείρηση εναέριας πυρόσβεσης από το rescEU. Σε συνέχεια των άνωθεν η δορυφορική χαρτογράφηση Copernicus της ΕΕ εξέδωσε 20 χάρτες των πληγεισών περιοχών.
Τις πρώτες μέρες της φωτιάς στον Έβρο κάτοικοι ανέφεραν ότι άκουγαν πυροβολισμούς από κυνηγούς ενώ στο διπλανό χωριό, συγκεκριμένα στην περιοχή Άβαντα, υπήρχε πύρινο μέτωπο. Αντίστοιχα, λίγες ημέρες μετά την κατάσβεση των μετώπων στην Ρόδο ο τοπικός κυνηγετικός σύλλογος καλούσε, μέσω σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, τους κυνηγούς του νησιού να εκδώσουν άδεια θήρας με το αντίστοιχο αντίτιμο. Οι αντιδράσεις ήταν πολλές. μία εξ αυτών αποτέλεσε η ερώτηση που έθεσε και η βουλευτής επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ Έλενα Ακρίτα. Κάπως έτσι φάνηκε να οδηγηθήκαμε στην έκτακτη απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής Θεόδωρου Σκυλακάκη, να επιβληθεί ολική απαγόρευση θήρας αποκλειστικά στο νομό Έβρου, χωρίς όμως να συμβεί το ίδιο στη Ρόδο, τη Ροδόπη, την Αττική, κ.ά. Εν αντιθέσει με την Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας – Θράκης (ΚΟΜΑΘ) η οποία διαμαρτύρεται με σχετικό αναλυτικό της έγγραφο ζητώντας την άμεση ανάκληση αυτής της απαγόρευσης.
Ποιοι και γιατί ζητάνε καθολική απαγόρευση θήρας – Τι απαντούν οι αρμόδιοι στη LiFO
Το Κέντρο Περίθαλψης «Αλκυόνη», η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, η ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ και η WWF Ελλάς απηύθυναν έκκληση στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να προβεί άμεσα σε καθολική απαγόρευση της θήρας -και όχι απλώς στις καμένες εκτάσεις- ως ένα ελάχιστο μέτρο για τη μείωση της επιβάρυνσης στο οικοσύστημα και τη βιοποικιλότητα της Ρόδου που επλήγη σοβαρά από τις πρόσφατες πυρκαγιές. Στην ίδια γραμμή κινούνται κι άλλες οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος και των ζώων, όπως η Πανελλήνια Φιλοζωική και Περιβαλλοντική Ομοσπονδία και το SaveWild – Δίκτυο για την Προστασία της Άγριας Ζωής. Μάλιστα ζητούν ακόμη και καθολική απαγόρευση του κυνηγιού σε όλη τη χώρα.
Ως προς το αίτημα για καθολική απαγόρευση του κυνηγιού στη Ρόδο ο ΓΓ Δασών του ΥΠΕΝ Στάθης Σταθόπουλος απαντά στα Μικροπράγματα της LiFO: «Σε ό,τι αφορά τη Ρόδο, θεωρώ ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος κινήθηκε με ταχύτητα, με αυτό που λέμε με γρήγορα αντανακλαστικά, αλλά και με ψύχραιμη λήψη υπόψιν των επιστημονικών δεδομένων στον κατάλληλο χρόνο. Θα είδατε, για παράδειγμα, ότι η δορυφορική υπηρεσία Copernicus της Ε.Ε. έδειξε ότι, τελικά, οι καμένες εκτάσεις είναι μικρότερες από αυτή που δόθηκε αρχικά στις πρώτες εκτιμήσεις. Οι φλόγες έχουν πλήξει περίπου 176.000 στρ. ενώ η απαγόρευση θήρας ισχύει σε έκταση ξεπερνά τα 300.000 στρ. ενώ περιορίζεται και χρονικά. Αν σε αυτή προσθέσουμε την απόλυτη προστασία των καταφυγίων άγριας ζωής ή περιοχές που προηγήθηκε από τον Ιούνιο απαγόρευση, όπως το Φράγμα Γαδουρά, η έκταση πλησιάζει τα 400.000 στρ. καταλαμβάνει δηλαδή πολύ ευρύτερη της καμένης περιοχή. Πιστεύω, συνεπώς, ότι η προστασία είναι σε έκταση που αντιμετωπίζει επαρκώς και με απόλυτο σεβασμό το πρόβλημα».
Ο αντιπρόεδρος της Π.Ε.Δ.Δ.Υ και μέλος του Δ.Σ ΓΕΩ.Τ.Ε.Ε Νίκος Μπόκαρης σημειώνει στα Μικροπράγματα της LiFO: «Για την περίπτωση των απαγορεύσεων της θήρας στη Ρόδο λήφθηκε υπόψη και η επιστολή των ανωτέρω οργανώσεων όπως και η πρόταση των οικείων Δασικών Αρχών με την οποία προτάθηκε η καθυστερημένη έναρξη της θήρας στο νησί και η μειωμένη κάρπωση σε ορισμένα ενδημικά είδη. Η απαγόρευση της θήρας στη νήσο ρόδο αφορά όχι μόνο στην καμένη περιοχή αλλά και σε μια περίμετρο γύρω από αυτή, ώστε να εξασφαλίζεται ο αναγκαίος ζωτικός χώρος για όλη την πανίδα. Στην περίπτωση της Ρόδου απαγορεύτηκε η θήρα στη διπλάσια έκταση από όση κάηκε στην οποία αν συμπεριληφθούν (προστεθούν) και τα καταφύγια άγριας ζωής που είναι συνεχόμενα της καμένης περιοχής τότε η θήρα απαγορεύεται σχεδόν στο μισό νησί».
Ο Απόστολος Καλτσής εκ μέρους της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας σχολιάζει στα Μικροπράγματα της LiFO: «Το μοναδικό γεγονός που κινητοποίησε το ΥΠΕΝ να κάνει ορισμένες τροποποιήσεις σε σχέση με τη ρύθμιση του κυνηγιού ήταν οι μεγάλες πυρκαγιές και συγκεκριμένα αυτές στη Ρόδο και τον Έβρο. Στη Ρόδο, όπου σχεδόν το 15% του νησιού έχει καεί, η απαγόρευση της θήρας αφορά τις καμένες εκτάσεις και μια περιφερειακή ζώνη: η ρύθμιση αυτή είναι προφανέστατα ανεπαρκής, καθώς τα πουλιά και η πανίδα γενικότερα έχουν βρει καταφύγιο σε άλλες άκαυτες περιοχές του νησιού και η όχληση από την άσκηση του κυνηγιού είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική για την επιβίωσή τους. Θα πρέπει να επεκταθεί η απαγόρευση σε όλη την έκταση του νησιού, όπως αποφασίστηκε και για τον Έβρο, όπου η απαγόρευση αφορά όλον τον νομό. Στον Έβρο, βέβαια, η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη, αφού η καμένη έκταση είναι πραγματικά τεράστια και η πυρκαγιά σε εξέλιξη μετά από 10 ημέρες! Ελπίζοντας να υπάρξει πλήρης κατάσβεση της πυρκαγιάς σύντομα, θεωρούμε ότι το τεράστιο μέγεθος της καμένης έκτασης καθιστά αναγκαίο να επεκταθεί η απαγόρευση κυνηγιού και στο γειτονικό νομό (Περιφερειακή Ενότητα) Ροδόπης, τουλάχιστον στο ανατολικό τμήμα της. Ταυτόχρονα, ανάλογες ρυθμίσεις (απαγόρευση θήρας) θα πρέπει να υπάρξουν και σε άλλες περιοχές που έχουν πληγεί σοβαρά από πυρκαγιές, όπως η Βοιωτία».
Η προβληματική ή ακόμη και μη εφαρμογή των απαγορευτικών διατάξεων
Ωστόσο, μιλώντας στα Μικροπράγματα της LiFΟ ο κ. Καλτσής αναδεικνύει ένα άλλο πρόβλημα εφαρμογής αυτών των απαγορευτικών διατάξεων: «Πρέπει να επισημανθεί πως οι απαγορευτικές διατάξεις για το κυνήγι είναι ένα σημαντικό βήμα, ωστόσο η εφαρμογή τους είναι διαφορετικό ζήτημα. Δυστυχώς στην Ελλάδα υπάρχει το εγγενές πρόβλημα η αρμόδια υπηρεσία για την αντιμετώπιση της λαθροθηρίας, δηλαδή η Θηροφυλακή, να ελέγχεται από τις ίδιες της κυνηγετικές οργανώσεις, με αποτέλεσμα (για πολλούς και πάνω-κάτω προφανείς λόγους) η αποτελεσματικότητά της να είναι περιορισμένη. Οι πολίτες, ωστόσο, που διαπιστώνουν περιστατικά λαθροθηρίας, μπορούν να βρουν στο διαδίκτυο τα τηλέφωνα της θηροφυλακής για την περιοχή που διαμένουν, αλλά μπορούν να τα καταγγέλλουν και στη Δασική υπηρεσία στο τετραψήφιο τηλέφωνο 1591 και στην Αστυνομία».
Τα προβλήματα με την άδεια θήρας και πριν τις πυρκαγιές
Αρκετοί φορείς που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος και των ζώων υπογραμμίζουν ότι το πρόβλημα στη διεξαγωγή της θήρας δεν παρουσιάστηκε μόνο μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές αλλά προϋπήρχε με την νέα ρυθμιστική θήρας.
Εντύπωση προκαλεί η απουσία του νόμου 4830/2021 από τη νέα ρυθμιστική με τη νομική σύμβουλο της ΠΦΠΟ Έλενα Αρβανίτη να εξηγεί στα Μικροπράγματα της LiFO ότι «το συγκεκριμένο ΦΕΚ – όπως και τα προηγούμενα σχετικά – δεν επικαλείται πουθενά τον Νόμο 4830/2021 που αποτελεί πλαίσιο προστασίας όλων των έμβιων όντων. Πρόσφατη Απόφαση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους – 50/2023 – επικυρώνει τη θέση μας ότι ο Νόμος αυτός παρέχει έννομη προστασία σε κάθε ζωντανό πλάσμα: συντροφιάς, παραγωγικό, πτηνό, ερπετό, θαλάσσιο όν. Ο κυνηγός αφενός θηρεύει έμβιο ον και οφείλει να γνωρίζει τους κανόνες που διέπουν και σέβονται τη ζωή. Οφείλει να γνωρίζει τι αποτελεί κακοποίηση κατά τη θήρα, οφείλει να γνωρίζει ότι δεν δημοσιοποιούμε τη θανάτωση του θηράματος, δεν περιφέρουμε αυτό κρεμασμένο από το όχημά μας και γενικά οφείλει να επιδεικνύει σεβασμό. Από την άλλη πλευρά ο κυνηγός είναι κάτοχος ζώου συντροφιάς, επομένως οφείλει να γνωρίζει και να τηρεί απαρέγκλιτα τις διατάξεις του Νόμου 4830/2021 πολλές εκ των οποίων κάνουν ειδική μνεία στα κυνηγόσκυλα και στους ιδιοκτήτες αυτών. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δυστυχώς στην Ελλάδα τα πλέον κακοποιημένα ζώα συντροφιάς είναι τα κυνηγόσκυλα. Εκατοντάδες εντοπίζονται εγκαταλελειμμένα με σήμανση μη καταχωρημένη ή με σήμανση στον αρχικό ιδιοκτήτη ενώ το ζώο πιθανόν στην πορεία της ζωής του να έχει μεταβιβαστεί σε δέκα διαφορετικούς κατόχους που φυσικά είναι αόρατοι. Άρα επιβάλλεται η ρυθμιστική της θήρας μετ’ επιτάσεως να κάνει μνεία στον συγκεκριμένο Νόμο και ειδικά στις ποινές, χρηματικές και μη καθώς και στα υψηλά διοικητικά πρόστιμα που προβλέπει».
Ως προς αυτό ο κ. Στάθης Σταθόπουλος απάντησε στα Μικροπράγματα της LiFO: «Ξεκινώ με ένα δεδομένο, που για πολλά χρόνια ήταν ευχή ή διακήρυξη, όχι,όμως,αυτονόητο θεσμικό πλαίσιο, όπως συνέβαινε από μακρού χρόνου σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης: ότι, δηλαδή, ήδη από διετίας, είναι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη που έχει εξοπλίσει τη χώρα μας με ολοκληρωμένο πλαίσιο για την ευζωία των ζώων συντροφιάς για πρώτη φορά. Με νόμο, με σύνολο, δηλαδή, ρυθμίσεων που ισχύουν ήδη, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση. Χρειάζεται να επαναλαμβάνεται η ρύθμιση σε μεταγενέστερη υπουργική απόφαση ή εισήγηση; Και οι έλεγχοι που θα διεξάγονται κατά τη διάρκεια της θηρευτικής περιόδου και τυχόν οδηγίες ή συστάσεις που ενδεχομένως θα παραστεί ανάγκη να εκδοθούν θα επιβεβαιώνουν το αυτονόητο: ότι, δηλαδή, οι νόμοι ισχύουν και ισχύουν στο ακέραιο. Η ολοκλήρωση του Εθνικού Μητρώου Ζώων Συντροφιάς, η πρώτη, δηλαδή, πλήρης ψηφιακή βάση καταγραφής τους που είναι σε εξέλιξη θα είναι και η τυπική επιβεβαίωση αυτού που σας λέω».
Ως προς το ότι φιλοζωικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι το 80% των αδέσποτων σκύλων προέρχεται από κυνηγόσκυλα και τσοπανόσκυλα ενώ αρκετά συχνά βλέπουμε εγκαταλελειμμένα κυνηγόσκυλα μετά το τέλος της κυνηγετικής περιόδου και μήπως θα έπρεπε να προχωρήσει το ΥΠΕΝ σε συγκεκριμένες ενέργειες για την αποτροπή αυτού του φαινομένου ο κ. Σταθόπουλος είπε στα Μικροπράγματα της LiFO: «Σωστά λέτε ουσιαστικά ότι καταρχάς θα πρέπει να διαχωρίσουμε τα αδέσποτα της πόλης από εκείνα της περιφέρειας. Η δεύτερη κατηγορία ασκεί πολύ μεγαλύτερη πίεση στα οικοσυστήματα και στην πανίδα. Όσο πρόχειρα μπορώ να θυμηθώ αξιόπιστες μελέτες πανεπιστημιακών παρατηρητηρίων, όπως πχ της Ζωολογίας του ΑΠΘ, ο αριθμός κυνηγόσκυλων είναι αρκετά μικρότερος από αυτόν που αναφέρετε, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Με την προηγούμενη ιδιότητά μου στο Πράσινο Ταμείο, διαπίστωσα από κοντά το πρόβλημα σε περιοχές, όπως η Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου και ο Αμβρακικός ή η Λίμνη Κερκίνη στις Σέρρες. Η πιο ρεαλιστική λύση είναι αφενός η όσο γίνεται πιο απόλυτη καταγραφή των κατηγοριών που αναφέρουμε με χρήση της τεχνολογίας και κυρίως το πιο βασικό: να ασκήσουμε πίεση για υπεύθυνη ιδιοκτησία».
Οι κατηγορίες για ικανοποίηση των κυνηγών
Η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία κάνει λόγο για ικανοποίηση των απαιτήσεων της κυνηγετικής συνομοσπονδίας σε πρωτοφανή βαθμό και για μια άνευ προηγουμένου οπισθοδρόμηση με την παράταση για το κυνήγι όλων των θηρεύσιμων υδρόβιων πουλιών μέχρι τις 10/2, την ώρα μάλιστα που ΕΕ βρίσκεται ένα βήμα πριν κινήσει προδικαστική διαδικασία εναντίον της Ελλάδας για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται το κυνήγι στη χώρα μας.
Ως προς αυτό ο κ. Στάθης Σταθόπουλος απαντά στα Μικροπράγματα της LiFO: «Σέβομαι τις απόψεις της Εταιρίας, τις μελετώ πάντα, έχουν συχνά επηρεάσει αποφάσεις της διοίκησης στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα την προηγουμένη διετία με το τρυγόνι, δεν με βρίσκουν όμως πάντα σύμφωνο μαξιμαλιστικές απόψεις. Η προηγούμενη τετραετία θεωρώ ότι ήταν περίοδος ενίσχυσης της συνεργασίας και της χρηματοδότησης των οργανώσεων των πολιτών ή επιστημονικών- πολλά τα παραδείγματα- και επί του ερωτήματος νομίζω ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος». Ενώ ο κ. Νίκος Μπόκαρης απαντά: «Η πρόταση της Ορνιθολογικής και η πρόταση της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας (γιατί και οι δύο φορείς συμπεριλαμβάνονται στους φορείς που καλούνται να καταθέσουν προτάσεις) κρίθηκαν από τη διοίκηση με επιστημονικά κριτήρια τα οποία αναφέρονται στο προοίμιο της ρυθμιστικής και η τελική αποδοχή της μιας ή της άλλης πρότασης που καταθέτουν οι δυο πλευρές δεν έχει «χαριστικά» χαρακτηριστικά. Εξάλλου όλα έχουν τη δυνατότητα να κριθούν δικαστικά στην περίπτωση προσφυγής στο ΣτΕ».
Αυτοί που κλήθηκαν και αυτοί που δεν… κλήθηκαν πριν
Βέβαια η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία μέσω του κ. Απόστολου Καλτσή διαψεύδει στα Μικροπράγματα της LiFO ότι κλήθηκε να καταθέσει προστάσεις: «Η ΟΡΝΙΘΟΛΟΓΙΚΗ δεν κλήθηκε ούτε φέτος, ούτε τα προηγούμενα χρόνια από το Υπουργείο να παράσχει γνώμη σχετικά με τη Ρυθμιστική Απόφαση: πάντα με δική μας πρωτοβουλία υποβάλλουμε στο Υπουργείο τις προτάσεις μας και τα νεότερα επιστημονικά στοιχεία που τις υποστηρίζουν. Φυσικά και φέτος οι προτάσεις αυτές δεν εισακούστηκαν, και μάλιστα η φετινή Ρυθμιστική Απόφαση περιλαμβάνει ακόμα και δυσμενέστερες για τα πουλιά διατάξεις σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, καθώς η κυνηγετική περίοδος για όλα τα υδρόβια πουλιά (πάπιες κ.α.) διευρύνεται κατά 10 ημέρες, μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου, περίοδο όπου τα πουλιά έχουν ήδη εισέλθει στην προ-αναπαραγωγική περίοδο. Παράλληλα, διατηρείται η δυσμενής πρόβλεψη σχετικά με την κάρπωση (συνολικός αριθμός πουλιών που επιτρέπεται να σκοτωθούν) του Τρυγονιού, η οποία παραμένει πολύ υψηλή (120.000 πουλιά) τη στιγμή που ο συνολικός Ευρωπαϊκός πληθυσμός του είδους εμφανίζει σημαντική μείωση, ενώ το συγκεκριμένο είδος υποφέρει σημαντικά και από την εαρινή λαθροθηρία (κυρίως στα Ιόνια νησιά), την οποία το ελληνικό Κράτος ανέχεται, επιλέγοντας στην πράξη να μην κάνει κανέναν έλεγχο».
Σε σχετική ερώτηση της LiFO για το με ποιους αρμόδιους φορείς συνδιαλέγονται πριν την έκδοση της Αδείας Θήρας αλλά και τις αποφάσεις πχ για απαγόρευση του κυνηγιού στην ΠΕ Έβρου, ο κ. Στάθης Σταθόπουλος απάντησε ότι «δέχονται σε διάλογο κάθε φορέα που το ζητά και μελετά με προσοχή τις απόψεις που διατυπώνουν επιστημονικές ή μη κυβερνητικές οργανώσεις πολιτών. Προσωπικά δηλώνω διαθέσιμος για διάλογο με οποιονδήποτε φορέα εμπλέκεται στο ζήτημα, ώστε να δούμε πράγματα για το μέλλον που πιθανόν μπορεί να λειτουργήσουν καλύτερα. Μακριά από εμάς αντιλήψεις ότι υπάρχει οποιοσδήποτε που κατέχει την απόλυτη αλήθεια, οπωσδήποτε, όμως, εφαρμόσιμη και ορθή πολιτική είναι εκείνη που καταλήγει σε αποφάσεις και αποτέλεσμα».
Η θέση της ΠΦΠΟ
Η Έλενα Αρβανίτη παραδέχεται ότι «η πρόσφατη ρυθμιστική κάνει ένα βήμα εμπρός με την τριετή απαγόρευση του κυνηγίου σε συγκεκριμένες πυρόπληκτες περιοχές της Ρόδου που εκτείνονται στα 300.000 περίπου στρέμματα». Εντούτοις, υπογραμμίζει στα Μικροπράγματα της LiFO πως «το βέλτιστο θα ήταν η απαγόρευση να καλύπτει όλη την περιφέρεια του νησιού της Ρόδου ακριβώς – όπως πολύ σωστά συνέβη με τον Νομό Έβρου. Η απαγόρευση θα ήταν επιθυμητό να είναι οριστική και ισόβια, προφανώς αυτό είναι μάλλον δύσκολο. Σε όλες όμως τις πληγείσες περιφέρειες πρέπει να εφαρμοστεί τουλάχιστον τριετής ολική απαγόρευση θήρας».
«Οι ίδιοι οι κυνηγοί που επαίρονται ότι προστατεύουν, αγαπούν και σέβονται το περιβάλλον θα έπρεπε στον παρόντα χρόνο που ο αφανισμός της πανίδας και των δασών είναι δυσθεώρητος να παραδώσουν μόνοι τους τα όπλα τους και να ταχθούν ως εθελοντές στον αγώνα της αναδάσωσης και προσφοράς στη ζωή που απέμεινε και όχι να καιροφυλακτούν με την κάνη προτεταμένη να αφανίσουν ότι απέμεινε», καταλήγει.
Στην πρώτη γραμμή για την προστασίας της άγριας ζωής στην Ελλάδα βρίσκεται το SaveWild, ένα δίκτυο στη χώρα που είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στη θωράκιση της άγριας ζωής από τους κινδύνους του κυνηγιού και διάφορους ανθρωπογενείς κινδύνους, και σχολιάζει στα Μικροπράγματα της LiFO για τη νέα Ρυθμιστική Θήρας: «Η αποκάλυψη της τελευταίας ρυθμιστικής θήρας προκάλεσε κύμα επικρίσεων, με πολλές φωνές να αντιδρούν σθεναρά. Το κυρίαρχο συναίσθημα είναι αυτό της βαθιάς δυσαρέσκειας, που αγγίζει τα όρια της δυσπιστίας, καθώς οι αλλαγές που παρουσιάστηκαν στερούνται προηγούμενου και αποπνέουν έναν αέρα απαράδεκτο. Η πολυετής υποβολή λεπτομερώς επεξεργασμένων προτάσεων φαίνεται να έχει πέσει στο κενό, αφήνοντας διάφορους φορείς και συλλογικότητες απογοητευμένους από την έλλειψη προσοχής στις τεκμηριωμένες προτάσεις τους. Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι ενέργειες του Υπουργείου Περιβάλλοντος, το οποίο φαίνεται να έχει επιλέξει να παραβλέψει αυτές τις τεκμηριωμένες προτάσεις».
Το SaveWild κάνει λόγο για τρεις κρίσιμες αλλαγές:
1. Μια αξιοσημείωτη παράταση της κυνηγετικής περιόδου για όλα τα υδρόβια πτηνά, που εκτείνεται σε πρωτοφανείς επιπλέον 10 ημέρες. Η παράταση αυτή, που εκτείνεται από τις 31 Ιανουαρίου του Ρυθμιστικού 2022 έως τις 10 Φεβρουαρίου, προκαλεί ερωτηματικά λόγω της χρονικής της επικάλυψης με την προ-αναπαραγωγική μεταναστευτική φάση αυτών των πτηνών.
2. Η παράταση της κυνηγετικής περιόδου για τα κοτσύφια στο δεύτερο μισό του Φεβρουαρίου – μια περίοδο κατά την οποία τα πλάσματα αυτά βρίσκονται για τα καλά στην περίοδο ωοτοκίας και αναπαραγωγής τους. Αυτή η απόκλιση από τα καθιερωμένα πρότυπα στη διαχείριση της άγριας ζωής έχει συγκεντρώσει αρκετούς επικριτές.
3. Ίσως το πιο αμφιλεγόμενο, η διατήρηση ενός αμετάβλητου επιπέδου θήρας των τρυγονιών-τόσο σε ημερήσια όσο και σε συγκεντρωτική βάση- αντιβαίνει στις πιεστικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιμονή της ΕΕ να σταματήσει το κυνήγι αυτού του μειούμενου είδους συνάντησε σθεναρή επίπληξη στο πλαίσιο των νέων κανονισμών.
«Η χρονική συγκυρία αυτών των αλλαγών είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη, καθώς συμβαίνουν καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να κινήσει διαδικασίες κατά της χώρας για τις θεωρούμενες ανεπάρκειες στις κυνηγετικές πρακτικές της. Προσθέτοντας ένα επίπεδο πολυπλοκότητας, η διαρροή του περιεχομένου της Ρυθμιστικής 2023 σε μέσα ενημέρωσης που τάσσονται υπέρ του κυνηγιού προηγείται ακόμη και της υπογραφής του Υπουργού Περιβάλλοντος, ρίχνοντας μια σκιά αμφιβολίας πάνω από την όλη διαδικασία. Με λίγα λόγια, ενώ οι νομοθεσίες άλλων κρατών μελών προσεγγίζουν την κυνηγετική δραστηριότητα από την σκοπιά της προστασίας της άγριας φύσης, όπως θεμελιώνεται σε όλες τις Συμβάσεις και τις κοινοτικές οδηγίες, ως «μη διαθέσιμη κληρονομιά του κράτους που (οφείλει να) προστατεύεται προς το συμφέρον της εθνικής και διεθνούς κοινότητας», η εγχώρια νομοθεσία δεν αποτελεί παρά κακέκτυπο εγχειριδίου παρωχημένων κυνηγετικών πρακτικών», συμπληρώνει ο κ. Χρήστος Τακλής, εκ μέρους του Save Wild.
SaveWild: Οι αλλαγές που ζητάει γενικότερα για τη ρυθμιστική θήρας και ειδικότερα για το κυνήγι μετά τις φετινές πυρκαγιές
Οι καταστροφικές πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού είναι ακόμη δυστυχώς σε εξέλιξη. Πιστεύουμε πως αυτή τη στιγμή δεν έχει νόημα να συζητάμε για οποιαδήποτε αλλαγή στη ρυθμιστική της κυνηγετικής δραστηριότητας αλλά για συνολική παύση του κυνηγιού για ένα διάστημα τουλάχιστον τριών ετών ώστε να μπορέσει να υπάρξει μία ελάχιστη αποκατάσταση των πληγέντων οικοσυστημάτων.
Οι ατελείωτες σε αριθμό και έκταση πυρκαγιές του φετινού αλλά και των προηγούμενων καλοκαιριών έχουν ως αποτέλεσμα τον άμεσο αφανισμό ενός σημαντικού ποσοστού της πανίδας της χώρας μαζί με την καταστροφή των δασικών εκτάσεων και των οικοσυστημάτων. Όσα ζώα διέφυγαν της πυρκαγιάς εκδιώκονται ως άλλοι περιβαλλοντικοί μετανάστες από τα φυσικά τους ενδιαιτήματα σε αναζήτηση τροφής και καταφυγίου. Αυτό οδηγεί στην υποβάθμιση των οικοτόπων, καθώς τα ζώα αναγκάζονται να ανταγωνίζονται για πόρους σε νέες περιοχές. Οι συνθήκες συνεχούς υποβάθμισης του περιβάλλοντος της χώρας οδηγούν στην εξαφάνιση ορισμένων ειδών, καθώς δεν είναι πλέον σε θέση να επιβιώσουν στους φυσικούς τους βιότοπους. Και δυστυχώς οι πυρκαγιές και η με κάθε τρόπο υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος δεν θα σταματήσει εδώ, αφού νέες φωτιές θα συνεχίσουν να καταστρέφουν τη χώρα στο επόμενο διάστημα και τα επόμενα χρόνια.
Μαζί με τις προσπάθειες για την άμεση και με κάθε διαθέσιμο μέσο αποφυγή νέων ξεσπασμάτων πυρκαγιών θα πρέπει να διασφαλιστεί η αποκατάσταση των πληγέντων οικοσυστημάτων και η περεταίρω υποβάθμιση του περιβάλλοντος της χώρας. Η κυνηγητική δραστηριότητα ακόμα κι αν περιοριστεί αυστηρά σε περιοχές που δεν έχουν πληγεί από πυρκαγιές θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για το σύνολο της πανίδας της χώρας. Ενόψει των τραγικών επιπτώσεων από τις καταστροφικές πυρκαγιές των τελευταίων ετών στο σύνολο της χώρας μας. Ζητούμε την παύση της κυνηγητικής δραστηριότητας για ένα διάστημα τριών ετών ώστε να διασφαλιστεί η προστασία και η ανάκαμψη της πανίδας και των οικοσυστημάτων.
Το σχέδιο του ΥΠΕΝ μετά τις πυρκαγιές
Για το ποια είναι η επόμενη ημέρα για το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ο Γενικός Γραμματέας Δασών απάντησε στα Μικροπράγματα της LiFO:
«Κανείς αντικειμενικός κριτής της κατάστασης δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι φέτος υπήρξε πρωτοφανούς έκτασης συνδρομή λόγων που οδήγησαν στις πυρκαγιές. Θέλουμε να δούμε το παρόν, να βρούμε τις αιτίες, προφανώς και τυχόν λάθη ή παραλείψεις και να τα καταφέρουμε καλύτερα.
Βασικοί στόχοι είναι η όσο το δυνατόν συντομότερη αποκατάσταση των ζημιών, με προτεραιότητα στις πιο επείγουσες, η ενίσχυση της πρόληψης και της προγραμματισμένης με ποσοτικούς στόχους και χρονοδιαγράμματα απομάκρυνσης της βιομάζας που συγκεντρώνεται στα δασικά συστήματα, η εφαρμογή της τρίτης φάσης του Antinero/ αναδάσωση και πρόληψη και η οργάνωση της παρακολούθησης συνολικά των οικοσυστημάτων, φυσικά και η εξέταση της ενίσχυσης της δασικής υπηρεσίας με συστήματα νέας τεχνολογίας, ώστε να είναι καλύτερα εξοπλισμένη.
Είμαι αισιόδοξος ότι σύντομα θα πετύχουμε ουσιαστικά αποτελέσματα στην κατεύθυνση αυτή».










