Καλικάντζαροι και τριβόλια και διαόλια, γιατί όλοι πλέον την ψάχνουν με τον λαογραφικό τρόμο; Μίλησα με τον Δημήτρη Λογοθέτη και την Ιφιγένεια Καμπέρη για το τι είναι ο λαογραφικός τρόμος, γιατί έχει αποκτήσει ξαφνικά τεράστιο κοινο στην χώρα για διάφορα άλλα περίεργα θέματα με αφορμή το βιβλίο «Τζον Σάιλενς. Αρχαίες Μαγείες κι άλλες απόκρυφες υποθέσεις» του Α. Μπλάκγουντ που μετέφρασε ο Δημήτρης και εικονογράφησε η Ιφιγένεια.

Δημήτρης: Ο «λαογραφικός τρόμος», κατά το «folk horror», είναι ένας όρος ομπρέλα, κάτω από τον οποίο εντάσσονται όλα όσα έχουν να κάνουν με τις υπερφυσικές παραδόσεις της υπαίθρου, αλλά και καθετί αλλόκοτο και τρομακτικό εμφυλοχωρεί στην επαρχία. Απομονωμένα επαρχιακά τοπία και κλειστές κοινωνίες, μαγικοθρησκευτικές παραδόσεις, παράξενα έθιμα, τοπικοί θρύλοι και παγανιστικές δοξασίες που επιβιώνουν στο χρόνο, παρά την καθιέρωση του χριστιανισμού· αυτά, από κοινού με μια νοσταλγία για έναν πιο φυσικό τρόπο ζωής, την ανάγκη για επαναμάγευση της πραγματικότητας και τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και το μοντερνισμό, συνιστούν τα συστατικά του στοιχεία. Τα παραπάνω, ωστόσο, είναι μονάχα μια επιφανειακή περιγραφή ενός υποείδους που μετράει κάτι παραπάνω από δυο αιώνες. Βλέπεις, ο λαογραφικός τρόμος είναι στην πραγματικότητα εγγόνι του ρομαντισμού και παιδί του fin de siècle, σε μια προσπάθεια αντίδρασης απέναντι στον ορθολογισμό, την εκβιομηχάνιση, τη μαζική αστικοποίηση και γενικότερα το μοντέλο ζωής που επέβαλε ο καπιταλισμός.
Όσον αφορά εμένα, έχει να κάνει με τη γιαγιά μου, τις ιστορίες που άκουγα για την παπαδιά που δεν έλιωσε στο μνήμα, τη μάγισσα που τάιζε τα ξωτικά ζάχαρη από την παλάμη της, τους καλικαντζάρους που έκλεβαν τα φρούτα του γείτονα, τα χαροπούλια, τον προπάππου μου, που έλυσε τα μάγια που κάνανε στη προγιαγιά μου —όσα «μελετούσαν οι παλιοί». Περισσότερο, όμως, αφορά ένα «όνειρο», μια γυναίκα με κατάλευκο δέρμα και ολόμαυρα μάτια να μου γνέφει πίσω από το δέντρο του κήπου, γεγονός που ακόμη και σήμερα κάνει το βλέμμα μου να σταματάει στο σημείο και να περιμένει. Με λίγα λόγια είναι όλα όσα με συνδέουν με τα παιδικά μου χρόνια, τις γιαγιάδες μου, τους παππούδες μου που δεν γνώρισα, όσους ήρθαν πριν από εμένα κι όσους θα έρθουν μετά.

Ιφιγένεια: Τον ακαδημαϊκό ορισμό τον αφήνω στον Δημήτρη. Εγώ θα περιγράψω το folk horror ως mood: Πες πως πήγες βόλτα στο δάσος και, εκεί που περπατάς και σκέφτεσαι, περνάς πάνω από έναν πεσμένο κορμό με περίεργο σχήμα. Ξαφνικά, νιώθεις πως όλα γύρω σου είναι λίγο off· είναι όπως πριν, αλλά και λίγο διαφορετικά. Από μακριά ακούς κουδουνίσματα και μια παράξενη μουσική από φλογέρα. Αναρωτιέσαι πού βρέθηκαν οι κατσίκες. Βρίσκεσαι σε ένα ξέφωτο και παρατηρείς ότι μεγάλες κάθετες πέτρες σχηματίζουν έναν κύκλο. Περπατάς ως το κέντρο του, όταν ένας ξαφνικός άνεμος σού παίρνει το φουλάρι. Τρέχεις να το πιάσεις και τότε ακούς σουρσίματα, γέλια και ποδοβολητά από οπλές στα φυλλώματα. Κοιτάς προς τα εκεί, μα δεν μπορείς να διακρίνεις ποιος ή τι είναι. Νιώθεις τον κίνδυνο αλλά ταυτόχρονα έχεις γοητευτεί τόσο που θες να πας προς το μέρος τους, θες να μπεις πιο βαθιά στο δάσος —ακόμα κι αν δεν γυρίσεις ποτέ…
Σε προσωπικό επίπεδο, νομίζω ότι η αγάπη μου για αυτή τη λογοτεχνία αντικατοπτρίζει τα λίγα χρόνια που έζησα στην Σκωτία. Το ατμοσφαιρικό τοπίο, ο υγρός καιρός, τα μουντά χρώματα και η φύση έκαναν κάτι στην ψυχή μου. Μια χρονιά πήρα μέρος στο Beltane, την μεγάλη γιορτή της Άνοιξης που αναβιώνει κάθε χρόνο από τις παγανιστικές, και όχι μόνο, κοινότητες του Εδιμβούργου. Μέρος της εμπειρίας μου έγιναν η Τελετή, οι αρχετυπικές μορφές της May Queen και του Green Man και οι ακόλουθοί τους, η προετοιμασία και οι άνθρωποι που γνώρισα. Γυρνώντας στην Ελλάδα αυτά τα συναισθήματα θάφτηκαν για πολλά χρόνια. Ευτυχώς, η λογοτεχνία με βοήθησε να τα ξαναβρώ. Τώρα, κάθε φορά που διαβάζω για αρχαίους θεούς, μαγείες και απαγορευμένη γνώση, η παγανιστική φλογίτσα, που καίει στην ψυχή μου, φουντώνει και νιώθω ωραία.
Ποιες ήταν οι σημαντικότερες δυσκολίες που συνάντησες στη μετάφραση του βιβλίου;
Δημήτρης: Από όσους συγγραφείς έχω προσπαθήσει να μεταφράσω ως τώρα, όλοι της ίδιας περιόδου, ο Μπλάκγουντ παραμένει ο πλέον δύστροπος. Φοβερά μακροπερίοδος λόγος, που ενίοτε δεν λειτουργεί στη νέα ελληνική· αρχαϊστικές εκφράσεις, λεξιλόγιο των αρχών του 20ού αι. —μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1908· η αποκρυφιστική αργκό που συχνά υιοθετεί· η μη-ευκλείδεια γεωμετρία που χρειάστηκε να μάθω ώστε να μεταφράσω σωστά τα αξιώματα και τη μαθηματική ορολογία που χρησιμοποιεί στο τελευταίο διήγημα· οι ζωηρές περιγραφές του φυσικού και μεταφυσικού τοπίου. Σε ετούτα πρόσθεσε τον μεγάλο όγκο των ιστοριών, και κάπως έτσι καταλήγεις πονοκεφαλιασμένος να διορθώνεις παραμονή Χριστουγέννων ένα δοκίμιο 500 σελίδων και να προσεύχεσαι να μη σου ξεφύγει αγγλισμός.
Ποια ήταν η προσέγγιση σου στην εικονογράφηση των ιστοριών;
Ιφιγένεια: Κοιτάξαμε πολύ εικονογραφήσεις του «Weird Tales» και άλλων pulp περιοδικών του ’20, ’30 και ‘40. Όπως και με το δικό μας βιβλίο, υπήρχε ο περιορισμός του χρώματος. Καθώς τυπώνονταν μαζικά σε φτηνό χαρτί, οι εκτυπώσεις έχουν μια ιδιαίτερη υφή, όπου τα λευκά είναι λερωμένα και τα μαύρα δεν έχουν τυπωθεί καλά. Υπάρχουν έντονες φωτοσκιάσεις, ιδιαίτερες συνθέσεις και παιχνίδια που προκύπτουν από τους περιορισμούς του μέσου. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τα γκροτέσκα θέματα, φτιάχνουν μια ιδιαίτερη, σαγηνευτική ατμόσφαιρα μυστηρίου και σασπένς. Προσπάθησα, λοιπόν, να μεταφέρω κάτι από αυτή την ατμόσφαιρα στις εικονογραφήσεις μου. Κάποιες εικόνες αποτελούν αναφορές σε διαφορετικές Ταρώ, συγκεκριμένα στην Rider-Waite, εικονογραφημένη από την Pamela Colman Smith και στην Thoth του Aleister Crowley, εικονογραφημένη από την Lady Frieda Harris. Ο Δημήτρης υπήρξε πολύτιμη βοήθεια, σε ρόλο art director, όπως τον έχρισα. Με καθοδήγησε εύστοχα προς την τρομακτική και αλλόκοτη ατμόσφαιρα που θέλαμε να αποδώσουμε. Είχε ωραίες ιδέες, αφού ήξερε το αντικείμενο καλύτερα, και ήταν πολύ υποστηρικτικός. Πράγματι, μια εξαιρετική συνεργασία!
Πείτε μας γιατί επελέγη οAlgernonBlackwood και αυτές οι ιστορίες του για να μεταφραστούν.
Δημήτρης: Ο Μπλάκγουντ αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο στη λογοτεχνία του αλλόκοτου, που για κάποιον παράδοξο λόγο δεν είχε λάβει την προσοχή που του έπρεπε ως τώρα, τουλάχιστον από ένα ευρύτερο εκδοτικό και αναγνωστικό κοινό. Μέχρι να ξεκινήσει η μετάφραση, είχαν κυκλοφορήσει επί της ουσίας δυο-τρεις νουβέλες και ορισμένες cult ανθολογίες, που γνώριζε περιορισμένος αριθμός ανθρώπων. Ήταν, επομένως, ευκαιρία να συστήσουμε το έργο του συγγραφέα. Μην κοιτάς που στους μήνες που μεσολάβησαν ανακοινώθηκαν τρία βιβλία του. Παρόλα αυτά και παρά τις σοβαρές εκδόσεις που κυκλοφόρησαν, αυτό που συνέχιζε να λείπει ήταν μια πλήρης, από κάθε άποψη, συλλογή του, η οποία θα συνοδεύεται από μια κριτική βιογραφία και ένα εκτενές εισαγωγικό σημείωμα σε σχέση με την ίδια και τη θέση της στην ιστορία των ιδεών. Αν χαρακτήρισε μια συλλογή το έργο του, αυτή ήταν οι ιστορίες του Τζον Σάιλενς, του πρώτου επί της ουσίας πλήρους απασχόλησης ερευνητή υπερφυσικών φαινομένων, που καθιέρωσε στο χώρο το συγγραφέα και τον εξασφάλισε οικονομικά για περίπου 6 χρόνια. Ήθελα, λοιπόν, από καιρό να μεταφράσω ένα βιβλίο που να περιστρέφεται γύρω από το έργο των πρώτων occult detectives κι ως αποτέλεσμα πρότεινα το «Τζον Σάιλενς. Αρχαίες Μαγείες κι άλλες απόκρυφες υποθέσεις», που επί της ουσίας αποτελεί τη βάση όλων των μετέπειτα ερευνητών, από τον Καρνάκι του Γ. Χ. Χόντσον μέχρι τους Μόλντερ και Σκάλι των X–Files.
Γιατί υπάρχει αυτή η αύξηση του ενδιαφέροντος του ελληνικού κοινού για τον λογοτεχνικό τρόμο και ιδιαίτερα για αυτό που ονομάζεται “λαoγραφικός τρόμος”;
Δημήτρης: Η αύξηση του ενδιαφέροντος προς τον τρόμο, νομίζω, είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Ένας εξ αυτών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η ανάγκη του κόσμου, όπως έλεγε ο Ρ. Άικμαν, να ξαφνιαστεί και να εκτονωθεί στο πλαίσιο ενός αυστηρά ορισμένου και προβλέψιμου μηχανιστικού κόσμου. Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό να προσθέσουμε την εκδοτική κατάσταση στην Ελλάδα. Από τη μια εκδοτικοί οίκοι και αναγνώστες, που στον παρελθόν αντιμετώπιζαν επιφυλακτικά τον τρόμο, αν όχι ως παραλογοτεχνία, τείνουν πλέον να αναγνωρίσουν την αξία και τη σημασία του, και από την άλλη, αρκετοί που παρήγαν έργο εδώ και δεκαετίες, ανανεώνονται, παύοντας να αντιμετωπίζουν το υλικό τους ως cult. Κατά συνέπεια, έρχεται ένα κύμα από πολύ προσεγμένες εκδόσεις που συστήνουν εκ νέου το είδος, απομακρύνοντάς το, καλώς ή κακώς, από τα μονοπάτια του παρελθόντος.
Αναφορικά με τον λαογραφικό τρόμο, αποτελεί απόρροια ενός ευρύτερου φαινομένου. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι, στρεφόμενοι προς αυτόν, ή συγγενή είδη, αναζητούν, κατ’ αντιστοιχία με τους πρωταγωνιστές των ιστοριών, τα μέσα, χάρις τα οποία θα μπορέσουν να παρέμβουν στην καθημερινότητά τους, θα έρθουν σε ρήξη με τις κυρίαρχες τάσεις, τον υλισμό και προπάντων την απομάγευση της ζωής και του περιβάλλοντος χώρου —αντίθετα με άλλα υποείδη, το συγκεκριμένο δεν διαπνέεται μόνο από το αίσθημα του τρόμου, με το δέος και την πίστη στη μαγική διάσταση των πραγμάτων να αποτελούν δομικό του στοιχείο. Σε μια post–covid περίοδο, συνεπώς, όπου ο άνθρωπος συνειδητοποίησε και βίωσε τον εγκλεισμό του εντός της πόλης, του σπιτιού του κ.λπ., δεν μοιάζει παράλογη η αναζήτηση τρόπων επανοικειοποίησης της υπαίθρου, του παρελθόντος και των παραδόσεων.
Κρίνοντας επίσης από το σεμινάριο «Ο λαογραφικός τρόμος στον κινηματογράφο» που επιμελούμαστε εδώ και δυο χρόνια με την κριτικό κινηματογράφου, Βαρβάρα Κοντονή, στο πλαίσιο του Κινηματογραφικού Τομέα του Π.Ο.Φ.Π.Α., παρατηρώ ότι ο κόσμος, και ειδικά οι νεότερες ηλικίες (18-45), ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για την ελληνική παράδοση, αντίθετα με το παρελθόν, που χαρακτηριζόταν από ξενομανία. Αυτό συμβαίνει επειδή πρόκειται για κάτι οικείο· θέλουν να διαπραγματευτούν τα βιώματά τους, τις εμπειρίες και τα ακούσματά τους ως κάτοικοι ή περιοδικοί επισκέπτες της ελληνικής επαρχίας, πράγματα που παλιότερα μπορεί να μην τους έκαναν εντύπωση ή ακόμη και να τα απαξίωναν. Παρ’ όλα αυτά, και πάλι σε αντίθεση με το παρελθόν, το ενδιαφέρον που σημειώνεται προς την ελληνική —υπερφυσική κυρίως— παράδοση, αφορά ένα κοινό με ριζοσπαστικές τάσεις, όχι αντιδραστικές και συντηρητικές. Η νεοελληνική μυθολογία, γέννημα των κατώτερων τάξεων, δεν ρομαντικοποιείται πλέον, αλλά επανοικιοποιείται, απομακρύνεται από τα χέρια των πατριδολατρών και των εθνικιστών, που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν την καταλάβαιναν, και χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων για να εξερευνήσει, αλλά και να δώσει φωνή σε ζητήματα, όπως το φύλο, οι queer ταυτότητες, η εξεγερτική διάσταση των λαογραφικών παραδόσεων κ.ά. (βλ. το Εκείνοι που δεν έφυγαν (2024) της Αταλάντης Ευριπίδου).
Ιφιγένεια: Από όσο γνωρίζω το folk horror ως genre ήρθε ξανά στην επικαιρότητα όταν έκανε επιτυχία η ταινία «The VVitch» (Robert Eggers, 2015) και λίγο αργότερα το «Midsommer» (Ari Aster, 2019). Κάπου εκεί υπήρξε ένα γενικότερο magic revival, που φούντωσε, μάλλον και λόγω καραντίνας, στις διαδικτυακές κοινότητες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υποθέτω ότι όλα αυτά ανατροφοδοτούνται. Έγινε μόδα, θα έλεγα. Με κάποια καθυστέρηση έφτασε και στην Ελλάδα. Το γείωσα λίγο, ε;
Για τον λογοτεχνικό τρόμο γενικότερα δεν ξέρω. Παλιότερα διάβαζα Lovecraft με πολλές ενοχές, γιατί ένιωθα πως κάνω κάτι ανώριμο, κάτι που θα έπρεπε να έχω ξεπεράσει μετά την εφηβεία. Υπήρχε η αντίληψη ότι αυτό δεν είναι «σοβαρή λογοτεχνία», μα κάτι υποδεέστερο —ή έτσι νόμιζα εγώ, τουλάχιστον. Τώρα βλέπεις «Το Κάλεσμα του Κθούλου» από τις εκδόσεις «ΔΩΜΑ» και σκέφτεσαι «σοβαρά τώρα;». Από την άλλη, αυτό είναι καλό! Θέλουμε καλές μεταφράσεις και όμορφες εκδόσεις της αλλόκοτης λογοτεχνίας στα ελληνικά και για να υπάρξουν χρειαζόμαστε ενημερωμένο κοινό. Και όχι όλο τα ίδια και τα ίδια κείμενα, παρακαλώ, υπάρχουν τόσα πολλά!
Ποιες είναι οι διαφορές και τα κοινά σημεία τουfolkhorror της Δύσης με τις βαλκανικές και τις δικές μας εκδοχές του;
Δημήτρης: Όταν η Δύση αποτελούσε θέατρο συγκρούσεων μεταξύ μοντερνισμού και παράδοσης, η Ελλάδα και τα λοιπά Βαλκάνια βρίσκονταν υπό οθωμανική κατοχή και στη συνέχεια σε κατάσταση εθνικοαπελευθερωτικών διαδικασιών. Εκεί, λοιπόν, που οι χώρες του δυτικού κόσμου υιοθετούσαν τις μαγικές παραδόσεις ως τρόπο αντίδρασης απέναντι στον υλισμό της νέας αστικής πραγματικότητας, τα νεότευκτα βαλκανικά κράτη προσπαθούσαν να τις αποτινάξουν και να γίνουν μέρος της τελευταίας, ώστε να μην θεωρούνται πλέον Ανατολή ή κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά συνέπεια, πολύ συνειδητά, το είδος δεν καλλιεργήθηκε, μιας και προσπαθούσαν να κατασκευάσουν τις νέες τους εθνικές ταυτότητες, μακριά από ό,τι τις χαρακτήριζε μέχρι τότε. Με εξαίρεση ορισμένους πεζογράφους και ποιητές, που είχαν επηρεαστεί από το εξωτερικό και δίχως να μιλάμε για ένα μεγάλο σώμα έργου, σε αυτές τις χώρες, ο τρόμος ακμάζει επί της ουσίας τώρα.
Ο λαογραφικός τρόμος των δυτικών χωρών, εξευγενισμένος συχνά και νηφάλιος, εμπνεόταν κυρίως από την εθνολογική καταγραφή και ερμηνεία των παγανιστικών παραδόσεων που επιβίωναν ως τον 19ο και τον 20ό αι., την αρχαιολογία που έφερνε στο φως νεολιθικά, ρωμαϊκά και μεσαιωνικά κατάλοιπα, τις εκάστοτε τοπικές παραδόσεις και τις θεωρίες των σύγχρονων μαγικών ταγμάτων. Αντίθετα, στα Βαλκάνια παρατηρείται αυτό που έχει χαρακτηρίσει πολύ εύστοχα ο Álvaro García Marín ως μαγική ηθογραφία, δηλαδή ως επί το πλείστον ηθογραφίες που εμπεριέχουν το μαγικό και υπερφυσικό στοιχείο. Έτσι, στα βαλκανικά παραδείγματα, αντιλαμβανόμαστε κυρίως τον κόσμο από τη θέση των κατοίκων της επαρχίας, του λαού και των κατώτερων τάξεων, καθιστώντας μας κοινωνούς των παραδόσεων και της ζωής τους, σε αντίθεση με τα βρετανικά που συνήθως ταυτίζουν τον αναγνώστη με τον αστό επισκέπτη/«αποικιοκράτη»/ερευνητή, ήτοι τον εισβολέα. Επιπλέον, μια σημαντική διαφορά είναι η παρουσία του ορθόδοξου χριστιανισμού, με τις εκκλησίες, τους ιερείς και τα νεκροταφεία να κυριαρχούν στην αφήγηση, αντίθετα από τη Δύση που, παρότι το εκκλησιαστικό περιβάλλον είναι συχνά παρόν, η θρησκεία καθαυτή διαδραματίζει δευτερεύοντα ρόλο. Προφανώς τα χαρακτηριστικά αυτά δεν υφίστανται πλέον, καθώς οι σύγχρονοι συγγραφείς, επηρεασμένοι από την παγκόσμια λογοτεχνία και απαλλαγμένοι από τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του παρελθόντος άλλοτε ομοιάζουν περισσότερο με τους δυτικούς ομολόγους τους κι άλλοτε ισορροπούν ανάμεσα στους δυο κόσμους, παραδείγματος χάριν ο Χρ. Τσαπραΐλης και ο Κ. Δομινίκ.
Ιφιγένεια: Δυτικό folk horror = μάγισσες με σκουπόξυλα και πουριτανοί της Νέας Αγγλίας, occult θέματα των δυτικών μαγικών παραδόσεων, ξεχασμένα χωριά της Αγγλικής υπαίθρου με παράξενα παγανιστικά έθιμα, αρχαίες φυλές, μάγοι και δρυΐδες, σκοτεινά δάση, στοιχειωμένα κάστρα και μαγικά πλάσματα, όπως για παράδειγμα νεράιδες, ξωτικά, βρικόλακες, λυκάνθρωποι κ.ά. Επίσης, Αδερφοί Γκριμ, Άρθουρ Μάκεν και Άλτζερνον Μπλάκγουντ.
Βαλκανικό folk horror = Μπάμπα Γιάγκα, μάγισσες, βρυκόλακες και το διήγημα (και αργότερα ταινία) του Νικολάι Γκόγκολ, «Viy».
Ελληνικό folk horror = βουρδούλακες, νεράιδες που καραδοκούν στις βρύσες για να σου κλέψουν τη μιλιά, καλικάντζαροι, αλλαξοπαίδια, χαμοδράκια, λάμιες και ο Διάβολος, παραλογές, όπως «Του Νεκρού Αδερφού», και εθνολογικές μελέτες, όπως οι «Παραδόσεις» του Νικόλαου Πολίτη.
Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μοτίβο στοfolkhorror που σε ελκύει περισσότερο (π.χ. αιρέσεις, δάση, παγανιστικά έθιμα);
Δημήτρης: Θα έλεγα οι μαγικές παραδόσεις και τα ξωτικά —αγγίζουν κάτι βαθύτερο, μου προκαλούν δέος και ξυπνάνε κάτι παιδικό μέσα μου. Η πιθανότητα ότι υπάρχουν απόκρυφα έθιμα που για να τα ανακαλύψεις μένει μόνο να σκοντάψεις πάνω τους κατά τύχη ή κάποιος να σου ψιθυρίσει το κλειδί, ένας συγγενής ή μια ηλικιωμένη που ζει στο χωριό· ότι υπάρχουν μυστικές κοινότητες που ακολουθούν παραδόσεις διαφορετικές από το υπόλοιπο συλλογικό σώμα, ότι κάτι βράζει στα σωθικά της κοινωνίας και κανείς δεν ξέρει, παρά μόνο τα βράδια με φεγγάρι ακούνε τραγούδια από τους λόφους· ότι πίσω από την κόκκινη κουρτίνα, κρύβονται πλάσματα με παράξενη θωριά και λαλιά, που με τις κατάλληλες χειρονομίες και τα σωστά λόγια μπορείς να έρθεις σε επαφή μαζί τους. Αντίστοιχα τα ξωτικά, ο μικρός λαός, μου βγάζουν κάτι ξένο, κάτι τόσο ανθρώπινο και την ίδια στιγμή εξανθρώπινο. Πλάσματα που δεν κατοικούν ακριβώς στη γη, στην κόλαση ή στον παράδεισο, αλλά κάπου ενδιάμεσα, σε μια μεθόριο, και που θυμίζουν αγγέλους και την ίδια στιγμή δαίμονες και άμα τα δεις, θα χάσεις τη μιλιά σου ή θα χορέψεις μέχρι θανάτου ή θα σε παρασύρουν στον κόσμο τους. Θυμάσαι το όνειρο με τη λευκή γυναίκα με τα ολόμαυρα μάτια που μου έγνεφε πίσω από το δέντρο; Όταν ήμουν μικρός ήλπιζα πως θα την βρω, θα με πάρει στον κόσμο τους, όπου τίποτα δεν γερνάει και δεν υπάρχει θλίψη, εκεί όπου θα ξεχνούσα τα πάντα, ακόμα και τους ανθρώπους που αγαπώ. Μη με ρωτήσεις γιατί —ακόμη δεν ξέρω.
Ιφιγένεια: Ναι και πάει κάπως έτσι: Κάποιο άτομο από τον μοντέρνο κόσμο επισκέπτεται ένα χωριό, όπου οι παλιές παγανιστικές παραδόσεις ζουν ακόμα. Σιγά-σιγά ανακαλύπτει ότι οι κάτοικοι προσεύχονται σε αρχαίους θεούς και διατηρούν παράξενα γονιμικά έθιμα. Κάπου έξω από το χωριό υπάρχει ένας μονόλιθος, γεμάτος μυστηριώδη σύμβολα και περίεργα ίχνη που υπονοούν ότι μια αποτρόπαιη τελετή έλαβε μέρος. Το άτομο ανακαλύπτει ότι τα βράδια μυημένοι μαζεύονται στο δάσος και διαβάζουν απόκρυφα κείμενα από απαγορευμένα βιβλία. Πλησιάζει Πρωτομαγιά και κάτι ετοιμάζουν, ίσως την αναβίωση μιας πανάρχαιας μαγικής τελετής. Άραγε ποιος θα θυσιαστεί;
5 αγαπημένα βιβλία τρόμου που προτείνετε:
Δημήτρης: Νομίζω ότι θα ξεκινήσω αναφέροντας ένα βιβλίο που με όρισε, το «The House of Souls» (1906) του Άρθρου Μάκεν, ένα βιβλίο που σχεδόν κάθε σελίδα του εμπεριέχει κι έναν υπαινιγμό (κάτω από ποικίλες εικόνες και σύμβολα) για έναν κόσμο που δεν ανήκει στην κοινή, καθημερινή εμπειρία. Το «The King in Yellow» (1895) του Ρόμπερτ Τσέιμπερς, αν και εξίσου κλασικό, αποτελεί άλλη μια περίπτωση συλλογής που δεν παύει να πλημυρίζει το μυαλό σου με αλλόκοτες φαντασμαγορίες και φόβους για έργα που δεν είναι φτιαγμένα για ανθρώπινα μάτια, διαφθείροντας καθετί που τα ακουμπά. Στη συνέχεια, δεν μπορώ να μην αναφέρω το «The October Country» (1955) του Ρέυ Μπράντμπερυ, μια συλλογή που ανά στιγμές με έκανε να φεύγω από το σπίτι, όχι από τρόμο, αλλά λόγω της φοβερής ψυχικής δυσφορίας που μου δημιουργούσαν τα διηγήματα. Ας μου επιτραπεί, τέλος, να προτείνω δυο ελληνικά βιβλία, που είναι λιγότερο γνωστά στο ελληνικό κοινό, τα «Τρελλά Διηγήματα» του αισθητιστή Νικόλαου Επισκοπόπουλου, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νεφέλη, μια σειρά διηγημάτων βουτηγμένων στα εφιαλτικά οράματα και τη φρίκη, με αποτέλεσμα ο συγγραφέας τους να υπάρξει θύμα κατακραυγής, και «Το Καράβι του Θανάτου και άλλες ιστορίες» του Δημοσθένη Βουτυρά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος, μια επιλογή μαύρων διηγημάτων και παράδοξων αφηγήσεων από το έργο του τελευταίου, χάρις τα οποία πολλοί τον παρομοίασαν με τον Πόου.
Ιφιγένεια: Θα ήθελα να μην περιοριστώ μόνο σε βιβλία. Δύο αγαπημένα μου διηγήματα είναι το «The Festival» του Χ. Φ. Λάβκραφτ και το «The Last Feast of Harlequin» του Τόμας Λιγκότι. Η δεύτερη γράφτηκε σαν φόρος τιμής στην πρώτη, που και αυτή είναι εμπνευσμένη από το ποίημα του Πόου, «The Conqueror Worm». Ακολουθούν πάνω-κάτω το μοτίβο που περιέγραψα στην προηγούμενη απάντηση και καταλήγουν με τον πρωταγωνιστή αντιμέτωπο με μια αίρεση που λατρεύει «το Σκουλήκι», ένα αρχαίο πλάσμα, που, όπως μας λέει ο Λάβκραφτ, «έχει μάθει να περπατάει, αντί να σέρνεται».
Ένα υπέροχο βιβλίο που διάβασα πρόσφατα και έγινε αμέσως από τα διαχρονικά αγαπημένα μου είναι το «Jonathan Strange & Mr. Norell» (στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα με τον τίτλο «Οι Δύο Μάγοι και ο Βασιλιάς των Κορακιών»). Πρόκειται για ένα επίτευγμα της συγγραφέως Σουσάνα Κλαρκ το οποίο της πήρε 10 χρόνια για να το ολοκληρώσει. Έχει αρκετά folk horror στοιχεία και είναι γραμμένο σε υπέροχα αγγλικά.
Κάτι που είναι μεταξύ κόμιξ και art book είναι το «VERMIS Ι, Lost Dungeons and Forbidden Woods» και «VERMIS II, Mist & Mirrors» του Plastiboo από τις εκδόσεις Hollow Press. Είναι γραμμένο και εικονογραφημένο σαν εγχειρίδιο για παλιό παιχνίδι (που δεν υπάρχει), με φοβερή στοιχειωμένη ατμόσφαιρα και περιέχει όλα όσα μου αρέσουν: αρχαίους θεούς και δαίμονες, καταραμένα cults, μίζερα νεκροταφεία, κρύπτες, δάση, προφητείες, απαγορευμένα βιβλία και ό,τι άλλο κακό και υποχθόνιο υπάρχει. Μακάρι να υπήρχε αυτό το παιχνίδι για να το παίξω.
Τέλος, θα ήθελα να μιλήσω με τα καλύτερα λόγια για το βιβλίο μας, το οποίο προέκυψε από τη συνεργασία τριών ανθρώπων. Πέρα από την εξαιρετική μετάφραση του Δημήτρη και τη δική μου εικονογράφηση, υπήρχε η αμέριστη υποστήριξη της εκδότριάς μας και αγαπημένης φίλης, Χριστίνα Ανδρέου, των εκδόσεων Στοχαστής. Εκείνη, από την πρώτη στιγμή, αναγνώρισε το ταλέντο του πρωτοεμφανιζόμενου μεταφραστή Δημήτρη Λογοθέτη και αγκάλιασε την ιδέα να βγάλουμε ένα ενήλικο βιβλίο με εικονογράφηση, κάτι που δεν συνηθίζεται στην Ελλάδα. Δουλέψαμε και οι τρεις με πολύ μεράκι για να φτιάξουμε ένα ξεχωριστό και ποιοτικό βιβλίο. Και πιστεύω ότι τα πήγαμε καλά!
Την Παρασκευή, 13(!) Ιουνίου, ώρα 20:00 μ.μ., θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση της συλλογής του Άλτζερνον Mπλάκγουντ, «Τζον Σάιλενς: Αρχαίες Μαγείες και Άλλες Απόκρυφες Υποθέσεις», στο βιβλιοπωλείο Zatopek book cafe (Π. Τσαλδάρη 219, Καλλιθέα). Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Δημήτρης Λογοθέτης (αρχαιολόγος και μεταφραστής), η Ιφιγένεια Καμπέρη (εικονογράφος), ο Γιώργος Θάνος (συγγραφέας και μεταφραστής) και ο Χάρης Συμβουλίδης, (μουσικοκριτικός και συγγραφέας). Τη συζήτηση θα συντονίσει η εκδότρια Χριστίνα Ανδρέου.




