Στη στήλη ”Πώς Έγραψα το Πρώτο μου Βιβλίο”, ζητώ από Έλληνες συγγραφείς να μου περιγράψουν τις αναμνήσεις τους για το πρώτο τους έργο, το βιβλίο που τους άλλαξε τη ζωή.
Η Μαρία Συτμαλίδου (που γεννήθηκε στη Θεσσαλονικη όπου ζει και εργάζεται ως γιατρός Ενδοκρινολόγος) δεν είναι νέα στο χώρο των γραμμάτων. Το θεατρικό της έργο «Οινάνθη: Γαλήνη πίσω από τους καταρράκτες» απέσπασε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (2009). Μεγάλο τμήμα της νουβέλας «Ράτενσκα ή Μεσοκαλόκαιρο» (Κεντρί, 2015) βραβεύτηκε ως θεατρικός μονόλογος στον 3ο διεθνή λογοτεχνικό διαγωνισμό του Ομίλου για την Unesco Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος (2014) Το 2019 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μετρονόμος το βιβλίο-cd «Οι ΚΥΚΛΟΙ των πουλιών», με κείμενα και στίχους της και μουσική των Ρεβάνς. Η συλλογή “ΣΟΥΙΤΑ ΣΕ ΘΗΛΥ ΜΕΙΖΟΝΑ» από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ (Σεπτέμβριος 2020) είναι το πρώτο της βιβλίο ποίησης.
Ο λόγος στη σημερινή καλεσμένη μου, Μαρία Συτμαλίδου.
Το πρώτο μου βιβλίο ποίησης με τον τίτλο «ΣΟΥΙΤΑ ΣΕ ΘΗΛΥ ΜΕΙΖΟΝΑ», κυκλοφορεί από τον Σεπτέμβριο του 2020 από τις εκδόσεις ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ. Στο μυαλό μου, καιρό πριν, είχε συσσωρευθεί υλικό από ομιλίες-δεήσεις φανταστικών γυναικών που ζητούσαν τμήμα χωροχρόνου για να εκφραστούν με τρόπο ποιητικό, έναν τρόπο που “αλχημίζει” τόσο τον λόγο όσο και την γραφή. Γιατί ακούγεται διαφορετικά στην ποίηση το τραύμα.
Η ιστορία αυτού του βιβλίου ξεκίνησε εδώ και τρία χρόνια μέσα από ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Θυμάμαι ήταν νύχτα, σχεδόν μεσάνυχτα, όταν συνέλαβα την ιδέα Το κείμενο άρχισε όμως να προσλαμβάνει σάρκα και οστά ιχνηλατώντας παραλιακές διαδρομές, δαμάζοντας καρέκλες γραφείων μεταμεσονύκτιες ώρες, δραπετεύοντας από θαλάμους νοσοκομείων και ερωτοτροπώντας με ένα συγκεκριμένο τραπέζι ενός συμπαθητικού café-bar στο τέλος της οδού Βασιλέως Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη, που το πιο μεγάλο του ατού ήταν ένα φαρδύ παραθυρένιο άνοιγμα, σαν κάλεσμα στον κόσμο, με τζάμι που συχνά πυκνά το ράμφιζαν ασύμμετρα μινιατούρες από σπουργίτια.
Γράφοντας την ΣΟΥΙΤΑ ένιωθα πως έπρεπε να γίνω έρημος, ένα χώμα δεκτικό χωρίς δικά του βιώματα και συναισθήματα, ώστε να εμφιλοχωρήσουν και να φυτευτούν με τρόπο γραφής αποσπασματικό και οικονομημένο για να υπηρετήσουν την ποίηση, ζωές διαφορετικών γυναικών που θα μπορούσαν ταυτόχρονα να μεταμορφωθούν η μία στην άλλη μέσα από αγάπη, παράπονο, ελευθερία, θλίψη, πόνο, διαφορετικότητα, ακόμα και θάνατο. Ο Αφηγητής, ήρεμος, εμφανίζεται κάτω από τη μύτη της πένας, ουδέτερος, αδέκαστος, αληθής, και συνάμα γοητευτικός, πάντοτε συνήγορος και ελάχιστα κριτής, ουδέποτε όμως δικαστής. Στο δεύτερο μέρος του έργου, τον παρακάλεσα να αποχωρήσει αθόρυβα, όπως και έγινε, χωρίς να χαιρετήσει. Οι γυναίκες βρίσκονται να συνομιλούν μεταξύ τους διανθίζοντας ένα συμπόσιο, μια σκυταλοδρομία κυκλική, ώστε να βρουν την ευκαιρία να αυτοαναλυθούν, να συγχωρέσουν και να συγχωρεθούν και να ταξιδέψουν σε τετραδιάστατο χωροχρόνο, χωρίς καμία αρχή και κανένα τέλος. Στο τρίτο μέρος η Σαπφώ, με γλώσσα κατανοητή για κάθε ήπειρο και κάθε εποχή, γίνεται το κοινό τους σώμα, άρση κάθε πόνου, πάθους και φόβου.
ΚΑΡΜΕΝ
Ω, Θεέ μου!
Η Αγριόπαπια του Ίψεν
μπήκε πετώντας στο δωμάτιό μου
από το παράθυρο
μα εγώ έχασα την ευκαιρία
να κάνω το ντεμπούτο μου
στη θεατρική σκηνή
γιατί είχα τα μάτια μου προσκολλημένα
στο πόμολο της πόρτας
Τούτο το βιβλίο ποίησης νιώθω πως ξεκίνησε δίχως συγκεκριμένη αρχή, ακριβώς όπως το σύμπαν, νιώθω πως το αληθές του Big Bang έλαβε χώρα στο χαρτί και πως οι φωνές-ψυχές που το απαρτίζουν ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός και με διαφορετικό χρωματικό φάσμα η καθεμιά τους, πίσω, γύρω και μπροστά από τον χρόνο. Πίσω, γύρω και μπροστά από εμένα. Και όλα αυτά με τέχνασμα. Γιατί η ιστορία είναι δύσκολο να ειπωθεί. Και ακόμα πιο δύσκολο να ειπωθεί καλά. Δεν ξέρω λοιπόν τι κατάφερα. Αυτό που ξέρω είναι πως ένιωσα μια ψίχα γλωσσικής ευτυχίας. Μπορώ εκ των υστέρων να αισθανθώ το κενό της απουσίας-παρουσίας τους. Όλες τους έγιναν σταδιακά ύλη μου.
Υπήρξαν αεικίνητες αυτές οι γυναίκες-φωνές. Τρύπωναν παντού. Στον κόρφο μου, στις τσέπες μου, στην κοιλιά μου, κάτω από την γλώσσα. Τότε συνειδητοποίησα πως ήθελαν να γίνω η φωνή τους. Άλλες έρχονταν από πολύ μακριά, πίσω από τον χρόνο, άλλες από πιο κοντά, άλλες ήταν συνομήλικες. Καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι και τις άφησα να μιλούν. Μιλούσαν ακατάπαυστα. Από την αρχή αναγνώρισα τις αφηγηματικές τους διαθέσεις ως ποιητική έκφραση. Η ποίηση ήταν το μέσο για να τις παρακολουθήσω. Στην παρούσα λοιπόν συλλογή, με τη βοήθεια ενός αφηγητή που τις συστήνει, τριάντα γυναίκες λεν την ιστορία τους, αυτή που κατέχουν ή αυτή που έχουν επινοήσει πως τις ολοκληρώνει. Η ιστορία τους είναι κάτι που έχουν δημιουργήσει οι ίδιες και αυτό το δημιούργημά τους, τις επαναδημιουργεί εκ νέου. Τις απελευθερώνει.
Οι γυναίκες της συλλογής από την αιγυπτιακή μούμια Ανκεσεναμούν, το φαγιούμ Αρσινόη, την εταίρα Αρχιδάμεια, την γυναίκα-ψηφιδωτό στον τοίχο ενός πορνείου της Πομπηίας λίγο πριν την έκρηξη του ηφαιστείου με το όνομα Εύπλοια, μέχρι την Σμαρώ, τρόφιμη ενός ψυχιατρείου και την μάνα δυνάστη Κυρία Φιόνα, παρουσιάζουν τον αληθινό τους εαυτό, χωρίς λέξεις φαντάσματα και φιοριτούρες. Ώρες-ώρες υπήρξαν τόσο βασανιστικές, τόσο βαθιά απαιτητικές στο να ειπωθεί η ιστορία τους με απόλυτη ακρίβεια, σαν να μην τις είχα εγώ δημιουργήσει. Όταν μιλάμε για κάτι τόσο επίμονα αληθές, ακόμα κι αν είναι τοποθετημένο μόνο στο χαρτί, αποκτά υπόσταση, γίνεται αυτόφωτο και απαιτητικό. Μαθαίνεις να το ακούς και να συγχρωτίζεσαι με τους προβληματισμούς και τα όνειρά του σαν να έχεις ένα ζωντανό σάρκινο κορμί απέναντί σου και να συζητάς μαζί του πίνοντας σε ένα μπαράκι. Έτσι έγινε με την Λόρνα που ακόμα αναζητά έναν αναπτήρα ανάμεσα στα οινοπνευματώδη, όπως αναζητά ένας παρατηρητής καινούργιο πλανήτη σε γαλαξία.
Οι γυναίκες τη συλλογής δεν έχουν καμία εμμονή με την ηλικία τους. Είναι πάνω από τον χώρο και τον χρόνο και το γεγονός ότι αποφασίζουν να μιλήσουν οφείλεται στην ασυνήθιστη διάθεσή τους να ψάξουν για νέες επιλογές πέρα από παρελθόν, παρόν και μέλλον. Γίνονται σταδιακά το χαρτί πάνω στο οποίο είναι γραμμένες. Γνωρίζουν ότι ποτέ πια δεν θα υπάρξουν άστεγες. Έχουν αποκτήσει κάτι το παιδικό έτσι όπως είναι τυπωμένες όλες μαζί, σαν σχολική φωτογραφία σε λεύκωμα. Οι λέξεις ανάμεσα στα δόντια τούς δίνουν άφεση γυρεύοντας ταυτόχρονα και συγχώρεση. Αυτό αισθάνθηκα πως είναι πολύ σπάνιο και πολύ γενναίο. Γι΄’ αυτό τις κατέγραψα. Ακόμα και στα λάθη τους. Όπως αυτό της Κάρμεν που δεν βλέπει την αγριόπαπια του Ίψεν να μπαίνει μέσα στο δωμάτιό της από το παράθυρο, γιατί είχε τα μάτια της προσκολλημένα στο πόμολο της πόρτας. Πρώτη από όλες είχε εμφανιστεί η ποιήτρια που τη βάφτισα Δάφνη για να μου πει πως τις λέξεις τις γεύεται με τις άκρες των δαχτύλων. Πως τις κρατά ανάμεσα στα δόντια για να είναι σίγουρη πως θα τις βρει να ξαποσταίνουν εκεί ακόμα κι όταν ξημερώσει. Μετά ήρθε η Τρυπία. Ζήτησε ένα μόνο ποίημα να τυλίξει σαν κουβέρτα κορμιά κακοποιημένων γυναικών. Και από μακριά, πολύ μακριά, από την φυλή Απάτσι, ήρθε το Μαύρο Βουβάλι, μου έδειξε το κίτρινο δέρμα της και ζήτησε σεβασμό για όλα τα περίεργα και διαφορετικά του κόσμου.

Ήρθαν κι άλλες, όλες κορίτσια, ακόμα κι αυτές που ήταν πια κάτω από τη γη, με σώματα σχεδιασμένα από φωνήεντα και σύμφωνα και γραμμένα σχεδόν εξολοκλήρου σ΄ αυτό το καφέ μπαρ της Σαλονίκης τέρμα Βασιλέως Γεωργίου. Φάτσα κάρτα απέναντι τα αγριοπερίστερα μασουλούσαν σουσάμι και κάποια ράμφιζαν με μανία το φαρδύ τζάμι μαζί με χελιδόνια και σπουργίτια. Θυμάμαι πως αυτός ο λυγμός που τις γεννούσε-δεν θα ομολογήσω εδώ όλων των γυναικών τα πάθη και τα ονόματα-έμοιαζε με την ορμή νερού που έπεφτε από ύψος σε καταρράκτη και δεν ξεθύμαινε ούτε και όταν τελείωνε ο στίχος. Δεν ξεθύμανε ούτε και τώρα.
Νοιώθω πως από τη στιγμή που γεννήθηκαν οι γυναίκες της Σουίτας, θα συνεχίζουν αενάως να ψάχνουν τον εαυτό τους μέσα στα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια και τα νετρόνια που κρύβονται στο χαρτί. Και αυτή τους η αέναη κίνηση, κουνώντας αόρατες χορδές, κάπου θα συνθέτει μία απαλή συμπαντική μουσική. Μια Σουίτα. Την «ΣΟΥΙΤΑ ΣΕ ΘΗΛΥ ΜΕΙΖΟΝΑ», για τα αυτιά ενός ευήκοου αναγνώστη.


