σε , ,

«Με λένε ερωτική ποιήτρια. Με λένε διάφορα» -Όταν η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ έδωσε συνέντευξη σε μια 16χρονη

#worldpoetryday / Η φωτογράφος Βάσια Αναγνωστοπούλου απομαγνητοφώνησε τις συνεντεύξεις που πήρε ως παιδί από σημαντικούς ποιητές, και τις παρουσιάζει για πρώτη φορά ολόκληρες

Screenshot_1

Κείμενο (και πορτραίτο της ποιήτριας): Βάσια Αναγνωστοπούλου

Ήμουν 16 χρονών. Είχα κόψει τη φυσική απ’ τη ζωή μου, γιατί πίστευα ότι αν ασχοληθώ περισσότερο θα τρελαθώ. Το αμέσως πιο ηδονικό πράγμα, μετά τα κβάντα, ήταν η ποίηση.

Πυκνός λόγος -ο αγαπημένος μου- και έντονο συναίσθημα, μέσα από προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, φωτισμένη έμπνευση και καλοδουλεμένες τεχνικές. Διάβαζα πολύ. Την ανέλυα τεχνικά ακόμα πιο πολύ, τόσο που με τρόμαζε και δεν έγραφα, όμως τότε, ήταν ό,τι πιο κοντά στον έρωτα μπορούσα να φανταστώ. Αυτό, με οδήγησε σε μία ρομαντική ιδέα!

Είχα πάρει έναν τηλεφωνικό κατάλογο, εκείνον τον κίτρινο, τον παχύ, και βρήκα τις διευθύνσεις όλων των αγαπημένων μου εν ζωή ποιητών. Έγραψα στον καθένα ένα γράμμα, προσωπικό, όχι φασόν, τα έβαλα στα πορτοκαλί μου φακελάκια, και τα ταχυδρόμησα. Μεταξύ άλλων, εξέφρασα την επιθυμία μου να τους συναντήσω, προφασιζόμενη το περιοδικό του σχολείου μου, που δεν υπήρχε, αλλά θα ήθελα να υπήρχε, και μία συνέντευξη που θα ήθελα να τους πάρω.

Και κάπως έτσι άρχισα να λαμβάνω φακελάκια με απαντήσει, είτε θετικές, είτε αρνητικές ως προς τη συνέντευξη, αλλά όλες θερμές. Αφιέρωσα ένα όμορφο κουτί στην αλληλογραφία με “τους ποιητές μου” και απέκτησα ένα παράδοξο εξωσχολικό χόμπι!Κάθε Σάββατο έβαζα τον καημένο τον πατέρα μου, να με τρέχει σε καφέ και σπίτια αγνώστων κυρίων, και να με περιμένει στο αυτοκίνητο, με τρόμο στην καρδιά, φαντάζομαι! Κάθε Σάββατο συναντούσα έναν ποιητή!

Με άλλους αλληλογραφούσαμε, άλλοι μου έστελναν τα βιβλία τους, με κάποιους κρατήσαμε επαφή για καιρό. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, τη θλίψη μου για το χαμό κάποιων από τους ποιητές μου, πρόσφατα, και τον απεριόριστο ελεύθερο χρόνο που μας έχει προσφέρει η καραντίνα, βρήκα την ευκαιρία να κάνω κάτι που λέω χρόνια, αλλά ποτέ δεν κάνω, να απομαγνητοφωνήσω ένα μέρος από τις κασετούλες μου, αυτό που είχα καταφέρει να κάνω ψηφιακό και αν θυμηθώ, όσα περισσότερα μπορώ. Εδώ να πω ότι κάθε συνέντευξη συνοδεύεται και από μία φωτογραφία. Τα πρώτα μου πορτραίτα.

Αυτές τις μέρες που χρειαζόμαστε λίγη συντροφιά, θα ήθελα να μοιραστώ αυτές τις συζητήσεις, ελπίζοντας ότι θα είναι αφορμή να διαβαστεί λίγη ποίηση.

Καλή ανάγνωση.

rouk

Αθήνα 11/01/2003

Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ ήταν η πρώτη ποιήτρια που συνάντησα.

Είχα διαβάσει ένα βιβλίο για το πώς παίρνουμε συνέντευξη, είχα προετοιμάσει τις ερωτησούλες μου σε ένα χαρτάκι, πήρα το μαγνητοφωνάκι μου, αυτό με τις κασέτες τις μεγάλες, που πατούσες rec και play μαζί για να γράψει, τη φωτογραφική μου μηχανή, που είχα κερδίσει σε ένα διαγωνισμό φωτογραφίας του περιοδικού Ε, δηλώνοντας ψεύτικη ηλικία, και ζήτησα από τον πατερούλη να με πάει στο σπίτι της, στο Λυκαβηττό.

Είχα πάρα πολύ άγχος. Δεν είχα ξαναπάρει συνέντευξη ποτέ. Άνοιξε την πόρτα. Δεν είχα ιδέα της όψης της, κανενός ποιητή, νομίζω δεν είχαμε υπολογιστή και ίντερνετ στο σπίτι ακόμα.

Το σπίτι ήταν αρκετά ζεστό, και αυτό σε συνδυασμό με το άγχος μου, με έκανε να νιώσω μία μικρή δυσφορία, θυμάμαι, ώσπου ξεκινήσαμε να συζητάμε.

Ήταν ζεστή, άμεση, με χιούμορ, Με κοιτούσε και με άκουγε με πραγματικό ενδιαφέρον. Δεν ήθελα να τελειώσει το βράδυ. Έμαθα πώς είναι να ακούς τον άλλο. Να πατάς στις ερωτήσεις σου, αλλά να προσαρμόζεσαι και να τις διαμορφώνεις κατά πώς κυλάει η κουβέντα. Πολύ σημαντικό βράδυ!

Δεν ξέρω αν οι ερωτήσεις είναι πολύ παιδικές. Οι απαντήσεις έτσι κι αλλιώς έχουν σημασία.

Μένω μόνο στο ότι ξεκινώ με τη μοναξιά και επιστρέφω σε αυτή, σε επόμενη ερώτηση. Σε μία απάντηση μου λέει ότι το πρώτο της ποίημα το είχε γράψει στην, τότε, ηλικία μου, και είχε τίτλο “η μοναξιά”. Ποιος θυμάται, γιατί τους εφήβους τους απασχολεί τόσο πολύ η μοναξιά άραγε;

-Υπάρχει η εντύπωση ότι ένας ποιητής είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, που για να δημιουργήσει χρειάζεται αυτή τη συνθήκη της μοναξιάς. Ισχύει αυτό;

Ένας ποιητής είναι πρώτα απ΄όλα άνθρωπος. Κι όπως κάθε άνθρωπος, έχει έναν διαφορετικό χαρακτήρα, έτσι και οι ποιητές. Εγώ πιστεύω πάρα πολύ στη φύση του ανθρώπου, στη φύση γενικά βέβαια, και δε νομίζω ότι υπάρχουν κανόνες για τη φύση και ακόμα λιγότερο για τους ποιητές!

-Τι ώρες γράφετε;

Δεν είμαι ποτέ βραδινή. Όταν ήμουνα μικρή δούλευα ίσως πιο πολύ τα βράδια. Μ’ αρέσει πάρα πολύ τα πρωινά να δουλεύω και το βράδυ να παίρνω σημειώσεις, αλλά η σοβαρή δουλειά γίνεται το πρωί.

-Είναι η μοναξιά ένας τόπος που βρίσκουμε τον εαυτό μας;

Βεβαίως! Βεβαίως και ιδιαίτερα στην ποίηση, πάλι σ’ ένα πρώτο στάδιο, ιδίως όταν είσαι πολύ νέος. Θυμάμαι όταν σπούδαζα κι εγώ έξω, θυμάμαι πολύ άνετα σε καφέ που έβγαινα κι έγραφα. Κρατούσα σημειώσεις, αλλά για να γίνει η εργασία πάνω σ’ ένα ποίημα εγώ πρέπει να αισθάνομαι όχι μόνο ότι είμαι μόνη μου στο σπίτι, επίσης ότι δεν έχω υποχρέωση, πρέπει να είναι το κεφάλι μου τελείως ελεύθερο, μέσα μου να αισθάνομαι ελεύθερη. Δεν μπορείς να γράψεις ποίηση 5 με 7.

-Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν ποιητή και έναν οποιονδήποτε άνθρωπο;

Εγώ είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει διαφορά. Πάλι επανέρχομαι στη φύση του ανθρώπου. Υπάρχουν άνθρωποι που ξεκινώντας από τον χαρακτήρα τους πρώτον, και επίσης πάρα πολύ σημαντικό, από τις εμπειρίες που είχανε σα μικρά παιδιά αργότερα, που ορισμένα ταλέντα μπόρεσαν να τα βγάλουν στο φως και να τα εκμεταλλευτούν και να ζήσουν μ’ αυτά, και άλλες περιπτώσεις ανθρώπων που η ζωή ήτανε πάρα πολύ αν θέλεις ¨σκληρή¨ και δεν μπόρεσαν να βγάλουν κάτι από μέσα τους. Επίσης υπάρχουν και τα αντίθετα, άνθρωποι οι οποίοι κάνουνε πολύ θόρυβο γιατί έγραψαν αυτό ή το άλλο και ξαφνικά βλέπεις, ότι σχεδόν από σύμπτωση, έγινε και οι άνθρωποι είναι κενοί, δεν έχουνε καμία πνευματικότητα. Δηλαδή, πάλι στο ανθρώπινο στοιχείο καταλήγουμε. Βεβαίως υπάρχει αυτό που λέγεται ταλέντο. Ναι, πιστεύω σ’ αυτό. Μ’ αυτό γεννιέσαι.

-Άρα γεννιέται κάποιος ποιητής ή μπορεί και να γίνει;

Θα τολμούσα να πω και τα δύο. Είπαμε το ταλέντο είναι μία προϋπόθεση, αυτό είναι αλήθεια, αλλά από εκεί κι έπειτα είναι οι συνθήκες που είπαμε πριν, αλλά και η δουλειά που θα κάνεις εσύ ο ίδιος. Δηλαδή, να το συνειδητοποιήσεις πρώτον, να το θέλεις δεύτερον και από εκεί αρχίζει μία κατεύθυνση που βάζεις τον εαυτό σου σ’ ένα αυλάκι και δουλεύεις πάνω σ’ αυτό. Οπότε δεν είναι μαύρο- άσπρο αυτό. Εγώ δεν ξέρω τι θα είχα κάνει αν δεν είχα τέτοια ενθάρρυνση όλη μου τη ζωή. Μεγάλωσα σ’ ένα περιβάλλον πάρα πολύ πνευματικό. Νονός μου ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης. Η μητέρα μου έγραφε κι αυτή. Ο πατέρας μου ήταν πιο πολύ με τα φιλοσοφικά – μεταφυσικά και όταν παρουσιάστηκε η πρώτη ένδειξη ότι είχα, τέλος πάντων, κάποιο ταλέντο είχα πάρα πολύ ενθάρρυνση. Πάρα πολύ!

-Εσείς πότε καταλάβατε για πρώτη φορά ότι εκεί είναι η κλίση σας;

Δεν ξέρω! Δε θυμάμαι ποτέ να μην έγραφα. Θυμάμαι που ήμουν πολύ μικρή, ήμουνα δευτέρα δημοτικού, τρίτη, και είχα ένα σωρό παραμύθια στο κεφάλι μου, και έγραφα με δυσκολία, δεν είχα μάθει ακόμα να γράφω καλά. Και θυμάμαι που υπαγόρευα στη μαμά μου, γιατί ήθελα να τα λέω γρήγορα. Της έλεγα εγώ, έγραφε εκείνη. Ήταν η πρώτη μου γραμματέας και η τελευταία! Της άρεσε πολύ που έγραφα, και μετά έγραψα ένα ποίημα όταν ήμουνα, που σου’ πα στην ηλικία σου, και το πήρε ο Καζαντζάκης και το έδωσε στην ¨Καινούρια Εποχή¨ τότε που έβγαινε, επί Γουδέλη, που ήταν το πρώτο, ίσως, λογοτεχνικό περιοδικό, και το έβαλε μ’ ένα γράμμα έτσι πολύ…ντρέπομαι που το λέω… Ήμουνα τότε ακριβώς στην ηλικία σου, δεκαέξι χρονών, και δημοσιεύτηκε αυτό το ποίημα. Δεν είχα τελειώσει ακόμα το γυμνάσιο, και ο τίτλος του ποιήματος ήταν ¨Μοναξιά¨.

-Χρειάζεται ένα δυνατό συναίσθημα για να γραφτεί ένα ποίημα;

Και πάλι δεν μπορώ να πω ναι ή όχι. Εγώ πώς μπαίνω είναι μια άλλη ιστορία, με τι ερεθίσματα, είναι σαν να μπαίνω σ’ ένα δωμάτιο και είμαι σε μία ατμόσφαιρα. Όταν είμαι σ’ αυτή την ατμόσφαιρα του, ας το πούμε απλά, ¨γράφω ποίηση¨, οτιδήποτε μ’ ερεθίζει. Δηλαδή, να ένα λουλούδι πέφτει στο πάτωμα, μ’ ερεθίζει και γράφω. Όταν δεν είμαι σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, πράγματα πολύ συνταρακτικά μπορούν να συμβούν και να μην πάρω το μολύβι να γράψω. Είναι περίεργο.

-Τι είναι η Ποίηση;

Δεν ξέρω! Αυτό που λέω συνέχεια είναι ότι, και τώρα το καταλαβαίνω δηλαδή με την πάροδο της ηλικίας, πραγματικά, δε μ’ ενδιαφέρει πόσο καλή είναι. Αυτό το ξέρω, δεν έχω τέτοια μαζοχιστική ταπεινοφροσύνη. Γιατί αυτό που επαναλαμβάνω συνέχεια είναι ότι μ’ έχει βοηθήσει να ζήσω η ποίηση. Σκέφτομαι καμιά φορά ανθρώπους να αισθάνονται το ίδιο με τη θρησκεία, που τελικά μπορεί να πούνε δε μ’ ενδιαφέρει αν υπάρχει θεός ή αν δεν υπάρχει, αλλά εγώ πιστεύοντας σ’ αυτόν με βοήθησε να ζήσω. Εγώ δεν είμαι θρήσκα όπως φαίνεται. Το ότι μπορώ ακόμα και γράφω είναι για μένα ένα από τα θαύματα, όπως το ότι δεν έχω αρρωστήσει. Είναι τελείως μεταφυσικό και φυσικό μαζί. Είναι οργανικό και είναι ανόργανο. Αλλά πάντα θα αισθάνομαι μια φοβερή ευγνωμοσύνη ότι μου’ τυχε αυτό το πράγμα.

-Χρειάζεται γνώση για να γράψει κανείς;

Κι αυτή ωραία ερώτηση! Aλλά, εδώ, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε γνώση. Γνώση όχι ποιος ήταν ο Ναπολέων, αλλά μια γνώση, μαζί, εμπειρία ζωής. Αν η ποίηση είναι καλή και αν διαβαστεί σωστά, οδηγεί να αισθάνεσαι μια xρησιμότητα ως προς τη ζωή, δηλαδή αυτά που σου συμβαίνουνε, διαβάζεις κτλ. να μπορείς να τα τοποθετήσεις μ’έναν άλλο τρόπο. Είναι σαν να πλουταίνεις, να έχεις ένα άλλο μάτι απ’ αυτό που έχεις απ’ τη φύση σου, απ’ αυτό που σου΄χουνε διδάξει, απ’ αυτό που έχεις μάθει. Ξαφνικά μπαίνεις εκεί πέρα και βλέπεις ότι υπάρχει ένας άλλος τρόπος. Συμφωνείς, δε συμφωνείς ανοίγουν άλλοι ορίζοντες. Πλουταίνει η εμπειρία της ζωή σου, σα να έχεις ζήσει πάνω από μία ζωές.

-Είναι η ποίηση και επάγγελμα;

Όχι. Αν δεν σιχαινόμουν τη λέξη θα έλεγα λειτούργημα, αλλά όταν το ακούω αυτό μου σηκώνονται τα μαλλιά ορθά! Είμαι επαγγελματίας μεταφράστρια, απ’ αυτό εξαρτώμαι οικονομικά. Η ποίηση δεν έχει λεφτά!

-Άλλοι άνθρωποι έχουν ως ζητούμενο τα χρήματα, άλλοι την αναγνώριση, για εσάς ποιο είναι το ζητούμενο;

Να επιβιώσω όσο γίνεται περισσότερο. Να έχω αρκετά για να φάω. Σιχαίνομαι όλη αυτή τη διαδικασία των μαγαζιών. Το ζητούμενο είναι να μην υποφέρω, να μην είμαι άρρωστη, κι αυτό ότι μπορώ να γράφω ακόμη. Αλλά δεν ήταν ποτέ η δόξα. Τι είναι αυτό; Τι θα πει δόξα; Πραγματικά δεν καταλαβαίνω, δεν κάνω την έξυπνη τώρα. Το χρήμα…εγώ έχω μάλλον θα έλεγα με τα χρόνια, ιδίως τελευταία που νομίζω ότι όλοι είμαστε μάρτυρες του μονοθεϊσμού του χρήματος, δεν ήμουν ποτέ πολιτικά ενταγμένη, βέβαια δεν ήμουνα ποτέ δεξιά, αλλά δεν ήμουν ποτέ ενταγμένη σε ένα κόμμα. Αλλά αυτό το τελείως αντίθετο που συμβαίνει τώρα, και πρέπει να βρείτε εσείς οι νέοι που μεγαλώνετε μ΄αυτό το πράγμα και δεν υπάρχει άλλος θεός από το χρήμα, πραγματικά σε θαυμάζω που έρχεσαι και με ρωτάς, δεν ξέρω, μου φαίνεται φοβερό! Τα χρήματα δε σημαίνουν τίποτα.

Κανέναν σκοπό δεν έχω όταν γράφω ποίηση. Τι σκοπό έχεις όταν αναπνέεις; Όταν σηκώνεσαι το πρωί κι αναπνέεις τι σκοπό έχεις;

-Υπάρχει κάποιο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίησή σας;

Με λένε σωματική ποιήτρια. Με λένε ερωτική ποιήτρια. Με λένε διάφορα. Εγώ δεν ξέρω. Νομίζω ότι το σώμα για μένα παίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στην ποίησή μου. Έχω ένα ποίημα που λέει “το σώμα είναι η ήττα και η νίκη των ονείρων”. Δηλαδή, ό,τι κερδίζεις και ό,τι χάνεις μέσα από το σώμα σου το κάνεις. Είναι ο δέκτης της εμπειρίας το σώμα και δεν το λέω μόνο από την άποψη την ερωτική, το λέω από την άποψη ότι είναι ο δέκτης την κάθε εμπειρίας μας. Από κει περνάνε όλα. Τι συμπέρασμα θα βγάλεις, τι νόημα θα βγάλεις, τι θέλεις να σημαίνουν, αυτά είναι δικά σου, αλλά το τραπέζι του εργαστηρίου είναι το σώμα σου. Εκεί συμβαίνουν όλα.

-Όταν διαβάζετε τα πρώτα σας ποιήματα, σας εκφράζουν το ίδιο με όταν τα γράψατε;

Επειδή τα ποιήματα, συνήθως δεν είναι ιδέες, είναι καταστάσεις, κι από τις καταστάσεις βγάζει ο αναγνώστης τα συμπεράσματα, εμένα μου συμβαίνει κάτι πάρα πολύ περίεργο σε ορισμένα ποιήματα. Ορισμένα ποιήματα δεν καταλαβαίνω γιατί τα έγραψα, γιατί έχω εντωμεταξύ ξεχάσει την πραγματικότητα στην οποία αναφερόντουσαν όταν τα έγραψα. Αλλά υπάρχουν ορισμένα ποιήματα, που όταν τα κοιτάω, μου φαίνονται σχεδόν προφητικά. Περιγράφουν μέσα πράγματα τα οποία αισθάνομαι τώρα. Και λέω ¨πώς είναι δυνατόν να το ήξερα αυτό τότε;¨.

-Σταματάει ποτέ κάποιος να γράφει;

Αυτό πάλι δεν το ξέρουμε! Ο καθένας έχει τους ρυθμούς του. Είναι άλλοι που σταματάνε πάρα πολύ νωρίς, είναι άλλοι που γράφουν πάρα πολύ λίγο σε μακρύ διάστημα, είναι άλλοι που γράφουν πολύ και μετά σταματάνε, είναι άλλοι που – κι αυτό είναι το χειρότερο, το πιο δύσκολο και ελπίζω να μη μου συμβεί- που επειδή έχουνε μπει στο κρησφύγετο της ποίησης επιμένουν. Ενώ τους έχει αφήσει η ποίηση γράφουν. Γράφουν επειδή είναι τρόπος ζωής, και βέβαια δεν υπάρχει η ποίηση μέσα, είναι σαν ένα κουτί άδειο. Δεν υπάρχουν κανόνες σ’ αυτά.

-Άρα κάποιους τους αφήνει η ποίηση;

Βέβαια, βέβαια. Και συνήθως η ποίηση είναι πάρα πολύ έντονα συνδεδεμένη με τα νιάτα. Γράφεις όταν είσαι νέος, όταν είσαι γεμάτος χυμούς και ιδέες και έρωτα και γράφεις. Είναι πάρα πολύ λίγοι νέοι άνθρωποι, ζωντανοί, έξυπνοι που σε ηλικία 18 χρονών δεν έχουν γράψει ένα ποίημα. Αποκλείεται. Η ποίηση είναι το φυσικό τραγούδι της νιότης. Είναι λίγοι αυτοί που, όταν τους εγκαταλείψουν τα νιάτα, συνεχίζουν να γράφουν.

-Τι είναι αυτό που κάνει ένα έργο να αντέχει στο χρόνο;

Αυτό είναι πάρα πολλά πράγματα. Όλο δύσκολα μου βάζεις! Δε ξέρουμε. Αλλά, εκείνο που ξέρω – δε ξέρω τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει- είναι ότι όταν έρχεσαι σε επαφή με ένα έργο ενός πραγματικά Μεγάλου το αισθάνεσαι αμέσως. Έτσι είναι η τέχνη.

-Εσάς θα θέλατε τα έργα σας να μείνουν στο χρόνο;

Δε με απασχολεί, όχι. Διότι ξέρω ότι εκεί θα ναι. Θα ζήσει ίσως λίγο περισσότερο από μένα, αλλά δεν με απασχολεί, πραγματικά.

-Ξεχωρίζετε κάποιον ποιητή, ως αγαπημένο σας;

Είναι -τελευταία πάρα πολύ σκέφτομαι- ο Καβάφης, και νομίζω ότι δεν έχουμε συλλάβει πόσο μεγάλος είναι. Γιατί είναι, κατά σύμπτωση, ο πρώτος ποιητής που διάβασα. Mου τον διάβαζε η μάνα μου και τα είχα μάθει τα ποιήματα απ’ έξω. Ήμουνα 7μιση-8 χρονών και τ’ απήγγειλα πάνω στο κρεβάτι. Και είναι άλλη έκπληξη για την ποίηση, αργότερα όταν τον διάβασα -κανονικά τότε- σαν άνθρωπος, δε θυμάμαι να ένιωσα έκπληξη ¨α, ώστε αυτό ήθελε να πει;¨ σα να το είχα καταλάβει, αλλά βεβαίως υποσυνείδητα και διαισθητικά, όχι με το κεφάλι μου- 7μησι χρονών τι να καταλάβω;- δεν ήξερα και που πέφτει η Ιθάκη..! Είναι πάρα πολύ μεγάλος ποιητής γιατί, ένα από τα γιατί, τα χιλιάδες γιατί, καταφέρνει το πολύ δύσκολο πράγμα, να σκέφτεται, να εκφράζει ιδέες, σχεδόν φιλοσοφικές, και να είναι συγχρόνως ποίηση. Να μην είναι πρόζα, να είναι ποίηση. Κάθε λέξη που λέει είναι ποίηση. Πώς το έχει καταφέρει αυτό δεν ξέρω.

-Τι κάνει μεγάλο έναν ποιητή;

Ε, το ‘παμε αυτό! Δεν ξέρω. Όταν ήμουνα μικρή είχα μια ιδέα- λίγο απλοϊκή θα σου φανεί- πίστευα ότι αν δεν είσαι καλός άνθρωπος δεν μπορεί να είσαι καλός ποιητής. Και μια ζωή ολόκληρη προσπαθώ να δω- και λέω καμιά φορά “μα τι σαχλαμάρες είναι αυτές”, αλλά όλο και ξαναγυρίζω σ’αυτό. Δεν ξέρω, είναι κάτι που θα μ’ενδιέφερε πάρα πολύ να μάθω γιατί, τώρα απλουστεύουμε τις έννοιες καλώς η κακώς, αλλά ένας άνθρωπος όταν λέω καλός εννοώ να είναι ανοιχτός στη ζωή, είναι ανοιχτός στους ανθρώπους, είναι γενναιόδωρος. Ένας μεμψίμοιρος, ένας μοχθηρός, ένας εκδικητικός, ένας τσιγκούνης δεν μπορεί να είναι μεγάλος ποιητής. Δεν το χω απαντήσει ακόμα, άμα το απαντήσω θα σου το πω.

-Μπορεί οποιοσδήποτε να διαβάσει ποίηση;

Υπάρχουνε δύο απαντήσεις σ’ αυτό. Το πρώτο είναι βέβαια μια αίσθηση μόρφωσης, δηλαδή κάτι πρέπει να έχεις διαβάσει στη ζωή σου, δε μπορεί να διαβάζεις μόνο comics και εφημερίδα και να πιάσεις να διαβάσεις Σεφέρη, νομίζω. Αλλά νομίζω κι αν εσένα σ’ ενδιαφέρει η ποίηση, αν σ’ αρέσει, αν έχεις μια τάση, αν έχεις κάποια κλίση νομίζω ότι μπορείς να καταλάβεις πολύ καλή ποίηση. Έχει διαδοθεί ότι τα ποιήματα δεν τα καταλαβαίνουμε. Είναι δύσκολα. Και είναι αλήθεια ότι είναι μερικά ποιήματα που ούτε εγώ τα καταλαβαίνω, αλλά εδώ πιστεύω ότι άμα δεν το καταλαβαίνεις κάτι δεν πάει καλά με το ποίημα όχι με σένα.

-Έχετε επηρεαστεί από τους ποιητές που μεταφράζετε;

Δε νομίζω. Προχτές έγινε μία παρουσίαση της δουλειάς μου και κάποιοι ποιητές είπαν ότι έχω επηρεαστεί από Σύλβια Πλαθ και Αμερικανούς ποιητές, εγώ δεν το αισθάνομαι αυτό. Δεν ξέρω. Είναι ένα από τα ερωτήματα επίσης που πάρα πολύ με βασανίζουνε.

-Μπορεί να μεταφραστεί ένα ποίημα χωρίς να αλλοιωθεί;

Αποκλείεται. Τώρα, το νόημά του είναι μια άλλη ιστορία. Μπορείς να μεταφράσεις ένα ποίημα χωρίς ν αλλοιωθεί καθόλου το νόημά του, αλλά όπως ξέρουμε τα ποιήματα δεν είναι το νόημα. Είναι πως εκφράζεται αυτό το νόημα. Γιαυτό ο Ρόμπερτ Φρόστ έλεγε σ’ έναν ορισμό της ποίησης poetry is what is lost in translation. Δηλαδή ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση. Πλην όμως, είναι τέτοιος ο πλούτος της ποίησης και η μεγαλοκαρδία της που στο επιτρέπει, δηλαδή εάν εσύ είσαι καλός ποιητής, εάν καταλαβαίνεις το ποίημα δε θα είναι ακριβώς αυτό, δε θα είναι το επίθετο αυτό, θα είναι άλλο, όπου όμως δε θα το προδίδει. Βασικά θα είναι ένα άλλο ποίημα που θα είναι όσο κοντά γίνεται στο πρωτότυπο. Είναι μία χαμένη υπόθεση, από την αρχή βέβαια. Εγώ πιστεύω σ’ ένα είδος πιστότητας.

-Ευχαριστώ πολύ.

Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ. Ήσουνα πολύ γλυκιά και πολύ καλές ερωτήσεις, πάρα πολύ!

*Διαβάστε και τις συνεντεύξεις των άλλων πέντε ποιητών: Κλείτος Κύρου  / Χριστόφορος Λιοντάκης / Γιάννης Δάλλας / Αντώνης Φωστιέρης / Χάρης Βλαβιανός /

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.