σε

«Μεγάλωσα σε αίρεση, αλλά κατάφερα να ξεφύγω»

Η συγγραφέας και σκηνοθέτιδα Bexy Cameron, που μεγάλωσε στη διαβόητη αίρεση Children of God και δραπέτευσε στα 15 της, μιλάει για την παιδική της ηλικία

1

Οι γονείς μου εντάχθηκαν στην αίρεση Children of God στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Τότε, ήταν μέρος του κινήματος των «Jesus freaks» και της χίπικης επανάστασης. Πολλοί άνθρωποι ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, να ζήσουν με διαφορετικό τρόπο, έξω από τα πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα. Καταλαβαίνω γιατί κάποιος της γενιάς εκείνης θα μπορούσε να σκεφτεί: «Σταματήστε τον κόσμο, θέλω να κατέβω!» – ουσιαστικά αυτό έκαναν η μητέρα και ο πατέρας μου, λέει η συγγραφέας και σκηνοθέτιδα Bexy Cameron στον Independent.

Εντάχθηκαν σε μια κοινότητα στο Bromley. Από τη μία πλευρά, ήταν τελείως αποκομμένοι από την κοινωνία και από την άλλη, ήταν έξω καθημερινά, τραγουδούσαν και προσπαθούσαν να προσελκύσουν νέα μέλη. Όταν έχεις μια αίρεση που υπάρχει για τόσο μεγάλο διάστημα όσο η Children of God (που υπάρχει από το 1968), τα πιστεύω της αλλάζουν συνεχώς ανάλογα με το πώς σκέφτεται ο ηγέτης εκείνη την ημέρα, τι «κατεβάζει» από τον Θεό – και, ενδεχομένως, πόσο διεφθαρμένος έχει γίνει.

Όταν γεννήθηκα, η αίρεση είχε μετατραπεί από μια κοινότητα που έκανε «επανάσταση για τον Ιησού» σε κάτι πολύ επικίνδυνο. Ο ηγέτης είχε σταματήσει να μιλάει για ελεύθερη αγάπη και ειρήνη και πέρασε στη δημιουργία ενός τοξικού και κακοποιητικού περιβάλλοντος, ειδικά για τα παιδιά. Οι γονείς μου είχαν ενταχθεί σε έναν τύπο ομάδας, και εγώ και τα 11 αδέλφια μου γεννηθήκαμε σε κάτι τελείως διαφορετικό.

Στον κόσμο των αιρέσεων, συχνά ακούς αυτήν την αναλογία με τον βάτραχο και το βραστό νερό. Αν βάλεις έναν βάτραχο σε ένα καζάνι με βραστό νερό, θα πηδήξει κατευθείαν έξω. Αλλά αν τον βάλεις σε κρύο νερό και σταδιακά αυξήσεις τη θερμοκρασία τότε θα βράσει μέχρι θανάτου.

Όταν γεννιέσαι σε κάτι που είναι αποκομμένο από την κοινωνία, αυτό είναι το «φυσιολογικό» σου. Ήταν το «φυσιολογικό» μας να μεγαλώνουμε πιστεύοντας ότι ήμασταν στρατιώτες για τον Αρμαγεδδώνα, ότι θα αποκτούσαμε υπερδυνάμεις και ότι θα πεθαίναμε νέοι. Ωστόσο, μέσα σε αυτό το παράξενο περιβάλλον, η καθημερινότητά μας ήταν μονότονη και δύσκολη.

Τα παιδιά ήταν ουσιαστικά τα υποζύγια της Children of God. Φροντίζαμε τα μικρότερα παιδιά, μαγειρεύαμε, καθαρίζαμε το σπίτι. Όταν ζεις σε μια κοινότητα με περίπου 90 άτομα, αυτό είναι πολλή δουλειά. Εμείς ήμασταν η κόλλα που συγκρατούσε τα πάντα. Υποφέραμε ψυχολογικά και σωματικά από την απομόνωση, μέχρι την πείνα σε σημείο παραισθήσεων. Έμοιαζε με τις τεχνικές που χρησιμοποιούν για να σπάσουν τους στρατιώτες στον πόλεμο.

Το σημείο καμπής ήταν όταν συνάντησα έναν δημοσιογράφο από την εφημερίδα The Guardian, ο οποίος είχε πάρει άδεια για να εισέλθει στην κοινότητα. Είχαμε στήσει μια ολόκληρη παράσταση. Ήταν ένα θέατρο δημοσίων σχέσεων. Μας είχαν εκπαιδεύσει πώς να απαντάμε σε ερωτήσεις σχετικά με την υγεία μας, την εκπαίδευσή μας και τα κηρύγματα του David Berg. Έπρεπε να αποστηθίσουμε όλα αυτά τα ψέματα.

Μας μίλησε σαν να ήμασταν άνθρωποι, κάτι που δεν είχαμε βιώσει ποτέ πριν. Μας ρώτησε τι θέλαμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, μια ερώτηση που δεν μας είχαν κάνει ποτέ. Αυτό άρχισε να με βάζει σε σκέψεις. Αναρωτήθηκα: «Κι αν έχει δίκιο κι αυτοί έχουν άδικο;»

2 18

Τότε ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό έξω από το  Leicester, που είχε δύο παμπ και ένα ταχυδρομείο. Άρχισα να το σκάω και να περνάω χρόνο με τους έφηβους της περιοχής, για να καταλάβω τον τρόπο ζωής τους. Μέχρι τα 14 μου, αποφάσισα να φύγω. Γνώρισα ένα 18χρονο αγόρι που με βοήθησε να σχεδιάσω την απόδρασή μου. Έπιασα κρυφά δουλειά για να μαζέψω χρήματα. Όταν είσαι έφηβος, νομίζεις ότι μπορείς να ξεφύγεις. Αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός πριν με πιάσουν.

Αντί να μπορέσω να φύγω με τους δικούς μου όρους, εξορίστηκα. Οι ενήλικες ψήφισαν να με διώξουν από το σπίτι, και την επόμενη μέρα με πέταξαν έξω. Έπρεπε να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα του να είσαι ανήλικος, μόνος στον κόσμο. Ήταν ακόμα πιο τρομακτικό από ό,τι είχα φανταστεί. Έπρεπε να μάθω να επιβιώνω, να δουλεύω δύο ή τρεις δουλειές ταυτόχρονα, να λέω ψέματα για το παρελθόν μου, να προσποιούμαι ότι είχα πάει σχολείο.

Δούλευα σε ένα μαγαζί για οχτώ ώρες την ημέρα και μετά πήγαινα κατευθείαν στην (παράνομη) δουλειά μου σε ένα μπαρ. Το μόνο πράγμα για το οποίο με είχε προετοιμάσει η Children of God ήταν το να δουλεύω σκληρά. Αλλά ήταν δύσκολο. Υπήρχαν στιγμές που δεν είχαμε αρκετά χρήματα για φαγητό. Υπήρχαν στιγμές που θέλαμε να ξοδέψουμε τα λίγα χρήματα που είχαμε για μερικά κουτάκια μπύρας για να βιώσουμε το μεθύσι για πρώτη φορά. Ήταν καταπληκτικό γιατί τα πάντα ήταν καινούργια και απίστευτα, αλλά και τρομακτικά ταυτόχρονα.

3 17

Το να επιστρέψω δεν ήταν ποτέ επιλογή για μένα, μετά από τόσα ψέματα που μας είχαν πει για τόσα χρόνια. Μόλις φύγεις, σε βλέπουν ως εχθρό. Υπήρχε ακόμη και μια προφητεία ότι όποιος έφευγε από την Children of God, είχε μέσα του έναν δαίμονα. Μου επιτρεπόταν να επισκεφτώ τα αδέλφια μου μόνο μια φορά τον χρόνο υπό την επίβλεψη συνοδού. Πλέον, έχουν φύγει όλοι. Οι οχτώ από εμάς ζούμε στο Λονδίνο, μιλάμε κάθε μέρα και έχουμε πολύ καλές σχέσεις.

Οι άνθρωποι νομίζουν ότι όσοι μεγαλώσαμε σε αιρέσεις είμαστε δειλοί και φοβόμαστε τα πάντα. Αλλά από την εμπειρία μου, τα παιδιά που βγαίνουν από τέτοιες καταστάσεις θέλουν να κάνουν τα πάντα. Έχω φίλους που κάνουν εκδρομές στη Σαχάρα. Έχω φίλους που συμμετέχουν σε 13 φεστιβάλ κάθε χρόνο. Κάνουν όλα αυτά τα καταπληκτικά, τρελά πράγματα, γιατί πέρασαν την παιδική τους ηλικία ακούγοντας ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ναι, φοβόμαστε, αλλά τα παιδιά που μεγάλωσαν σε αίρεση έχουν ήδη βιώσει την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής τους. Τώρα, θέλουμε απλά να γευτούμε τη ζωή.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια