Από την Αντιγόνη Φωσκίνη
Οι καλοκαιρινοί μήνες επισήμως ήρθαν στο τέλος τους. Έφτασε η ώρα για τον καθιερωμένο απολογισμό του καλοκαιριού σε photo dump στο Instagram, τη βίαιη προσγείωση στην καθημερινότητα – που για άλλους σημαίνει γραφείο, για άλλους σχολείο, για άλλους εξεταστική – τους στόχους για τη νέα χρονιά (που πρέπει να καθιερωθεί να αρχίζει απ’ τον Σεπτέμβρη και όχι τον Ιανουάριο επιτέλους!), μια -μικρή- ανάσα από τον υπερτουρισμό για τα παιδιά της σεζόν και την έναρξη των ήσυχων διακοπών για κάποιους τυχερούς.
Πριν από το καλοκαίρι αυτό, πέρασα ένα εξάμηνο σπουδάζοντας στην Πορτογαλία, μια χώρα που μου θύμισε πολύ την Ελλάδα στην τουριστική ανάπτυξη. Μια μέρα έπιασα τον εαυτό μου να ρωτά αυθόρμητα «Μα γιατί;», όταν ένας Πορτογάλος μου ανακοίνωσε πως θα πήγαινε διακοπές στην Αθήνα. Μου απάντησε πως βρήκε πολύ φθηνές πτήσεις και είπε «γιατί όχι;». Δάγκωσα τη γλώσσα μου όταν συνειδητοποίησα πως ακούστηκα σαν ξιπασμένη gatekeeper local και του έδωσα κάποιες προτάσεις για το ταξίδι του για να επανορθώσω. Αυτή την αντίδραση όμως πιστεύω θα είχαν και πολλοί ακόμα Αθηναίοι στη θέση μου.
Η Αθήνα μετά την πανδημία απέκτησε αισθητά πολύ περισσότερο τουρισμό απ’ ό,τι στο παρελθόν. Αυτό άλλοι το βλέπουν σαν οικονομική ανάπτυξη ή και επενδυτική ευκαιρία, άλλοι όμως το βιώνουν σαν μαχαιριά στην καρδιά (και το πορτοφόλι). Αυτή η εισβολή τουριστών μεταφράζεται με πολλούς βίαιους τρόπους στην καθημερινότητά μας: την περιβόητη αύξηση των τιμών, τον «εξευγενισμό» (αν μπορούσα θα έβαζα περισσότερα εισαγωγικά) των γειτονιών του κέντρου, τους τουρίστες που ακόμα και Δεκαπενταύγουστο είναι εκεί, στο λιοπύρι, αλλά και πράγματα πιο ανθρώπινα: Το ότι είναι πλέον πανάκριβη μια έξοδος με την παρέα σου, το άγχος μη σε διώξει ο σπιτονοικοκύρης για να κάνει το σπίτι Airbnb, το ότι πλέον δεν υπάρχουν γειτονιές, αλλά αστικά μουσεία…
Στη συνείδηση πολλών αυτά τα λόγια θα περαστούν για μπανάλ αναρχοάπλυτο παραλήρημα και σε άλλους θα ακουστούν απλώς κοινότοπα και μελό. Είναι όμως ό,τι πιο ειλικρινές έχω να πω γι’ αυτή την πόλη, την άδικη. Αυτή είναι η καθημερινότητα που βιώνει ένας μέσος φοιτητής στο κέντρο της Αθήνας (γι’ αυτούς μπορώ να μιλήσω με αυτοπεποίθηση) και αυτή είναι η πραγματικότητα του σήμερα και του αύριο, όπως συνειδητοποιούμε άλλοτε με άγχος και άλλοτε, στις πιο δραματικές μας στιγμές, με τρόμο.
Ένας άλλου τύπου «εξευγενισμός» συμβαίνει ως γνωστόν στα Κυκλαδονήσια εδώ και πολλές δεκαετίες με τις άτυπες και προπαντός παράνομες ιδιωτικοποιήσεις παραλιών, τις αμέτρητες και πανάκριβες μπουτίκ, τις λευκές βίλες με πισίνα ή ακόμα και γρασίδι σε κάθε σπιθαμή του νησιού, τα κότερα στα ξεχασμένα ή και όχι ξερονήσια. Αυτό που δεν περίμενα να δω τόσο σύντομα όμως είναι τέτοιες εικόνες στο εξοχικό που ‘χω περάσει όλα μου τα παιδικά καλοκαίρια στη Χαλκιδική: Νοσταλγώντας το καλοκαίρι, μπήκα στους χάρτες για να χαζέψω το χωριό και αντ’ αυτού ανακάλυψα ένα ανανεωμένο, τεράστιο ξενοδοχείο που από τις φωτογραφίες και την όλη του εικόνα έμοιαζε λες και βγήκε απ’ το σύμπαν της Μυκόνου. Και τότε συνειδητοποίησα πως όλη η Ελλάδα απαρτίζεται από μέρη που στην ουσία έχουν πια χαθεί.
@lion.platonas Λίγες post modern σκέψεις για το πανέμορφο νησί της Σαντορίνης 💙🤍🧿 #santorini #travelblogger #greektiktok #fyp ♬ Συρτάκι (Ζορμπά) – Orchestra Mesogios
Όλοι ζούμε μέσα από τις παιδικές μας αναμνήσεις από τις πόλεις, τις γειτονιές, τα χωριά μας, που μπροστά στα μάτια μας μπαίνουν σε καλούπια για να εκπροσωπήσουν αυτό που στη συνείδηση του τουρίστα είναι η Ελλάδα. Για παράδειγμα, κάθε χειμώνα ονειρευόμαστε τα πανηγύρια και όταν επιτέλους έρχεται η ώρα, αντικρίζουμε hipsters να βγάζουν στόρι τους παππούδες, το dress code να θυμίζει Σκορπιό, τους συνομηλίκους μας να κάθονται στα τραπέζια χωρίς να χορεύουν και γενικά στην ατμόσφαιρα κανένα γλέντι, καμία άφεση, κανένα ξεσάλωμα, καμία σύνδεση με τον συνάνθρωπο.
*Υπάρχουν βέβαια και φανταστικά πανηγύρια με φανταστικό κόσμο όλων των ηλικιών, που πραγματικά το ευχαριστιέται η καρδιά σου – για να μην αδικήσουμε κανέναν!
@reader.grΗ παράδοση δεν είναι μουσείο, είναι ζωντανή, αλλάζει και προσαρμόζεται στα σημερινά δεδομένα. Και αν για να μείνει ζωντανή χρειάζεται και λίγο Instagram, ας είναι. 🗣️ Ευγενία Παντελέων (@eugeniapanteleon) 🎥,🎞️ Manos Schetto (@manosschetto)♬ som original – 𖤐𝓢𝓽𝓮𝓵𝓵𝓪𝓻⋆౨ৎ˚⟡˖ ࣪
Ένα εξάμηνο στην Πορτογαλία με έκανε να καταλάβω πόσο λίγο γνωρίζεις έναν τόπο όταν βρίσκεσαι εκεί ως τουρίστας και πώς οι τουριστικοί προορισμοί μασκαρεύονται σε καρικατούρες των εαυτών τους για να μην απογοητεύσουν τους επισκέπτες. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί: ήμουν εγώ ο ξένος που απειλούσε να καταστρέψει έναν τόπο και αυτό με τρόμαξε. Με τον καιρό όμως η χρωματιστή μεταμφίεση της Πορτογαλίας υποχώρησε και μου επέτρεψε να τη γνωρίσω λίγο πιο ειλικρινά.
Μέσα απ’ αυτή την εμπειρία ταυτίστηκα για πρώτη φορά με τους τουρίστες που βλέπω στην Αθήνα και έτσι έγινα πιο επιεικής μαζί τους. Πολύ απλά, δεν ξέρουν. Καταναλώνουν αυτό για το οποίο τους έχουν προετοιμάσει οι ταινίες, οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, οι εικόνες απ’ τα σόσιαλ. Δεν έχουν όρεξη να δουν κάτι που διαψεύδει ή έστω παρεκκλίνει από την εικόνα που είχαν ήδη γι’ αυτό το μέρος. Έτσι, σταμάτησα να είμαι τόσο αυστηρή με τους τουρίστες γενικά και έγινα αυστηρότερη με τον εαυτό μου ως ταξιδιώτισσα, μα κυρίως με εμάς τους Έλληνες, που ίσως από ανάγκη που μετατράπηκε σε αισχροκέρδεια, επιτρέψαμε τα μέρη που αγαπήσαμε να καταστραφούν.
Στο ποίημα του Σεφέρη «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου», ο ήρωας γυρνά στον τόπο που μεγάλωσε και συνειδητοποιεί πως τίποτα από την παιδική του ηλικία δεν είναι όπως το θυμόταν, επειδή ο ίδιος έχει αλλάξει.
Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
Στην περίπτωση της σύγχρονης Ελλάδας όμως δεν είναι μόνο η μνήμη και οι προσδοκίες μας που μας απατούν, κάτι πράγματι έχει αλλάξει. Νοσταλγούμε μέρη που έχουν πια χαθεί.
