Σχεδόν κάθε μέρα, στηρίζομαι με μια υποτιθέμενη άνεση στον τοίχο δίπλα στην πόρτα των γραφείων της LiFO, δίπλα στη Γραμματεία, προσπαθώντας να βρω τη σωστή γωνία για τη Mirror Selfie που ετοιμάζομαι να βγάλω. Στην καθιερωμένη στιγμή ανούσιας ματαιοδοξίας μου, η Selfie στον καθρέφτη πρέπει να είναι κάπως μακρινή, να συμπεριλαμβάνει το outfit μου, να μου χαρίζει κανά δυο πόντους ύψους (δεν το καταφέρνω πάντα, συνήθως μοιάζω με στρουμφάκι) και όλο αυτό να συνδυάζεται άψογα με το κόκκινο φόντο του τοίχου. Το κινητό είναι πάντα μπροστά στο πρόσωπό μου για τις ανάγκες αυτών των Selfies, θυσιάζοντας καμία φορά το κόκκινο κραγιόν που έχει αρχίσει να ξεφτίζει όσο περνά η μέρα. «Γιατί κρύβεις το πρόσωπό σου;». Σε αυτή την ερώτηση θα απαντούσα σε ένα δικό μου προσωπικό θλιβερά ινφλουένσικο «επειδή με ρωτάτε», αν με είχαν ρωτήσει πάνω από πέντε άτομα με την ειλικρινή απορία «γιατί δεν βάζεις το κινητό πιο κάτω, να φαίνεται και το πρόσωπό σου;».
Γιατί όχι το πρόσωπο, αλήθεια; Θέλω να πω, η Selfie από τη στιγμή της κάπως ναρκισσιστικής σύλληψής της, οφείλει να δίνει έμφαση στο πρόσωπο. Πρέπει να έχουν περάσει μερικά χρόνια από τη στιγμή που διαπίστωσα πως η Selfie, στη Millennial-ική της μορφή, με ή χωρίς duck face, έγινε τόσο δεδομένη, τόσο συνηθισμένη, που αποπροσωποποίησε εν τέλει εντελώς το άτομο που κατέληγε να καταλαμβάνει ολόκληρη την οθόνη του κινητού και οι αυτοματοποιημένες πια κινήσεις άρχισαν να περιλαμβάνουν το zoom. Αρχίσαμε να ξεχνάμε πως το πρόσωπο στην οθόνη είναι το δικό μας πρόσωπο. «Αυτό εκεί» είναι το «εγώ». Ή ένα κομμάτι του «εγώ». Ναι, ξαφνικά, αρχίσαμε να βλέπουμε τα πρόσωπά μας, από τόσο κοντά, που μετρούσαμε πόρους, ζυγίζαμε προγούλια, παρατηρούσαμε την κλίση της μύτης μας, τα puppy eyes μας, τις περιττές (που κάποια στιγμή έγιναν τάση ολόκληρη) γύρω από τα υποτίθεται καλοβγαλμένα μας φρύδια. Μετά ήρθαν τα φίλτρα και η εικόνα στο κινητό άρχισε να αγκαλιάζει έναν ιδεατό επιφανειακό εαυτό. Πιο σηκωμένα μάτια, λίγο μπουσταρισμένα ζυγωματικά, πιο σαρκώδη χείλη. Επίσημα, το πρόσωπο που βλέπαμε στο κινητό δεν ήταν το ίδιο με το πρόσωπο που βλέπαμε αγουροξυπνημένο στον καθρέφτη του μπάνιο, εφαρμόζοντας μηχανικά λίγη οδοντόκρεμα πάνω στην οδοντόβουρτσα.
View this post on Instagram
Αφαιρώντας το “Self” από τη “Selfie”
Σαν να μην έφτανε αυτό το κενό που μεγάλωνε ανάμεσα στο πρόσωπο που είμαστε, με το πρόσωπο που φωτογραφίζουμε και βλέπουμε όλο και συχνότερα, σε καθρέφτες μπάνιου, αυτοκινήτου, selfies, TikTok videos με story time ή οτιδήποτε, το Zoom, με την πανδημία (ΟΚ, και λίγο πριν και λίγο μετά) έγινε τόσο διαδομένο που οι φάτσες μας ήταν και πάλι μπροστά στα μάτια μας. Ένα Zoom call μπορεί να περιλάμβανε 20 άτομα, 20 διαφορετικά πρόσωπα, κι όμως εμείς, καταλήγαμε να μιλάμε κοιτάζοντας το δικό μας. Catch-up με 20 άτομα ή με 5 ή με 3, κι όμως, ό,τι είχαμε να πούμε το λέγαμε σε εμάς τους δυο, σε κλεφτές ματιές στο πώς είμαστε, πώς φαινόμαστε, ασυναίσθητα zoom in στο αν φαίνεται η άνω ή η κάτω γνάθος μας περισσότερο όταν μιλάμε και αν τα χείλη μας παίρνουν μια χαριτωμένη κλίση όταν αρθρώνουμε λέξεις. Όλα αυτά παρατηρώντας τα πρόσωπά μας σαν να μην είναι δικά μας. Μέσω των selfies, μέσω των Zoom, μέσω των thirst traps που είτε στοιβάζονται στη gallery του κινητού είτε ανεβαίνουν σε stories για close friends κάπως ο εαυτός που φωτογραφίζουμε γίνεται κάτι άλλο πέρα από εαυτός. Το εγώ παίρνει μια digital διάσταση που όλο και αποκόπτεται από αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως εαυτό γενικώς. Το πρώτο δείγμα αυτής της διχοτόμησης του εγώ ίσως ήρθε με εκείνη την πρώτη ματιά του Ανθρώπου σε καθρέφτη. Της πρώτης αντίληψης μιας υπόστασης που ξεφεύγει από το πώς αντιλαμβανόταν μέχρι τότε τον κόσμο και τον εαυτό εκείνος ο πρώτος άνθρωπος που ξέφυγε από εκείνη τη ρευστή αντίληψη εμφάνισης και ατομικότητας από ό,τι μπορούσε να πάρει το μάτι του σε αντικατοπτρίσεις σε λίμνες και ποτάμια.
Τις προάλλες, έχοντας ξεχάσει τα ακουστικά μου στο γραφείο, ψάχνοντας πώς θα περάσει η ώρα στο μετρό, το μάτι μου έπεσε στο κινητό μιας κοπέλας, η οποία, ελλείψει σήματος και ίντερνετ, είχε καταλήξει να χαζεύει φωτογραφίες της σε όλη τη διαδρομή. Όχι φωτογραφίες από το νησί το καλοκαίρι, όχι φωτογραφίες φίλων της, του σκύλου της, της γάτας της, του ή της συντρόφου της, αλλά φωτογραφίες του εαυτού της. Ζούμαρε και ξεζούμαρε στις Selfies της, αλλάζοντας πεδίο ενδιαφέροντος στο πάντα περιορισμένο χώρο του εντελώς ανθρώπινου προσώπου της. Πρώτα στα μάτια και τα φρύδια, μετά στα χείλη της, στο σημείο που τα αυτιά ενώνονται με τον λαιμό, στο σημείο που ξεκινά το τριχωτό της κεφαλής, στις φύτρες της και μετά πάλι στα μάτια. Ζούμαρε στο πρόσωπό της, σπιθαμή προς σπιθαμή από τη μια φωτογραφία στην άλλη. Δεν νομίζω πως ένιωθε απελπισία, αλλά ούτε και ευχαρίστηση. Παρέμενε ανέκφραστη και απλώς είχε βάλει στο μικροσκόπιο το δέρμα και τα χαρακτηριστικά της.
Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τη δυνατότητα για τέτοιο dive in στην εικόνα και τα πρόσωπά μας. Τη στιγμή ακριβώς που σκεφτόμουν πώς ακριβώς επιδρούν όλες αυτές οι δυνατότητες να σπάμε -επιτρέψτε μου τη λέξη- τις μούρες μας σε μικρά κομμάτια παρατήρησης -και βελτίωσης, αν κρίνουμε από τα αυξημένα έσοδα των μποτοξάδικων, καταφέρνοντας να διαχωρίσουμε και να αξιολογήσουμε το ένα χαρακτηριστικό από το άλλο, εμφανίστηκε στη ζωή μου, βασικά στο Linkedin μου ο Νίκος Ερηνάκης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνικής & Πολιτικής Φιλοσοφίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού. Προφανώς γέλασε με το ζήτημα και τον κάπως απελπισμένο τρόπο με τον οποίο του το μετέφερα. Νομίζω κυρίως γιατί ήθελα αυτό το ανακουφιστικό πατ πατ στην πλάτη που να μεταφράζεται σε ένα άτυπο «όχι δεν είσαι τρελή, ποτέ δεν ήμασταν προορισμένοι να βλέπουμε τα πρόσωπά μας όλη τη γαμημένη ώρα».
Οι ψυχοπαθογένειες που αναπτύσσονται μέσα από τη σχάση του δικού μας ψυχισμού σε σχέση με την επιβεβλημένη εικόνα του ιδανικού εαυτού είναι διαλυτικές τόσο για εμάς όσο και για τις όποιες σχέσεις μας με τους άλλους· ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταλήγουμε ανά διαστήματα δυνητικά κοινωνιοπαθείς.
-Νίκο, μπορεί να αναλυθεί η εμμονή με την αποτύπωση και την επιμέλεια μιας τέλειας εικόνας στις Selfies με βάση τη φιλοσοφική έννοια του “ιδανικού εαυτού” και τις επιπτώσεις της στην ψυχική ευεξία;
Αρχικά, πρέπει να εξετάσουμε ποιον ρόλο παίζουν οι ψηφιακές αυτοεικόνες μας στην αντίληψή μας για τον εαυτό και την πραγματικότητα — και, κυριότερα, πώς έφτασαν στο σημείο να παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο. Εν ολίγοις, πώς δύνανται να συμβάλλουν τόσο ισχυρά στην κατασκευή της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητάς μας στην ψηφιακή εποχή. Επί της ουσίας, από κοινωνικο-πολιτική και αισθητικο-καλλιτεχνική άποψη, οι selfies αντανακλούν μια μεταμοντέρνα, ή πιο δόκιμα ύστερη νεωτερική, προοπτική για τη ρευστότητα και την κατασκευή της ταυτότητας, σε αντίθεση με τις πιο ουσιοκρατικές απόψεις για τον εαυτό. Κυρίως όμως, αποτελούν ένα πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της βαθιάς επίδρασης της τεχνολογίας στην αντίληψή μας για τον κόσμο και τον εαυτό μας.
Εν γένει, προτιμώ τη χρήση της έννοιας του ψυχισμού ή της εαυτότητας, καθώς αυτό που αναφέρουμε παραδοσιακά ως εαυτό, είναι το πιθανότερο μια ψευδαίσθηση πλην όμως αναγκαία (και σε αυτό, μάλλον μόνο σε αυτό, συμφωνούν από κορυφαίοι νευροεπιστήμονες μέχρι εμπειριστές και μεταμοντέρνοι στοχαστές). Ούτως ή άλλως, όμως, υπάρχει η τυραννία του «ιδανικού εαυτού», μια πλήρως ετεροκαθορισμένη φαντασιακή κατασκευή από τις κοινωνικές χειραγωγικές δομές, είτε άμεσα είτε εμμέσως (δηλαδή μέσω του υπερεγώ μας). Οι ψυχοπαθογένειες που αναπτύσσονται μέσα από τη σχάση του δικού μας ψυχισμού σε σχέση με την επιβεβλημένη εικόνα του ιδανικού εαυτού είναι διαλυτικές τόσο για εμάς όσο και για τις όποιες σχέσεις μας με τους άλλους· ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταλήγουμε ανά διαστήματα δυνητικά κοινωνιοπαθείς. Κατά την άποψή μου, η μόνη διέξοδος από τη σύγχρονη αυτή παθογένεια, είναι μια διαδικασία αυτοποίησης, δηλαδή το να ποιείς, να δημιουργείς, την ουσιώδη εαυτότητά σου, όχι εγωτιστικά και ναρκισσιστικά, ήτοι αυτάρεσκα, αλλά αντιθέτως σε ένα πλαίσιο συναυθεντικότητας, να συν-ποιείς την εαυτότητά σου. Να επιχειρήσουμε να κατοικήσουμε ποιητικά τον ψηφιακό κόσμο, όπως θα θέλαμε να κατοικήσουμε και τον υλικό.
Όλη αυτή η συνθήκη δεν μας καθιστά απλώς προκατειλημμένους με την εικόνα μας, αλλά και εσωτερικά, φαντασιακά και δημιουργικά, ακρωτηριασμένους. Η αυθεντικότητά μας όλο και παραδίδεται αντιστεκόμενη.
-Selfies, Zoom meetings, TikTok βίντεο (τα ξαναβλέπουμε πριν τα ποστάρουμε), BeReal (σε αυτό το app αναγκαστικά βγάζεις ΚΑΙ Selfie). Δεν είναι λες και μες στην καθημερινότητα περνάμε άπειρο χρόνο κοιτάζοντας τους εαυτούς μας; Αυτό μας κάνει με έναν τρόπο προκατειλημμένους με την εικόνα μας και την εμφάνισή μας;
Το δίχως άλλο. Υπάρχουν σοβαροί κοινωνικοπολιτικοί και ηθικοί, θα έλεγα εν γένει πολιτισμικοί, προβληματισμοί γύρω από τη δημιουργία και τη διάδοση των selfies. Επικρατεί ένα διαρκές scroll down, όλα εφήμερα, στιγμιαία, εργαλειακά, άρα και εκφυλισμένα – στερούνται νοήματος. Πολλώ μάλλον όσον αφορά στις selfies. Όλη αυτή η συνθήκη δεν μας καθιστά απλώς προκατειλημμένους με την εικόνα μας, αλλά και εσωτερικά, φαντασιακά και δημιουργικά, ακρωτηριασμένους. Η αυθεντικότητά μας όλο και παραδίδεται αντιστεκόμενη. Εμποδίζεται η σχέση του είναι με τον εαυτό του, η συνειδητοποίηση ότι ο άνθρωπος ανήκει στο είναι, και όχι στο φαίνεσθαι, ανήκει εκεί που κατοικεί η αυθεντική του αξιοπρέπεια, η οποία πλέον όλο και έχει υπαναχωρεί υποβαθμιζόμενη.
-Μετά την κλασική πλέον Selfie, η “Mirror Selfie” φαίνεται να επικρατεί στα σόσιαλ. Σκέψου το λίγο. Βγάζω φωτογραφία τον εαυτό μου να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Πώς επηρεάζουν οι selfies την κατανόηση της σχέσης μεταξύ του εαυτού και των άλλων;
Αυτής της μορφής o ψηφιακός εγκιβωτισμός, μας εγκλωβίζει σε μια συνθήκη που ελαχιστοποιεί το ουσιώδες και μεγεθύνει το επιφανειακό και το ασήμαντο. Επί της ουσίας, δεν υπάρχει σχέση με τον άλλον, δεν υπάρχει καν σχέση με τον εαυτό μας ή, καλύτερα, με τον ψυχισμό μας. Το κυρίαρχο πρόβλημα είναι ότι μέσα από την υπερκυριάρχηση της εικόνας και την υποχώρηση του λόγου, η όποιου είδους και βαθμού ετερότητα εκμηδενίζεται. Και δεν αναφερόμαστε εδώ σε κάποιου είδους ετεροκαθορισμό — αντιθέτως, αν θέλεις να χαρακτηρίζεσαι από αυτοκαθορισμό, να είσαι αυτόφωτο πρόσωπο, να κινείσαι προς την πραγμάτωση της αυτονομίας σου, δεν μπορείς παρά να περνάς και μέσα από την ετερότητα, και να παραμένεις ανοικτός προς κάθε δυνητική μορφή της. Η αυτονομία μας πρέπει να είναι σχεσιακή, να εμπλέκει τον Άλλον, αλλιώς είναι υπαρξιακός και κοινωνικός αυτισμός.
Και επειδή νόημα έχει να αναδεικνύουμε τις διεξόδους και όχι τα αδιέξοδα, αν υποθέσουμε ότι είναι το βλέμμα που σφραγίζει τη συνάντηση με την ετερότητα του κόσμου, θα μπορούσε πράγματι αυτό να γίνεται και ψηφιακά, μέσω της όποιας selfie. Ωστόσο, η κατεύθυνση που έχει λάβει η ψηφιακή πρακτική μας δεν αποτελεί ένα αίνιγμα-άνοιγμα — και αν αυτή η διάσταση ξαφνικά απουσιάζει, από πού θα αντλήσουμε την εμπειρία της εκ-στατικής συνένωσης;
Ας το παραδεχτούμε: υπάρχει μια διττή ηδονή στο παιχνίδισμα των selfies τόσο όταν βγάζουμε όσο, και κυρίως, όταν λαμβάνουμε. Εντάξει, μην είμαστε και ανέραστοι σοβαροφανείς, ποιος δεν έχει καυλώσει έστω και λίγο με μια mirror selfie που έλαβε από το πρόσωπο που επιθυμεί; Αλλά αν ήταν απλώς παιχνίδισμα ηδονής, τότε γιατί και να μην το απολαμβάναμε και να το εντείναμε κιόλας. Το ζήτημα όμως εδώ είναι πως δεν είναι ακριβώς τόσο παιχνίδισμα ούτε είναι τόσο ηδονή. Η εικόνα, και ακόμα περισσότερο, η αυτοεικόνα μας, έχουν πάρει διαστάσεις υπαρξιακής οντολογίας μέσα μας. Αν δεν είναι όπως τις θέλουμε, τότε εμείς δεν αξίζουμε, και άρα δεν είμαστε, τίποτα.
Όλα μένουν μισά. Θα μου πεις, ο έρωτας και η ηδονή πάντα με τα μισά απογειώνονταν. Αλλά είναι αυτός ο τύπος έρωτα και ηδονής που επιθυμούμε εν τέλει; Και το ζήτημα εδώ είναι πως έχουν αντιστραφεί τα μισά. Δηλαδή μένουμε με την α-νόητη πλευρά του μισού, μια κενή εικόνα, με ένα κουφάρι που στερείται ουσιώδους περιεχομένου και νοήματος.
-Στο σήμερα, με την απλή κίνηση του zoom μπορούμε να δούμε και την παραμικρή λεπτομέρεια (συνήθως γίνεται αντιληπτή και ως ατέλεια) του προσώπου μας. Πόσο και πώς έχει αλλάξει η αυτοεικόνα μας; Πόσο επηρεάζει η τόση τριβή με την εμφάνισή μας το πώς κινούμαστε στον κόσμο, πώς φέρουμε τους εαυτούς μας και τις προτεραιότητές μας;
Το θέαμα έχει κυριαρχήσει σε όλα τα επίπεδα. Δεν μπορούμε παρά να εστιάσουμε σε αυτό που βιώνουμε στη σύγχρονη εμπορευματοποιημένη κοινωνία της μαζικής κουλτούρας όπου κάθε έννοια, αξία και ιδέα κεφαλαιοποιείται εργαλειακά χάνοντας την αυταξία της στο βωμό του θεάματος και του μάρκετινγκ προϊόντων που παράγονται και καταναλώνονται ούτε καν για την απόλαυση της κατανάλωσής τους αλλά για την ψευδαίσθηση ότι μέσω της κατανάλωσής τους πραγματώνονται οι έννοιες, αξίες και ιδέες που έχουν καταστρατηγηθεί για την επικοινωνιακή προώθησή τους. Έτσι ακριβώς παράγονται και καταναλώνονται και οι mirror-selfies, σε όλες τις διαστάσεις και μορφές τους, από σοβαροφανείς και αστείες μέχρι (ημι-)γυμνές και ηδονοβλεπτικές.
Συμβαίνει το εξής φαινομενικά παράδοξο: όσο περισσότερο κοιτάζουμε τον εαυτό μας μέσα από το δικό μας πρίσμα, δηλαδή βγάζοντας selfies, τόσο πιο πολύ αποξενωνόμαστε και αλλοτριωνόμαστε από εμάς τους ίδιους.
-Τις προάλλες στο μετρό, παρατηρούσα πως μια κοπέλα, μην έχοντας σήμα ώστε να σκρολάρει σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης ή να επικοινωνήσει με κάποιον, πέρασε όλη τη διαδρομή κοιτάζοντας φωτογραφίες της στο gallery, ζουμάροντας, μια στο πρόσωπο, μια στα ρούχα. Είναι εγγενές στοιχείο της ανθρώπινης φύσης ο ναρκισσισμός; Και στην τελική είναι αυτό ναρκισσισμός ή έχουμε φτάσει σε σημείο τέτοιας αποπροσωποποίησης που δεν αντιλαμβανόμαστε πως η φιγούρα στο κινητό είναι ο εαυτός μας;
Οι selfies, και εν γένει η ψηφιακή αναπαράστασή μας, ενώ θα μπορούσαν να αποτελούν και μια μορφή αυτοδυναμίας, αποτελούν περισσότερο έκφραση ναρκισσισμού, και μάλιστα παθογενούς φύσης. Συμβαίνει το εξής φαινομενικά παράδοξο: όσο περισσότερο κοιτάζουμε τον εαυτό μας μέσα από το δικό μας πρίσμα, δηλαδή βγάζοντας selfies, τόσο πιο πολύ αποξενωνόμαστε και αλλοτριωνόμαστε από εμάς τους ίδιους. Πάντα θα υπάρχει και ένα ποσοστό ναρκισσισμού και ίσως είναι και απαραίτητο σε μικρό βαθμό, το ζήτημα είναι ότι είμαστε μια γενιά, με την ευρύτερη έννοια, που η αυτοαναφορικότητα και ο ναρκισσισμός είναι ταυτοτικά της στοιχεία, οριακά οντολογικά. Μην ξεχνάμε, επίσης, πως ο έντονος ναρκισσισμός συνοδεύεται πάντα από τις πιο βαθιές ανασφάλειες, είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, το ένα τροφοδοτεί το άλλο σε μια διαρκή διάδραση που βαθαίνει. Πρέπει να αναγνωρίσουμε εκ νέου τους εαυτούς μας, και. για να το κάνουμε αυτό, πρέπει βεβαίως να τους επαναδημιουργήσουμε — προσωπικά και συλλογικά, σε διάδραση, ταυτόχρονα. Όχι αμιγώς από το προσωπικό στο συλλογικό, ούτε αμιγώς από το συλλογικό στο προσωπικό.
-Συμβαίνει ένας διαχωρισμός του online εαυτού και του πραγματικού εαυτού; Έχει γίνει επίσημα αυτή η διχοτόμηση του «εγώ»; Και με τα φίλτρα τι γίνεται; Τι συμβαίνει όταν η εικόνα που βλέπουμε στο κινητό δεν «ματσάρει» με εκείνη στον καθρέφτη; Από τη μια υπάρχει μια ανάγκη «να είμαστε ο εαυτός μας» και παράλληλα φτιάχνω και ένα ψεύτικο εαυτό που δεν ξέρω αν έχει σχέση με τον πραγματικό εαυτό μου;
Πρέπει να αναστοχαστούμε ριζικά ποιος είναι ο αντίκτυπος των διαδικτυακών προσωπικοτήτων στην αντίληψη και τη διαμόρφωση της ανθρωπινότητάς μας εν γένει, και πιο συγκεκριμένα των πτυχών της που θεωρούμε πιο κομβικές, όπως η ελευθερία, η αυθεντικότητα και η δημιουργικότητα. Αυτή η παρανόηση νομίζω μας έχει οδηγήσει στην απομάκρυνση από τη βασική αναρώτηση σχετικά με το τι είμαστε και τι θέλουμε να γίνουμε. Έχουμε βουτήξει στο φαίνεσθαι, μέσα κυρίως από μια ψηφιακή υπερ-πραγματικότητα (κοινωνικά δίκτυα κ.α.) και αυτό μ’ ένα ψευδές πέπλο της αυθεντικότητας που παρουσιάζουμε μέσα από την εικόνα μας προς τους άλλους. Ενώ στην ουσία οικοδομούμε μια ψευδοεικόνα σε μια ψηφιακή υπερ-πραγματικότητα που, επειδή την εκλαμβάνουν οι άλλοι ως ετερότητα, μας προσεγγίζουν αναλόγως κι έτσι καταλήγει εν τέλει να ενημερώνει εμάς τους ίδιους για το ποιοι ακριβώς είμαστε. Αυτό διαστρεβλώνει την αντίληψη που έχουμε για μας αλλά και την θέση που έχουμε στις ευρύτερες κοινότητες των οποίων είμαστε μέλη, άρα και στην κοινωνία εν γένει. Αυτό το τριαδικό σχήμα ανάμεσα στο τι επικοινωνείς ψηφιακά ότι είσαι, στο πώς οι άλλοι το αντιλαμβάνονται και βάσει αυτού σε προσεγγίζουν και το πώς εν τέλει αυτό επηρεάζει εσένα στο ποιος πραγματικά γίνεσαι, πρέπει να αναγνωρισθεί, συνειδητοποιηθεί και αντιμετωπισθεί ώστε να μετασχηματισθεί σε κάτι το θετικό και όχι στο παθογενές όπως συμβαίνει τώρα.
-Πού μπορεί να οδηγήσει όλη αυτή η τριβή με τα πρόσωπα και την εικόνα μας; Μπορεί να μου πεις και πουθενά, αλλά δεν ξέρω αν θα σε πιστέψω.
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η διάκριση μεταξύ πραγματικότητας και προσομοίωσης, υλικής πραγματικότητας και ψηφιακής υπερπραγματικότητας, γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη. Δεν μπορεί παρά να υπάρχουν ισχυρές κοινωνικο-πολιτικές, αισθητικές και εν γένει πολιτισμικές προεκτάσεις και να ελλοχεύουν κίνδυνοι οριακά υπαρξιακοί ως προς τον προσωπικό αλλά και συλλογικό ψυχισμό μας. Αν όμως οι δημιουργικές μας διαδικασίες παραμένουν ενεργές και απαράκαμπτες, καμία τέτοια παθογενής μόδα και συνήθεια δεν μπορεί να μας αποπροσανατολίσει, και κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να προβλέψει την επόμενη εσωτερική ή εξωτερική δημιουργία μας. Αντιθέτως, όλα τα παραπάνω μπορούν να λειτουργήσουν εξαιρετικά βοηθητικά και προωθητικά προς το ξέφωτο ευτοπίας που αναζητούμε. Θα μπορούσε όμως να υπάρξει ένα τέτοιο ξέφωτο στο πεδίο της ψηφιακότητας; Δεν προτείνω ότι πρέπει να επιστρέψουμε σε κάποιου είδους νοσταλγικό υπαρξισμό του προηγούμενου αιώνα, και σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζω τεχνοφοβικά αφηγήματα, αλλά θέλω να τονίσω πως αυτά τα ερωτήματα παραμένουν υπαρξιακά και οφείλουμε να αναζητήσουμε έναν ριζικά ανανεωμένο και εμπλουτισμένο στοχασμό που θα μπορέσει όχι να μας οδηγήσει προς κάποιο ξέφωτο, αλλά να το δημιουργήσει.
Λίγα λόγια για τον Νίκο Ερηνάκη

Ο Νίκος Ερηνάκης [Αθήνα, 1988] είναι Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνικής & Πολιτικής Φιλοσοφίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ενώ παράλληλα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Είναι Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου ξεκίνησε τη διατριβή του ενώ τη συνέχισε και ολοκλήρωσε ως recognised research student στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έχει σπουδάσει Οικονομικά [ΟΠΑ], Φιλοσοφία & Συγκριτική Λογοτεχνία [Warwick] και Φιλοσοφία των Κοινωνικών Επιστημών [LSE]. Είναι ο Επιστημονικός Διευθυντής του ENA, έχει διατελέσει μέλος του Δ.Σ. του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, και είναι μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων. Για το πρώτο του βιβλίο φιλοσοφίας με τίτλο Αυθεντικότητα και Αυτονομία: από τη Δημιουργικότητα στην Ελευθερία (Κείμενα, 2020) τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Έχουν εκδοθεί τρία βιβλία ποίησής του, δύο βιβλία ανθολογίας Ευρωπαίων ποιητών του μοντερνισμού σε μετάφρασή του, και τρεις συλλογικοί τόμοι δοκιμίων σε επιμέλειά του. Δοκίμια, άρθρα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ποικίλα διεθνή περιοδικά, συλλογικούς τόμους, ανθολογίες και πρακτικά συνεδρίων με κριτές.





Ενδιαφέρον άρθρο. Προσωπικά βλέπω πάντως πως απομονώνονται οι άνθρωποι που δεν έχουν επαφή με τα social media ή που δεν περνάνε χρόνο για να βγάλουν φωτογραφίες ή βίντεο από το κινητό τους ενώ έρχονται κοντά οι άνθρωποι οι οποίοι υποτίθεται πως αποξενώνονται από αυτά. Βρίσκοντας κοινά σημεία δηλαδή μέσα από τα σόσιαλ δημιουργούνται παρέες. Ενώ αν πεις ας πούμε πως δεν έχεις σόσιαλ ή ότι έχεις παλιά συσκευή κινητού που δεν κάνει βιντεοκλήσεις, δεν βγάζεις φωτογραφίες κι όλα αυτά έχεις διαγραφεί από άτομο άξιο για παρέα. Και δεν εννοώ σε παρέες μεταξύ πιτσιρικάδων. Ο καθένας ας κάνει ό,τι τον ευχαριστεί,… Διαβάστε περισσότερα »