Κείμενο και πορτραίτο του ποιητή: Βάσια Αναγνωστοπούλου
Ήμουν 16 χρονών. Είχα κόψει τη φυσική απ’ τη ζωή μου, γιατί πίστευα ότι αν ασχοληθώ περισσότερο θα τρελαθώ. Το αμέσως πιο ηδονικό πράγμα, μετά τα κβάντα, ήταν η ποίηση.
Πυκνός λόγος -ο αγαπημένος μου- και έντονο συναίσθημα, μέσα από προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, φωτισμένη έμπνευση και καλοδουλεμένες τεχνικές. Διάβαζα πολύ. Την ανέλυα τεχνικά ακόμα πιο πολύ, τόσο που με τρόμαζε και δεν έγραφα, όμως τότε, ήταν ό,τι πιο κοντά στον έρωτα μπορούσα να φανταστώ. Αυτό, με οδήγησε σε μία ρομαντική ιδέα!
Είχα πάρει έναν τηλεφωνικό κατάλογο, εκείνον τον κίτρινο, τον παχύ, και βρήκα τις διευθύνσεις όλων των αγαπημένων μου εν ζωή ποιητών. Έγραψα στον καθένα ένα γράμμα, προσωπικό, όχι φασόν, τα έβαλα στα πορτοκαλί μου φακελάκια, και τα ταχυδρόμησα. Μεταξύ άλλων, εξέφρασα την επιθυμία μου να τους συναντήσω, προφασιζόμενη το περιοδικό του σχολείου μου, που δεν υπήρχε, αλλά θα ήθελα να υπήρχε, και μία συνέντευξη που θα ήθελα να τους πάρω.
Και κάπως έτσι άρχισα να λαμβάνω φακελάκια με απαντήσει, είτε θετικές, είτε αρνητικές ως προς τη συνέντευξη, αλλά όλες θερμές. Αφιέρωσα ένα όμορφο κουτί στην αλληλογραφία με “τους ποιητές μου” και απέκτησα ένα παράδοξο εξωσχολικό χόμπι!Κάθε Σάββατο έβαζα τον καημένο τον πατέρα μου, να με τρέχει σε καφέ και σπίτια αγνώστων κυρίων, και να με περιμένει στο αυτοκίνητο, με τρόμο στην καρδιά, φαντάζομαι! Κάθε Σάββατο συναντούσα έναν ποιητή!
Με άλλους αλληλογραφούσαμε, άλλοι μου έστελναν τα βιβλία τους, με κάποιους κρατήσαμε επαφή για καιρό. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, τη θλίψη μου για το χαμό κάποιων από τους ποιητές μου, πρόσφατα, και τον απεριόριστο ελεύθερο χρόνο που μας έχει προσφέρει η καραντίνα, βρήκα την ευκαιρία να κάνω κάτι που λέω χρόνια, αλλά ποτέ δεν κάνω, να απομαγνητοφωνήσω ένα μέρος από τις κασετούλες μου, αυτό που είχα καταφέρει να κάνω ψηφιακό και αν θυμηθώ, όσα περισσότερα μπορώ. Εδώ να πω ότι κάθε συνέντευξη συνοδεύεται και από μία φωτογραφία. Τα πρώτα μου πορτραίτα.
Αυτές τις μέρες που χρειαζόμαστε λίγη συντροφιά, θα ήθελα να μοιραστώ αυτές τις συζητήσεις, ελπίζοντας ότι θα είναι αφορμή να διαβαστεί λίγη ποίηση.
Καλή ανάγνωση.
Αθήνα, 2003
Τα γράμματα του Αντώνη Φωστιέρη μου φαίνονταν πολύ εντυπωσιακά, και αισθητικά, γιατί ήταν γραμμένα με πένα!
Μου έδωσε ραντεβού σε ένα καφέ πάνω από τη Λυρική, στην Ακαδημίας. Ήταν αυτό το φοβερό συναίσθημα που, κάποια κεντρικά και δεδομένα μέρη της Αθήνας, μου φάνταζαν πάρα πολύ εξωτικά! Μέρη που δεν είχα ξαναδεί και ήταν μακριά απ’ το σπίτι!
-Είναι μοναχικός ένας ποιητής;
Είναι μοναχικός ο άνθρωπος που γράφει, βεβαίως την ώρα της γραφής, όπως αντιστοίχως και ο αναγνώστης είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, γιατί η λογοτεχνία -και ακόμα ειδικότερα η ποίηση- είναι μία μορφή τέχνης, η οποία και την παράγεις, αλλά και την εισπράττεις, μέσα από μία μοναχική διαδικασία. Υπάρχουν πολλές άλλες μορφές τέχνης που και ως παραγωγή είναι ομαδικές, όπως είναι το θέατρο ή ο χορός ή πολλές φορές η μουσική, ο κινηματογράφος, που είναι κατ’ εξοχήν καλλιτεχνικές εκφράσεις οι οποίες πολύ δύσκολα μπορεί να προέρχονται από ένα άτομο. Όπως επίσης εισπράττονται μέσα σε ένα χώρο πολλών ανθρώπων.
Η ποίηση είναι μία διαδικασία η οποία προϋποθέτει τη μοναξιά, είτε τη φυσική, είτε πολύ περισσότερο την ψυχολογική, με την έννοια ότι πρέπει να αποσυνδεθείς από το κοινωνικό περιβάλλον, να μπορέσεις να έρθεις σε όσο γίνεται μεγαλύτερη και απόλυτη επαφή με τον εαυτό σου, για να μπορέσει να προκύψει ο ποιητικός λόγος. Και το λέω αυτό γιατί, στην πραγματικότητα, είναι πολύ λίγες οι φορές που ξεκινάει κανείς να γράψει κάτι το οποίο το γνωρίζει εκ των προτέρων, από το α μέχρι το ω του. Θέλω να πω ότι γράφοντας ποίηση, ανακαλύπτεις κι εσύ ένα μέρος του εαυτού σου, το οποίο καλά καλά δεν το ξέρεις. Σε οδηγεί η ίδια η γραφή και πρέπει να έχεις μία τέτοια αφοσίωση και μια τέτοια απόλυτη συγκέντρωση, που τελικά είναι απαραίτητη η μοναξιά, η μοναχικότητα.
-Υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός ποιητή και κάποιου άλλου ανθρώπου;
Ναι, η διαφορά δεν είναι καμία. Δηλαδή στην πραγματικότητα νομίζω όλοι οι άνθρωποι έχουνε μία τέτοια πλευρά και ίσως είναι θέμα απλώς ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ή κάποιων συγκεκριμένων συνθηκών για να την καλλιεργήσει κανείς αυτή την πλευρά και να την οξύνει, και αυτό νομίζω φαίνεται από το γεγονός ότι όλοι οι τουλάχιστον οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να εισπράξουν την ποίηση, πράγμα που σημαίνει ότι εφόσον μπορούν να έρθουν σε επαφή με το σώμα της ποίησης ως αναγνώστες, κάτω από άλλες συνθήκες, ενδεχομένως και να μπορούσαν να γράψουν ποίηση. Άλλωστε, προκειμένου να απαντήσει κανείς στην ουσία της ερώτησης αυτής, είναι πρώτα πρώτα θέμα ορισμού του τι είναι ποίηση. Δηλαδή, την ποίηση θα την ταυτίσουμε με το γραπτό κείμενο, ή μήπως και πολύ ορθότερα η ποίηση είναι κάτι πολύ πέραν από το συγκεκριμένο ποίημα , αλλά είναι μία αίσθηση και μία αντίληψη των πραγμάτων, η οποία μπορεί να την έχεις, ακόμα κι αν δεν γράψεις ούτε έναν στίχο στη ζωή σου;
-Ένας ποιητής γεννιέται ή γίνεται;
Ίσως και να γίνεται, δεν ξέρω αυτό δεν μπορεί κανείς με μεγάλη βεβαιότητα να το απαντήσει.
-Υπάρχει όμως κάποια κλίση;
Κατά κάποιο τρόπο υπάρχει, όπως υπάρχει κλίση για οτιδήποτε. Οτιδήποτε κάνεις στη ζωή σου για να το κάνεις καλά, πρέπει να υπάρχει μια προδιάθεση, να υπάρχει μια δεξιότητα, ή τουλάχιστον ένα ενδιαφέρον. Το θέμα είναι κατά πόσο μπορείς αυτό το ενδιαφέρον κι αυτή τη δεξιότητα να την καλλιεργήσεις. Από την άλλη δεν πιστεύω βέβαια σε καμία περίπτωση ότι μπορεί κανείς χωρίς καμία απολύτως προπαιδεία και χωρία καμία άσκηση να φτάσει σε ένα σοβαρό αποτέλεσμα.
-Χρειάζεται ένα δυνατό συναίσθημα ή εμπειρία για να γραφτεί ένα ποίημα;
Πολλές φορές ναι, πολλές φορές όχι. Θα λεγα μάλιστα ότι υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό το δυνατό ερέθισμα μπορεί να σε αποπροσανατολίσει ή τουλάχιστον να σε κάνει να χάσεις την ψυχραιμία σου, και αυτό μπορεί αν αποβεί ολέθριο διότι η ποίηση και οποιαδήποτε άλλη τέχνη, ταυτόχρονα με τον ενθουσιασμό που μπορεί να έχει, χρειάζεται να διαθέτεις και μια ψυχραιμία και έναν έλεγχο των εκφραστικών σου μέσων. Γιατί αυτό που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία, δεν είναι να διοχετεύσεις εσύ τη δική σου συγκίνηση από ένα συγκεκριμένο ερέθισμα, αλλά αν μπορέσεις μέσω του ποιήματος να προκαλέσεις συγκίνηση στον άλλο, που αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό, και αυτή είναι και μία πολύ συχνή και συνήθης παρεξήγηση, ότι θεωρούμε την ποίηση το πιο εύκολο μέσο για να αποθηκεύσουμε είτε τις εμπειρίες μας είτε τις συγκινήσεις μας, κυρίως τις συναισθηματικές εντάσεις, με αποτέλεσμα πολλές φορές να γράφεις εν θερμώ, πράγματα τα οποία για τον αναγνώστη είναι εντελώς ψυχρά.
-Πότε γράφετε; Τη νύχτα;
Εγώ προσωπικά, όχι, τώρα πια γράφω πάντα την ημέρα. Παλιότερα όμως, όντως έγραφα περισσότερο τη νύχτα. Εδώ και πολλά χρόνια έχω δει, έτσι εμπειρικά, ότι την ημέρα, ιδίως το πρωί, λειτουργώ πολύ καλύτερα και αυτό ίσως φαίνεται λίγο αντιφατικό, με την έννοια ότι θεματικά η ποίηση μου έχει πολύ μεγαλύτερη σχέση με τη νύχτα και το σκοτάδι, αλλά αυτό δεν επηρεάζεται από τις συγκεκριμένες συνθήκες, τις εξωτερικές γραφής.
-Εσείς πώς καταλάβατε ότι έχετε αυτή την κλίση;
Να πω την αλήθεια, δεν έχω πειραματιστεί σε τίποτε, σε οποιοδήποτε άλλο είδος, γιατί εξ αρχής και μάλιστα από πολύ μικρή ηλικία, άρχισα να γράφω ποιήματα. Τα πρώτα ποιήματα τα είχα γράψει όταν ήμουν 10-11 χρονών. Όπως επίσης και το πρώτο έντυπο που έβγαλα ήταν σ αυτή την ηλικία. Πάντως πιστεύω ότι μου ταιριάζει, τώρα το λέω, μα αυτή τη χρονική απόσταση, ότι ακόμα κι αν είχα ξεκινήσει από αλλού ή αν είχα περιπλανηθεί σε άλλα είδη ίσως να κατέληγα στην ποίηση γιατί με ενδιαφέρει πολύ η πυκνότητα που μπορεί να σου προσφέρει η τέχνη, όχι δηλαδή η περιγραφή ή η πλήρης αποτύπωση μιας πραγματικότητας, την οποία ενδεχομένως μπορεί να σου προσφέρει λόγου χάρη η πεζογραφία, και πάλι, ένα είδος πεζογραφίας.
Με ενδιαφέρει λίγο η διαδικασία της απόσταξης και το τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή το απόσταγμα από πολλές διαφορετικές εξωτερικές ή εσωτερικές εμπειρίες. Και το λέω αυτό γιατί υπάρχει μία διαδεδομένη αντίληψη ότι στη λογοτεχνία κανείς είτε καταγράφει τις προσωπικές του εμπειρίες, είτε επηρεάζεται πολύ αποφασιστικά από τον κοινωνικό περίγυρο και από το ιστορικό στίγμα. Αυτό είναι αλήθεια νομίζω μέχρι ενός σημείου, αλλά από ένα σημείο και πέρα λειτουργούν εξίσου έντονα, μερικές φορές ακόμα εντονότερα, όχι τόσο οι εξωτερικές αντικειμενικές εμπειρίες και τα βιώματα ενός ανθρώπου, όσο η εσωτερική του περιπέτεια και εσωτερικά βιώματα.
Δηλαδή μπορεί η συγκίνηση, άρα δηλαδή η εμπειρία που έχεις από λόγου χάρη ένα μουσικό άκουσμα ή ακόμη και από το διάβασμα ενός βιβλίου, ή από ένα όνειρο που είδες, μπορεί τελικά η ένταση αυτής της εμπειρίας να είναι πολύ σημαντικότερη και να γεννήσει πολύ περισσότερα πράγματα ακόμη και ένα ποίημα, από ότι μία εμπειρία αντικειμενικά αναγνωρίσιμη, όπως μπορεί να είναι ένα ταξίδι ή ένας χωρισμός ή η συμμετοχή σου σε μία πολύ έντονη κοινωνική εκδήλωση.
-Τι είναι η ποίηση για εσάς;
Θα ήθελα να επαναλάβω αυτό που είπα πριν. Πιστεύω πάρα πολύ στην ποίηση σαν ένα δραστικό στοιχείο το οποίο υπάρχει παντού και το οποίο μπορεί κανείς να το ανακαλύψει παντού, και πέραν της γραπτής ποίησης. Αυτό εξαρτάται βέβαια πολύ περισσότερο από τον δέκτη, παρά τον πομπό, και μ αυτή την έννοια, ακόμα και αυτός που γράφει ποιήματα, δέκτης είναι κι αυτός. Πρώτα πρώτα είναι δέκτης της ποίησης της οποίας είναι μέσα στη ζωή, και όπως κάποιος που έχει μία κλίση, παραδείγματος χάρη στην πολιτική, μπορεί να θεωρήσει ότι τα πάντα είναι πολιτική ή μέσα σε κάθε πράξη υπάρχει ένα πολιτικό κίνητρο, ή ένα αποτέλεσμα πολιτικό, ένας θρησκευόμενος μπορεί να σου πει ότι όλα είναι θρησκεία, ένας επιστήμων θα σου πει όλα είναι επιστήμη, θα έλεγα ότι όλα κατά κάποιο τρόπο, όχι είναι ποίηση, αλλά εμπεριέχουν ποίηση, μπορείς να τα δεις μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα ή να ανακαλύψεις παντού τέτοια ψήγματα.
-Είναι ένας δρόμος προς τη Γνώση;
Μπορεί και να είναι, αν κι εδώ πάλι υπάρχει το πρόβλημα το ορισμού και της ποίησης, αλλά και της γνώσης. Τι είναι γνώση και τι είναι ποίηση και ποια είναι η σύνδεση αυτών των δύο. Θα λεγα όμως ότι, ακόμα και ιστορικά, έχουν υπάρξει περίοδοι κι έχουν υπάρξει και μορφές ποιητικού λόγου, όπου είναι πολύ φανερή η σύνδεση της ποίησης με τη γνώση σχεδόν την επιστημονική ή τη φιλοσοφική. Λόγου χάρη, ο λόγος των προσωκρατικών, του Ηρακλείτου, του Εμπεδοκλή, είναι ένας λόγος ο οποίος ταυτόχρονα είναι ποιητικός, φιλοσοφικός, επιστημονικός, θεολογικός. Με μορφή σχεδόν ποιητική έχουν αποτυπωθεί τα κυριότερα αξιώματα της αρχεία ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι ήτανε και οι βάσεις της ιστορίας πια της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
Από την άλλη θα έλεγα, ότι κι αν ακόμα η ποίηση δεν είναι ένας δρόμος για τη γενικότερη γνώση, με την έννοια της επιστημονικής γνώσης, είναι οπωσδήποτε όμως ένας δρόμος για τη γνώση του εαυτού μας, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί ούτε κι εμείς ξέρουμε τον εαυτό μας, και δεν ξέρουμε ούτε τις δυνατότητές του, ούτε τις αδυναμίες του, ούτε τις αρετές του.
Μέσα από την ποίηση, και μέσα από τη διαδικασία είτε της γραφής είτε της ανάγνωσης μπορούμε να ανακαλύψουμε πλευρές του εαυτού μας που δεν τις υποπτευόμασταν. Ευαισθησίες τις οποίες έχουμε ή από ένα σημείο και πέρα , αν κανείς αποκτήσει μία ιδιαίτερη σχέση με την ποίηση, μπορεί σιγά σιγά να αρχίσει να σκέπτεται, να αισθάνεται και να συγκινείται με πράγματα πέραν από τα συγκεκριμένα ποιήματα που έχει διαβάσει, πράγματα πια της προσωπικής μου ζωής, και λίγο λίγο δηλαδή να διαμορφωθεί και ο χαρακτήρας του, ο τρόπος του και η γενικότερη στάση του στη ζωή από κάποια στοιχεία που προήλθαν από την ποίηση.
Θέλω να πω δηλαδή, ότι από κάτι το οποίο εκ πρώτης όψεως, σαν το διάβασμα της λογοτεχνίας, φαίνεται ότι αφορά λίγο πολύ ένα είδος ψυχαγωγίας, μπορεί αν λειτουργήσει διαβρωτικά και καταλυτικά για τη διαμόρφωση του εαυτού μας.
-Είναι η ποίηση επάγγελμα;
Όχι ποτέ, άλλωστε μου φαίνεται και σχεδόν προκλητικό να δηλώνει κανείς ποιητής, και ποτέ δε χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη.
-Για άλλους είναι τα χρήματα, για άλλους η αναγνώριση, για εσάς ποιο είναι το ζητούμενο;
Πλην των χρημάτων, που είναι ένα μέγεθος, λίγο πολύ αντικειμενικό, τα άλλα που αναφέρατε είναι θέμα εκτίμησης και αντίληψης του καθενός. Νομίζω ότι δεν μπορεί να είναι για κανέναν αυτό το ζητούμενο, γιατί ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ότι σε κάποιον τομέα είχες επιτυχία. Δεν υπάρχει κανένα που μπορεί να σου το πει με βεβαιότητα. Μπορεί να στο πει μοναχά ο εαυτό σου, αν είναι αρκετά ελαφρός. Κατά τα άλλα πάντα μένεις σε μια αμφιβολία και πρέπει να μένεις στην αμφιβολία και πάντα πρέπει να ξεκινάς από την αίσθηση της πιθανής αποτυχίας γιατί μόνο αυτή νομίζω ότι μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά. Η αίσθηση ενός οποιουδήποτε ανθρώπου ότι έχει πετύχει κάτι είναι η πιο ολέθρια που μπορεί να υπάρξει διότι τον ακινητοποιεί.
-Υπάρχει κάποιο στοιχείο που χαρακτηρίζει τα ποιήματά σας;
Υποθέτω ότι θα υπάρχουν αρκετά, αλλά δεν μπορώ να τα εντοπίσω εγώ, γιατί αφενός θα ήμουν προκατειλημμένος κι αφετέρου θα μπορούσα να μιλήσω μόνο για τις προθέσεις και όχι για τα αποτελέσματα, όπερ άτοπον.
-Όταν διαβάζετε τα πρώτα σας ποιήματα, πώς αισθάνεστε;
Νιώθω βέβαια πολύ διαφορετικά σήμερα ύστερα από μία τέτοια χρονική απόσταση, αλλά ταυτόχρονα νιώθω και πολύ οικία, με την έννοια ότι πολύ συχνά ανακαλύπτω θεματικά και εκφραστικά στοιχεία που βλέπω ότι μέσα στα χρόνια επανήλθαν πολλές φορές με τον ίδιο ή και με άλλους τρόπους, υπάρχουν κάποια σταθερά μοτίβα, κάποια βασικά θέματα τα οποία με απασχολούν και που, μολονότι πολλές φορές τα ξεχνώ, κατόπιν τα ξαναβρίσκω μπροστά μου και τα ξαναδουλεύω σα να είναι η πρώτη φορά. Αυτό με ευχαριστεί γιατί δείχνει ότι μέσα στα χρόνια, τις δεκαετίες τώρα πια, υπάρχει ένα νήμα το οποίο συνδέει τα πρώτα πρώτα γραπτά μου με τα κατοπινά και με τα σημερινά.
-Σταματάει κανείς με το χρόνο να γράφει;
Νομίζω και μπορεί να σταματήσει κανείς και μερικές φορές το δέον είναι να σταματάει. Αυτή η λεγόμενη έμπνευση αν υπάρχει και στο βαθμό που υπάρχει δεν είναι απλώς μία τεχνική δεξιότητα την οποία αποκτάς και μετά μπορείς εφ’ όρου ζωής να χρησιμοποιείς. Είναι κάτι το οποίο επαναπροκύπτει κάθε φορά για πρώτη φορά. Επίσης μπορεί κανείς να σταματάει για ένα μικρό ή για ένα μεγαλύτερο διάστημα και να ξαναγυρίζει μετά στην ποίηση έχοντας επαναφορτιστεί. Πάντως και αυτό το στοιχείο αβεβαιότητας νομίζω ότι λειτουργεί θετικά με την έννοια ότι δεν σου επιτρέπει να επαναπαυτείς και διαρκώς σου υπενθυμίζει ότι είναι κάτι το οποίο δε σου ανήκει αλλά απλώς το διαχειρίζεσαι.
-Τι κάνει ένα έργο να αντέχει στο χρόνο;
Άγνωστο. Μολονότι και αυτό δεν υπόκειται σε μία ακριβή και αντικειμενική μέτρηση, η αντοχή δηλαδή, αλλά πάντα δοκιμάζεται πάνω στη κρίση και στην ευαισθησία του κάθε αναγνώστη. Ακόμα και σήμερα δηλαδή, μιλώντας για έργα από τα οποία μας χωρίζει μία πολύ μεγάλη χρονική απόσταση, δεν μπορούμε να δούμε με σιγουριά εάν αντέχουν ή δεν αντέχουν. Αυτό εναπόκειται στον κάθε αναγνώστη και στη συγκίνηση στην οποία μπορεί να προκύψει από το συγκεκριμένο έργο, και υπάρχουν και σημαντικά αναστήματα για τα οποία και σήμερα μπορεί να έχουμε αμφιβολίες, ή για το σύνολο του έργου τους ή για ένα μεγάλο ή μικρό μέρος του έργου τους. Κανείς δεν μπορεί να μας πει σήμερα με σιγουριά αν το έργο του Παλαμά αντέχει ή δεν αντέχει, του Σικελιανού, του Καζαντζάκη? δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα για όλους τους αναγνώστες. Είναι πολύ λίγες οι περιπτώσεις, όπως θα έλεγα ότι είναι η περίπτωση του καβάφη, που έχουμε έναν μεγαλύτερο βαθμό βεβαιότητας και πάλι όχι απόλυτο, και όχι για όλα και όχι για όλους.
-Εσάς σας ενδιαφέρει αυτό;
Για να είμαι ειλικρινής θα έλεγα όχι, με την έννοια ότι είναι κάτι που ξεφεύγει όλος διόλου από τις δικές μας δυνατότητες οπότε δεν πρέπει και να μας απασχολεί. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η σημερινή λειτουργικότητα ενός έργου, κατά πόσον μπορεί να έρθει κανείς σήμερα σε επαφή με τους μεμονωμένους αυτούς, μοναχικούς, αλλά ενδιαφερόμενους αναγνώστες. Το λέω έτσι γιατί η περίφημη επαφή του γράφοντος με τον αναγνώστη είναι στην πραγματικότητα πάντα φαντασιακή. Δεν είναι μία πραγματική άμεση επαφή, γίνεται μέσα από ένα τρίτο χώρο, που είναι ο χώρος του ποιήματος, με τον οποίο επικοινωνεί μεν, αυτός που έχει γράψει τον ομφάλιο λώρο του γεννήτορα και πάλι με το ποίημα επικοινωνεί ο αναγνώστης, δεν υπάρχει όμως ποτέ ή σχεδόν ποτέ επαφή του γράφοντος με τον τελικό αποδέκτη. Ακόμα και αυτή η συγχρονική επαφή είναι υποθετική.
-Σας ευχαριστώ πολύ.
-Εγώ σε ευχαριστώ.
*Διαβάστε και τις συνεντεύξεις των άλλων πέντε ποιητών: Κλείτος Κύρου / Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ / Χριστόφορος Λιοντάκης / Γιάννης Δάλλας / Χάρης Βλαβιανός /

