Η Σοφία Νικολαΐδου μια από τις πιο αγαπημένες και πολυδιαβασμένες συγγραφείς της νέας γενιάς -«Απόψε δεν έχουμε φίλους», «Χορεύουν οι ελέφαντες», «Καλά και σήμερα», «Στο τέλος νικάω εγώ»- μας συστήνει το πρώτο της θεατρικό έργο με τον τίτλο «Υπέρ Ελλάδος» (Η υπόθεση Πολκ στο προσκήνιο). Εβδομήντα χρόνια μετά την δολοφονία του Τζορζ Πολκ, το θεατρικό έργο επαναφέρει στο προσκήνιο μια πολύκροτη και ανεξιχνίαστη υπόθεση σε μια ταραγμένη εποχή που καταπνίγει το αίσθημα του δικαίου. «Να χαθεί ένας άνθρωπος, να σωθεί μία χώρα».

-Το «Υπέρ Ελλάδος» βασίζεται στο βιβλίο «Χορεύουν οι ελέφαντες» και αποτελεί το πρώτο σας θεατρικό έργο. Ποια ήταν η ανάγκη σας ένα κομμάτι του πετυχημένου βιβλίου σας να αποτελέσει ολοκληρωμένο θεατρικό;
Το έργο ξαναγράφτηκε από την αρχή ως θεατρικό: δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, η θεατρική γραφή διαθέτει άλλη γλώσσα και εντελώς διαφορετικούς κώδικες. Έτσι λοιπόν κρατήθηκαν από το αρχικό μυθιστόρημα κάποιες φωνές και ορισμένοι ήρωες. Προστέθηκε ο χορός: μια ολόκληρη πόλη που παρακολουθεί και σχολιάζει τα συμβάντα. Το αφηγηματικό μοντάζ είναι εντελώς διαφορετικό. Άλλωστε, το σώμα των ηθοποιών, οι μικρές κινήσεις, οι αιφνίδιες σιωπές, οι εικόνες έρχονται να συμπληρώσουν ή να σχολιάσουν τον λόγο. Η ανάγκη ήταν συγγραφική, με ενδιέφερε να δοκιμάσω καινούρια πράγματα. Το θέμα ενδείκνυται: πολιτικό θρίλερ, δικαστικό δράμα, πολύκροτη υπόθεση με συγκρούσεις συμφερόντων και μια Ελλάδα που σπαράσσεται.
-Πώς έγινε η επιλογή του έργου από το Κρατικό Θέατρο;
Κανονικά: υπέβαλα το θεατρικό έργο (κατέθεσα τον φάκελο με το κείμενο στον οργανισμό), το διάβασαν και μου απάντησαν ότι τους ενδιαφέρει.
-Η ανεξιχνίαστη και μυστηριώδης υπόθεση Πολκ γοητεύει ακόμα και σήμερα. Για άλλους αποτελεί ένα ψίθυρο από το παρελθόν, για άλλους ενδιαφέρουσα δραστηριότητα έρευνας. Εσάς τι σας γοήτευσε περισσότερο;
Η δολοφονία του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ στη Θεσσαλονίκη για πολλούς ιστορικούς ορίζει την αρχή του ψυχρού πολέμου στην Ευρώπη. Άλλοι πάλι την αναφέρουν ως την ελληνική «υπόθεση Ντρέιφους». Αυτό που με στοίχειωσε είναι κάτι απλό: το αίσθημα του δικαίου. Ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, δημοσιογράφος της εφημερίδας Μακεδονία, γύριζε στο σπίτι του εκείνο το απόγευμα. Περίμενε στη στάση του λεωφορείου. Τον πλησίασε κάποιος από την Ασφάλεια, τον χτύπησε στην πλάτη, είπε ακολουθήστε με. Ο Στακτόπουλος επέστρεψε στο σπίτι του δώδεκα χρόνια μετά. Θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα από εμάς. Ήταν χρόνια δύσκολα, η χώρα χρειαζόταν λεφτά, τα αμερικανικά ραδιόφωνα ούρλιαζαν «εμείς στέλνουμε λεφτά στους ξεβράκωτους κι αυτοί σκοτώνουν τα αγόρια μας». Έπρεπε να βρεθεί κάποιος ένοχος. Ο Στακτόπουλος ήταν ο μόνος που δεν είχε πλάτες. Τι κι αν είδε τον Πολκ μόνο για πέντε λεπτά ένα βράδυ; Τι κι αν δεν υπήρχαν τεκμήρια ενοχής; Η υπόθεση έπρεπε να κλείσει. Η Αμερική πίεζε. Εμείς χρειαζόμασταν τα χρήματα του σχεδίου Μάρσαλ. Έπνιξαν λοιπόν τις αντιρρήσεις σαν το μωρό στον κουβά.
Ο Στακτόπουλος βασανίστηκε. Υπέγραψε την ομολογία και η υπόθεση έκλεισε. Ο δικηγόρος της υπόθεσης κάποια στιγμή λέει στο έργο: «Το δίκαιο δεν είναι δικονομίστικες πιρουέττες, είναι αρχέγονο ανθρώπινο ένστικτο. Πανίσχυρο, όπως η πείνα και η δίψα. Δικαιοσύνη δεν είναι οι νόμοι. Ένα παιδί να ρωτήσεις μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι δίκαιο και τι όχι κι ας μην έχει διαβάσει τον ποινικό κώδικα». Για μένα αυτό είναι το κέντρο της υπόθεσης: ο εφιάλτης του να βρεθεί ένας άνθρωπος μπλεγμένος στα γρανάζια μιας εξουσίας που έχει αποφασίσει να τον τσακίσει.
-Για την έρευνα και τη συγγραφή σας βασιστήκατε σε παλαιότερα κείμενα έρευνας ή βιβλία για την υπόθεση, όπως του Καφίρη, του Γιάννη Μαρή;
Διάβασα και μελέτησα τις μονογραφίες (του Κήλυ, του Καφίρη κ.ά.), τα μυθιστορήματα, τις πρωτογενείς πηγές (πρωτοσέλιδα εφημερίδων, πάσης φύσεως ρεπορτάζ, φωτογραφίες), την αφήγηση του ίδιου του Στακτόπουλου. Και ύστερα τα άφησα όλα πίσω μου, για να γράψω το έργο.
-«Να χαθεί ένας άνθρωπος, να σωθεί μία χώρα», μια φράση που συνοδεύει την παράσταση όπως διαβάζουμε από το δικό σας σημείωμα. Πώς θα τη μεταφράζαμε σήμερα;
Είναι μια φράση που περιγράφει τη βασική (πολιτική) επιλογή που αφορά την υπόθεση: καταποντίστηκε ένας αθώος άνθρωπος, προκειμένου να κλείσει μια υπόθεση που ζημίωνε την χώρα. Το ζητούμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ήταν η δικαιοσύνη. Αυτοί που πήραν την απόφαση θεώρησαν ότι έπρατταν σωστά: διάλεξαν το μικρότερο κακό. Το ερώτημα όμως βαραίνει έως σήμερα. Υπάρχει άραγε το μικρότερο κακό; Και ποιος είναι αυτός που αποφασίζει; Με τι αντάλλαγμα;
-Είστε φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Γνωρίζετε καλά ότι η σύγχρονη ιστορία αμελείται να διδάσκεται στα σχολεία. Αυτό τι κόστος επιφέρει;
Δουλεύω είκοσι έξι χρόνια σε σχολείο. Δε θα έλεγα ότι η Ιστορία αμελείται. Αυτό που συνήθως κάνουμε είναι να εστιάζουμε στα παλαιότερα γεγονότα και να αφήνουμε τα πιο σύγχρονα για όταν θα έχουμε χρόνο (δηλαδή ποτέ). Ξέρετε τι κάνει την Ιστορία απεχθή στα παιδιά; Νομίζω το γεγονός ότι την διδάσκουμε ως μια σειρά συμβάντων που δεν έχουν καμία σχέση με το σήμερα και τη ζωή που ζούμε.
Όταν όμως κατανοήσουμε ότι Ιστορία δεν είναι κάτι που συνέβη κάποτε, πολύ παλιά, σε ανθρώπους άλλους, αλλά αντιληφθούμε ότι Ιστορία είναι οι ιστορίες των ανθρώπων (τα ρούχα που φοράμε, τα γεγονότα της καθημερινότητας που συναντούν τα μεγάλα γεγονότα, η ιστορία των παππούδων μας που ήρθαν πρόσφυγες, για παράδειγμα), τότε το ενδιαφέρον εξάπτεται και η Ιστορία γίνεται ο τρόπος να καταλαβαίνουμε και να ερμηνεύουμε τον κόσμο.
Να, παρ’τε για παράδειγμα τη Θεσσαλονίκη: αν πούμε στα παιδιά ότι στην Καμάρα, εκεί που δίνουν τα ραντεβού τους, λίγο πριν από τους σηματοδότες, τα παλιωμένα μάρμαρα που πατούν και πετούν τις τσίχλες τους είναι ανεστραμμένες εβραϊκές ταφόπλακες που ξηλώθηκαν από το εβραϊκό νεκροταφείο, για να χτιστεί η πανεπιστημιούπολη παραδίπλα, αμέσως η βόλτα στην πόλη αποκτά ιστορικό βάθος. Η Ιστορία είναι συναρπαστική, αρκεί να ξέρουμε να τη διαβάσουμε. Και δίνει το κλειδί για να κατανοήσουμε τόσα πολλά, που αλλιώς φαίνονται ακατανόητα.
-Είστε μια γυναίκα που έχετε μιλήσει ανοιχτά για θέματα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν ταμπού, όπως ο καρκίνος. Είμαστε ένας λαός που προτιμάει να κουκουλώνει τις πληγές;
Και ποιος λαός άραγε δεν κουκουλώνει πληγές; Οι Γερμανοί, για παράδειγμα, μιλούν με ευκολία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Ας έρθουμε όμως σ’ αυτό που ρωτάτε: Δυστυχώς, το θέμα του καρκίνου, σ’ αυτήν τη χώρα, εξακολουθεί να είναι ταμπού. Αυτό το συνειδητοποιεί κανείς, όταν νοσήσει. Πολλοί δεν τολμούν, ακόμη και σήμερα, να ξεστομίσουν την λέξη. Όμως οι λέξεις απελευθερώνουν και παρηγορούν. Έγραψα το βιβλίο «Καλά και σήμερα. Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος» ως ημερολόγιο: από την πρώτη μέρα της διάγνωσης ως την τελευταία χημειοθεραπεία. Ας πούμε ότι είναι το δικό μου ντοκιμαντέρ. Ένα βιβλίο γραμμένο με το σώμα. «Δεν υπάρχουν ασθένειες, υπάρχουν ασθενείς», είχε πει ο αρχαίος ημών Ιπποκράτης. Αν μπορούσα, θα το έγραφα με σπρέι έξω από τις ιατρικές σχολές. Όταν περνάει κανείς από την αλαζονεία του υγιούς στην αρρώστια, ίσως – λέω ίσως – να φτάσει εκεί που θα έπρεπε να είχε φτάσει από την αρχή, χωρίς πόνο: στο να χαίρεται τη ζωή βαθιά. Όταν έχεις δει το σκοτάδι, το φως μετά είναι εκτυφλωτικό.
-Τι μήνυμα ευελπιστείτε να περάσει η παράσταση αυτή;
Ας αφήσουμε τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Αυτή άλλωστε δεν είναι η γοητεία της τέχνης; Οι πολλαπλές ερμηνείες, οι παρακαμπτήριες οδοί, η αμετανόητη ελευθερία.
-Ο θεατής της παράστασης φεύγοντας δεν θα έχει εξιχνιάσει το έγκλημα, τι θα έχει συμβεί όμως μέσα του;
Ευελπιστώ να συμβεί αυτό που συμβαίνει με το θέατρο (όταν μας αρέσει): μια αστραπή στο μυαλό, ένας πιο δυνατός χτύπος στην καρδιά, μια σκέψη που θα μας συνοδέψει στο σπίτι. Δεν είναι αρκετό;
-Να υποθέσουμε ότι καταπιάνεστε με ένα νέο βιβλίο, θα θέλατε να μοιραστείτε το θέμα του;
Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, δε μοιάζει με τίποτα από όσα έχω κάνει έως τώρα: μελετώ, σημειώνω και συγκεντρώνω υλικό. Τεμπελιάζω κιόλας: η ταβανοθεραπεία είναι, καμιά φορά, ένας κάποιος τρόπος να τακτοποιηθούν τα συγγραφικά σχέδια στο κεφάλι μου.
*Το έργο παρουσιάζεται στο Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία Πηγής Δημητρακοπούλου από το Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018.




