Tου Σωτήρη Ι. Στυλιανού
Ο ύπνος είναι ένα μεγάλο ευεργέτημα του Θεού προς τον άνθρωπο. Η ξεκούραση του ύπνου διαρκεί συνήθως από τέσσερις μέχρι και δώδεκα ώρες. Η διάρκεια του ύπνου πάντα εξαρτάται από την κούραση που αισθάνεται ο άνθρωπος -σωματική ή πνευματική- και η ξεκούραση έρχεται όταν κανείς μπορέσει να κοιμηθεί χορταστικά μέχρι να ξανανοιχτούν τα βλέφαρά του.
Απαραίτητος για όλους μας ο ύπνος, είναι ακόμα πιο απαραίτητος για τα μωρά. Οι μανάδες και οι γιαγιάδες που ασχολούνται με τη φροντίδα των βρεφών, βρίσκουν η καθεμιά τον τρόπο που ταιριάζει στο κάθε μικρούλι για να το κοιμίσουν. Τα νανουρίσματα αποτελούσαν ένα ολόκληρο κεφάλαιο της δημοτικής μας ποίησης τότε που ο λαός ήταν πιο δημιουργικός και το τραγούδι έβγαινε αυθόρμητα και εξέφραζε γνήσια και καθαρά την ψυχή των πολλών.

Ο ύπνος τρέφει τα μωρά κι η υγειά τα μεγαλώνει και η κυρά η Παναγιά τα καλοξημερώνει.
Ύπνε, που παίρνεις τα παιδιά,
έλα πάρε και τούτο,
μικρό μικρό σού το ‘δωκα,
μεγάλο φέρε μου ‘το·
μεγάλο σαν ψηλό βουνό,
ίσιο σαν κυπαρίσσι
κι οι κλώνοι του ν’ απλώνονται
σ’ ανατολή και δύση.
Βρήκα μια συλλογή από νανουρίσματα και θυμήθηκα με νοσταλγία τα παιδικά μου χρόνια όταν οι γυναίκες της ευρύτερης οικογένειάς μου τα είχαν στα χείλη τους όσο υπήρχαν μωρά στο σόι μας. Και βέβαια, μ αυτά είχαν νανουρίσει νωρίτερα κι εμένα και τον αδελφό μου.
Στα νανουρίσματα θαύμασα την φαντασία, την τρυφερότητα, την στενή σχέση με τη φύση και τον πλούτο των συναισθημάτων. Η μάνα καμαρώνει το μωρό της και ζωγραφίζει τα όνειρά της για το μέλλον του.
Ο ύπνος προσωποποιείται, ο ήλιος, τα αστέρια και ο άνεμος, όλα φροντίζουν το μωρό και έχουν κάτι να του προσφέρουν. Παντού γλυκύτητα, καλοσύνη και αισιοδοξία για το μέλλον του νεαρού βλαστού.
Όπως σε όλη την Ελληνορθόδοξη παράδοσή μας, το κάθε αγοράκι είναι βασιλόπουλο και το κάθε κοριτσάκι βασιλοπούλα. Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στην ιερολογία του γάμου, όπου ο κάθε νυμφίος και η κάθε νύμφη στέφονται και υψώνονται «ως οι κέδροι του Λιβάνου». Αυτό βασίζεται, νομίζω, στη ρήση του Χριστού πως η ψυχή του κάθε ανθρώπου, άρα και ο κάθε άνθρωπος, αξίζει περισσότερο από όλον τον κόσμο. Και αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον καταναλωτικό και εξευτελιστικό τρόπο με τον οποίο τείνουμε να αντιμετωπίζουμε σήμερα τον άνθρωπο. Να δύο νανουρίσματα, ένα για αγόρι και ένα για κορίτσι, που με οδήγησαν σ’ αυτές τις σκέψεις.
Το πρώτο αναφέρεται σε ένα κοριτσάκι.
Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νιο φεγγάρι,
κοιμήσου, που να σε χαρεί ο νιος που θα σε πάρει.
Κοιμήσου, που παράγγειλα στην Πόλη τα χρυσά σου,
στη Βενετιά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου.
Κοιμήσου, που σου ράβουνε το πάπλωμα στην Πόλη
και που σου το τελειώνουνε σαράντα δυο μαστόροι.
Στη μέση βάνουν τον αϊτό, στην άκρη το παγόνι,
νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι.
Κοιμήσου και παράγγειλα παπούτσια στον τσαγκάρη,
να σου τα κάνει κόκκινα με το μαργαριτάρι.
Κοιμήσου μες στην κούνια σου και στα παχιά πανιά σου,
κι η Παναγιά η Δέσποινα να είναι συντροφιά σου.
Και το δεύτερο που ακολουθεί είναι για ένα αγοράκι.
Να μου το πάρεις, ύπνε μου, τρεις βίγλες θα σου βάλω,
τρεις βίγλες, τρεις βιγλάτορες κι οι τρεις αντρειωμένοι.
Βάζω τον ήλιο στα βουνά και τον αϊτό στους κάμπους,
τον κυρ Βοριά το δροσερόν ανάμεσα πελάγου.
Ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αϊτός αποκοιμήθη
κι ο κυρ Βοριάς ο δροσερός στη μάνα του πηγαίνει:
«Γιε μου, και πού ‘σουν χτες προχτές, πού ‘σουν την άλλη νύχτα;
Μήνα με τ’ άστρα μάλωνες, μήνα με το φεγγάρι;
Μήνα με τον αυγερινό, που ‘μαστε αγαπημένοι;»
«Μήτε με τ’ άστρα μάλωνα μήτε με το φεγγάρι
μήτε με τον αυγερινό, οπού ‘στε αγαπημένοι.
Χρυσόν υγιόν εβίγλιζα στην αργυρή του κούνια».
Δεν ξέρω αν σήμερα οι μωρομάνες χρησιμοποιούν παρόμοια νανουρίσματα. Σίγουρα κανακεύουν τα παιδάκια τους με την ίδια τρυφερότητα όπως και οι γιαγιάδες τους. Δεν νομίζω, όμως, ότι έχουν ακούσει ή τραγουδούν τα πανέμορφα αυτά νανουρίσματα.
