σε ,

O Κωστής Χαραμουντάνης είναι αυτοδίδακτος σκηνοθέτης. Προσπάθησα να καταλάβω πώς έγινε *τόσο* ξεχωριστός

Μια συνέντευξη με τον βραβευμένο δημιουργό πολυσυζητημένων ταινιών μικρού μήκους, που τώρα, επιτέλους, ετοιμάζεται για το μεγάλο βήμα

Παραλαμβάνοντας το Βραβείο Σκηνοθεσίας στις πρόσφατες Νύχτες Πρεμιέρας

O σκηνοθέτης Κωστής Χαραμουντάνης δεν έχει ολοκληρώσει ακόμα ούτε μία ταινία μεγάλου μήκους, κι όμως έχει ήδη φανατικούς οπαδούς. (Ένας απ’ αυτούς είμαι κι εγώ.) Τις ταινίες του τις έχω δει στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας και χαίρομαι που αρκετοί είναι αυτοί που τον ξεχώρισαν, -και κριτικοί, και το ΕΚΚ και οι Νύχτες Πρεμιέρας που τον βράβευσαν πρόσφατα- παρά τον, φαινομενικά, πειραματικό χαρακτήρα της δουλειάς του.

Πάνω είναι το teaser του πιο πρόσφατου φιλμ του, για το οποίο έγραψε ο Μανώλης Κρανάκης: Από τις πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις νέου δημιουργού, ο Κωστής Χαραμουντάνης που συστήθηκε με το «Μάτι και το Φρύδι», και ενηλικιώθηκε με το «ΤΕΡΑΣ Κοιμάται», ωριμάζει με το «Κιόκου Πριν Ερθει το Καλοκαίρι», ευτυχώς χωρίς να θυσιάζει στο ελάχιστο την πειραματική του διάθεση, την ανεπιτήδευτη ελαφρότητά του, τις queer καταβολές του. Σε μια αλληλουχία εικόνων που φεύγουν η μία πίσω από την άλλη με την ταχύτητα που το κάνει η μνήμη ή το ανοιγοκλείσιμο των ματιών σου, δεν υπάρχει δευτερόλεπτο που από την οθόνη δεν εκτοξεύεται συναίσθημα και εκείνη η σπάνια αίσθηση πως αυτό που βλέπεις είναι φτιαγμένο από κάποιον που ανυπομονείς να ξανασυναντήσεις στο μέλλον.)

Καθώς μαθαίνω πως αποφάσισε να κάνει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία -και ανυπομονώ-, θέλησα να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν και την κινηματογραφική του ματιά.

-Αλήθεια, τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν παιδί;

Ήθελα να γίνω ταξιτζής, πιλότος, σκηνοθέτης, ηθοποιός ή σεφ. Κάποια στιγμή ήθελα να γίνω και δάσκαλος, άλλες γιατρός, συγγραφέας ή δημοσιογράφος. Όταν ήμουν πέντε ήθελα να γίνω αστροναύτης!

-Τι σε πρωτοτράβηξε στο σινεμά; Θυμάσαι τα πρώτα φιλμ που σε εντυπωσίασαν;

Με τράβηξαν οι ιστορίες και ο τρόπος αφήγησης που έχει ο κινηματογράφος. Συνδυάζει όλες τις τέχνες και έχει κάτι δύσκολο και μαγικό, αυτό το παραθυράκι που οδηγεί σε άλλους κόσμους και ξεχνιέσαι. Όταν ο κινηματογράφος είναι καλός, γίνεται προσωπικός και για μένα δεν συγκρίνεται με καμία άλλη τέχνη. Επικοινωνεί μαζί σου πηγαία, με έναν πολύ ουσιαστικό και ιδιαίτερο τρόπο. Σου δημιουργεί συναισθήματα, καινούργιες εικόνες και συνειρμούς, αυτό που όταν βλέπεις μια καλή ταινία και μετά νιώθεις πιο γεμάτος, «καλύτερος» άνθρωπος.

Θυμάμαι η πρώτη ταινία που είχα δει στον κινηματογράφο ήταν ο Τιτανικός. Πρέπει να ήμουν σχεδόν τεσσάρων και θυμάμαι να είχα μπερδευτεί πολύ. Ρώταγα τους γονείς μου εάν αυτό που μόλις είχαμε δει συνέβη στα αλήθεια και αν κάθε βράδυ βουλιάζει και ένα καράβι για τους θεατές. Είχα την εντύπωση πως οτιδήποτε έβλεπα στην οθόνη ήταν η πραγματικότητα και συνέβαινε εκείνη την στιγμή.

Άλλες ταινίες που θυμάμαι έντονα είναι ο «Ε.T o Εξωγήινος» τον οποίο φοβόμουν, η «Αμελί», οι σκηνές από το «Lion King» που ο Τιμών και ο Πούμπα τρώνε τα ζουζούνια με τέτοιο τρόπο που φαίνονται λαχταριστά και ένα cartoon του BBC για να μαθαίνεις αγγλικά με τίτλο «Muzzy in Gondoland» το οποίο είχα σε κασέτα και έβλεπα συνέχεια. Έπειτα, στο δημοτικό ήταν «Οι Πειρατές τις Καραϊβικής» που παρακολουθούσα φανατικά, σταμάτησα να μετράω πόσες φορές την έχω δει μετά τις πενήντα έξι.

Εικόνα από «Το Μάτι και το Φρύδι»

-Απ’ ό,τι καταλαβαίνω είσαι αυτοδίδακτος σκηνοθέτης. Πώς το έκανες αυτό;

Ένα καλοκαιρινό απόγευμα, στο μεσοδιάστημα έκτης δημοτικού με την πρώτη γυμνασίου, είχα μόλις δει στην τηλεόραση το «Mrs. Doubtfire» με τον Robin Williams και για κάποιο λόγο είχα ενθουσιαστεί και μαγευτεί πάρα πολύ. Θυμάμαι πως μόλις τελείωσε η ταινία έγραψα σε ένα χαρτί μια μικρή ιστορία και κάλεσα στο σπίτι έναν φίλο μου για να την τραβήξουμε βίντεο. Αυτό εξελίχθηκε σε χόμπι και σαν παιχνίδι όλο το καλοκαίρι γυρίζαμε ταινίες μικρού μήκους με τους συμμαθητές μου. Αυτή ήταν μια πρώτη επαφή με το «γύρισμα» και τον κινηματογράφο και κάπως έτσι έμαθα και τα βασικά του μοντάζ.

Μεγαλώνοντας, στο γυμνάσιο, μου άρεσε να βλέπω ταινίες, να τις παρατηρώ ατάκα, ατάκα και να τις γράφω σε μορφή σεναρίου. Ήταν κάτι που έκανα από μόνος μου και έπαιρνα ευχαρίστηση από αυτό. Έπειτα, στο λύκειο εκτός από ταινίες άρχισα να βλέπω και πολλές ξένες σειρές και κάπου εκεί αποφάσισα να ασχοληθώ με την υποκριτική.

Με το που τελείωσα το σχολείο σπούδασα για να γίνω ηθοποιός στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, όμως γρήγορα συνειδητοποίησα ότι δεν μου ταιριάζει. Παρόλα αυτά, το ότι έχω σπουδάσει και δουλέψει σαν ηθοποιός νιώθω ότι με έχει βοηθήσει στην σκηνοθεσία. Στην σχολή είχαμε για καθηγητή κινηματογράφου τον Άγγελο Φραντζή όπου μας έκανε μάθημα για την ιστορία του κινηματογράφου αλλά και πρακτικά για το γύρισμα, την υποκριτική και γενικότερα για το σινεμά.

Αργότερα όταν τελείωσα την σχολή άρχισα να κάνω τις δικές μου ταινίες. Εκεί παρατηρούσα τους πιο έμπειρους συντελεστές και τεχνικούς πως δουλεύουν, εργάστηκα και εγώ σαν βοηθός σε διάφορα γυρίσματα, άρχισα να αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά στο σινεμά, να βλέπω περισσότερες ταινίες, να διαβάζω άρθρα και βιβλία και όλα αυτά με κάποιο τρόπο βοήθησαν στο να αποκτήσω μια πιο σφαιρική γνώση σε σχέση με το γύρισμα και τον κινηματογράφο.

Κάπως έτσι έμαθα, ακόμα βέβαια μαθαίνω και μου αρέσει αυτό. Οι ταινίες που έχω κάνει είναι για εμένα σχολείο. Όμως πιστεύω πως στην βάση της η σκηνοθεσία είναι κάτι έμφυτο καθώς βασίζεται σε βιώματα, στην παρατήρηση γενικότερα, αλλά και στην προσωπική ματιά του καθενός. Έχει ελάχιστη σχέση με το τεχνικό κομμάτι του κινηματογράφου το οποίο είναι μικρό σε ύλη και εύκολο να το μάθεις, γιατί ο κινηματογράφος είναι μια σχετικά νέα τέχνη και όπως και να το κάνουμε βρισκόμαστε σε διαρκή επαφή μαζί του. Δεν μας είναι κάτι εντελώς άγνωστο. Με ταινίες μεγαλώσαμε όλοι!

Εικόνα από το «Kιόκου Πριν Έρθει το Καλοκαίρι»

-Ακόμα κι αν υπάρχουν επιρροές, οι ταινίες σου δεν πολυμοιάζουν με τίποτα άλλο που έχω δει. Τι σε ενέπνευσε σε κάθε ένα απ’ τα τρία (μέχρι στιγμής) φιλμ σου;

Για «Το Μάτι και το Φρύδι» που είναι η πρώτη μου ταινία, είχα μόλις τελειώσει την σχολή και γενικά είχα καταλάβει πως δεν με ενδιέφερε η υποκριτική σαν επάγγελμα. Εκείνο το διάστημα είχα μια έντονη επιθυμία να γράψω μια ιστορία και κάτι να κάνω με αυτήν. Κάπου εκεί ζωγράφισα τυχαία ένα μάτι που κρεμιόταν από ένα φρύδι σαν να κρατιέται από πάνω του για να μην χαθεί στο κενό, σαν το μάτι και το φρύδι να αγαπιούνται. Με αφορμή αυτό γράφτηκε το πρώτο κείμενο για την ταινία. Διάβασα και ένα άρθρο που εξηγούσε πως όταν πεθάνεις το μυαλό σου συνεχίζει να «υπολειτουργεί» για περίπου επτά λεπτά ακόμα μετά τον θάνατό σου, που στην ουσία βλέπεις σε μορφή ονείρου αποσπάσματα και στιγμές από την ζωή σου, το flashback που λένε. Αυτό το άρθρο και η ιστορία για το μάτι και το φρύδι λειτούργησε σαν βάση για την ταινία. Έπειτα, ιδέες και σκέψεις που είχαν προκύψει ύστερα από τρία χρόνια στην δραματική σχολή, ο σουρεαλισμός σαν είδος, το ανθρώπινο υποσυνείδητο, η ελεύθερη συνειρμική γραφή και η φόρμα που έχει το παραμύθι ως μέσο και τρόπος αφήγησης, γέννησαν έπειτα από περίπου τρεις μήνες δουλειάς στο σενάριο «Το Μάτι και το Φρύδι».

Για «ΤΟ ΤΕΡΑΣ κοιμάται» ήθελα σκόπιμα να κάνω κάτι πιο δύσκολο σε σχέση με «Το Μάτι και το Φρύδι». Πρώτη φορά που έγραψα κάτι για «ΤΟ ΤΕΡΑΣ κοιμάται» ήταν ένα καλοκαίρι στην Ανάφη καθώς περίμενα το λεωφορείο. Ήταν δίπλα μου μια ηλικιωμένη γυναίκα με τον εγγονό της που μας σχολίαζε μέσα από τα δόντια της. Κάποια στιγμή μάλλον νευρίασε με τις σκέψεις της, άρχισε να φωνάζει, να μας λέει τέρατα και να μας βρίζει σα να θέλει να μας διώξει από το νησί της. «Τέρατα. Τέρατα είστε. Τέρατα που κυκλοφορείτε τσίτσιδοι με τις ντροπές σας έξω και έρχεστε στις ταράτσες μας και ξερνάτε τα σκώτια σας», έλεγε και δεν σταματούσε λεπτό. Μέσα στο λεωφορείο, σε όλη την διαδρομή προς την παραλία μας έβριζε με τρομερή επιμονή και όλο αυτό με έκανε να νιώσω πάρα πολύ περίεργα. Έπειτα, έμαθα για το καρναβάλι της Σκύρου με τους Γέρους κουδουνάτους που κάθε χρόνο ντύνονται με προβιές και κουδούνες και «χορεύουν» στο νησί, ένα πολύ ιδιαίτερο θέαμα. Είδα ένα πολύ γλυκό ντοκιμαντέρ γυρισμένο από την Πάολα Ρεβενιώτη με τίτλο «Η Πάολα Συναντά την Δήμητρα» και ένα μικρού μήκους φιλμ του Werner Herzog «Nobody Wants To Play with Μe” του 1976, με δυο παιδάκια στον παιδικό σταθμό που γίνονται φίλοι. Όλα αυτά και άλλα πολλά έφτιαξαν «ΤΟ ΤΕΡΑΣ κοιμάται». Τώρα, όλα αυτά δεν ξέρω τι σχέση έχουν μεταξύ τους. Α, και όπερα!

Η «Kιόκου Πριν Έρθει το Καλοκαίρι» είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Τον Ιούνιο του 2017 άρχισα να γράφω ένα σενάριο για μια ταινία μεγάλου μήκους, εμπνευσμένη από την δεκαετία του 90 και εν μέρει από τις καλοκαιρινές διακοπές που έκανα μικρός στο νησί του Πόρου. Είχα επικοινωνήσει από την πρώτη στιγμή με τον Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και την Έλσα Λεκάκου και τους είχα μιλήσει για την ιδέα μου. Την περίοδο που έγραφα το σενάριο αγόρασα και μια κάμερα Hi8 για να μάθω να την χρησιμοποιώ, μιας και ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ταινίας. Με την ιδέα να μαζέψουμε υλικό για να προωθήσουμε το σενάριο της μεγάλου μήκους ταινίας σε κάποια εταιρεία παραγωγής, αρχίσαμε με τον Κωνσταντίνο και την Έλσα να τραβάμε βίντεο τις πρόβες μας όπου δοκιμάζαμε πράγματα σε σχέση με τους χαρακτήρες και το σενάριο. Bλέποντας το υλικό που είχαμε αρχίσει να μαζεύουμε είδαμε πως είχε τρομερό ενδιαφέρον και σιγά, σιγά με μια πρώτη ενθάρρυνση από τον Κωνσταντίνο και την Έλσα, αυτό το «πειραματικό» υλικό εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερη ταινία μικρού μήκους. Όσον αφορά τον χαρακτήρα της ταινίας, ήθελα να είναι ένα κολάζ αναμνήσεων, όπως για παράδειγμα άμα αρχίσεις να ψάχνεις στο κινητό σου φωτογραφίες και βίντεο από τον τελευταίο χρόνο της ζωής σου και να βάλεις ένα δεκαπεντάχρονο έφηβο να τις μοντάρει στον υπολογιστή του. Οτιδήποτε μπορεί να σημαίνει αυτό.

-Το Κιόκου: Πριν Έρθει το Καλοκαίρι σου χάρισε το χρηματικό κίνητρο του ΕΕΚ και το Βραβείο Σκηνοθεσίας στις Νύχτες Πρεμιέρας. Πώς νιώθεις για αυτό;

Υπέροχα! Είναι πρώτη φορά που κερδίζω ένα βραβείο στην Ελλάδα. Είναι ωραίο και σημαντικό να αναγνωρίζουν την δουλειά σου, ειδικά άνθρωποι του κινηματογράφου και πολλή σωστή η χρονική περίοδος που έγινε μιας και τώρα ετοιμάζω την ταινία μεγάλου μήκους.

-Ξέρω ότι ο σκοπός ήταν το φιλμάκι αυτό να είναι ο προπομπός μιας μεγάλου μήκους ταινίας. Θα γίνει;

Φυσικά και θα γίνει! Ελπίζω το συντομότερο. Ο τίτλος της ταινίας είναι «Kιούκα Ταξιδεύοντας στο Φεγγάρι μέσα από την Απέραντη Θάλασσα» και θα γυριστεί στο νησί του Πόρου. Στα Ιαπωνικά «Κιούκα» (Kyūka) σημαίνει διακοπές. Η «Κιούκα» είναι η συνέχεια της «Κιόκου», όπου τo καλοκαίρι επιτέλους έρχεται και τα παιδιά πάνε διακοπές με τον πατέρα τους.

-Θυσίασες πράγματα ώστε να μπορείς να κάνεις σινεμά;

Πιστεύω πως αυτό είναι δεδομένο για όποιον ασχολείται με το σινεμά. Ο κινηματογράφος είναι δύσκολος, είναι ακριβός, παίρνει χρόνο, ρίσκο και πολλή σκέψη. Είναι παρόλα αυτά γλυκές αυτές οι θυσίες και δεν καταλαβαίνω τόσο το βάρος τους γιατί το να κάνω σινεμά είναι αυτό που θέλω.

-Πώς επιλέγεις τους ηθοποιούς σου;

Ακούω πολύ το ένστικτό μου και πηγαίνω με αυτό όσον αφορά τις επιλογές μου σε όλα τα στάδια μιας παραγωγής. Ένα από τα πιο σημαντικά και βασικά κομμάτια σε μια ταινία είναι προφανώς οι ηθοποιοί. Πρέπει μαζί με το σενάριο, οι ηθοποιοί, οι ατάκες, η ιδέα και γενικά όλα τα στοιχεία μιας ταινίας να δένουν ωραία μεταξύ τους, να έχουν σωστή χημεία. Άμα πας να φορέσεις κάτι σε κάποιον ίσως να μην έχει το αποτέλεσμα που θες. Για αυτό και πριν αρχίσω μια ταινία έχω στο μυαλό μου από πριν τους ηθοποιούς και γράφω πάνω τους το σενάριο. Σε γενικές γραμμές, κύρια στοιχεία για να επιλέξω έναν συνεργάτη μου είναι ο χαρακτήρας του και η διάθεσή του για δουλειά.

-Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου σκηνοθέτες και κάποιες απ’ τις αγαπημένες σου ταινίες;

Μου αρέσουν πολλές ταινίες και θαυμάζω αρκετούς σκηνοθέτες. Θα πω μερικές, όσες μου έρθουν στο μυαλό. «400 Blows» του Francois Truffaut, «Εven Dwarves Started Small» του Werner Herzog, «Dr. Strangelove», «Τhe Shining», «2001 Space Odyssey» του Kubrick, η τριλογία για τον άνθρωπο «Songs from the Second Floor», «You the Living», «Α Bird Sat on a Branch Reflecting on Existence» του Roy Anderson, «Mommy» του Xavier Dolan, «Lovers on the Bridge» του Leos Carax, «Before Sunrise» του «Richard Linklater», «Paris Texas» του Wim Wenders, «Rope» του Alfred Hitchcock, «Eternal Sunshine of a Spotless Mind» του Michel Gondry, «Submarine» του Richard Ayoade, «Fight Club» του David Fincher, «Frank» του Lenny Abrahamson, «La, La, Land» του Damien Chazelle, «Amelie» του Jean Pierre Jeunet, « Florida Project» του Sean Baker, «Call me By Your Name» του Luca Guadagnino, οτιδήποτε έχει κάνει ο Wes Anderson, το «Truman Show», όλα τα «Star Wars» παλιά και καινούργια, το πρώτο «ΑLIEN», η τριλογία «Lord of the Rings», κάποια «Harry Potter», η πρώτη ταινία «Οι Πειρατές τις Καραϊβικής» και σίγουρα υπάρχουν πολλές ακόμα!. Επίσης, το καλοκαίρι είδα στην Ριβιέρα τον «Μικρό Δραπέτη» του Σταύρου Τσιώλη που το βρήκα πανέξυπνο για την εποχή του.

Από τους σκηνοθέτες ξεχωρίζει για μένα ο Werner Herzog, για την τρέλα και την ποιητικότητα που βρίσκει κανείς στην δουλειά του, αλλά και το θάρρος, το θράσος, την ματιά και την θέλησή του. Δεν υπάρχει ταινία ή ντοκιμαντέρ του που να μην με έχει αφήσει με το στόμα ανοιχτό.

-Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία στο να κάνει κάποιος σινεμά στην Ελλάδα;

Σίγουρα οι δύο μεγαλύτερες δυσκολίες που θα ακούσεις από όλους τους σκηνοθέτες και παραγωγούς στην Ελλάδα σήμερα, είναι πως δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα και πως όλα κινούνται πολύ αργά. Αλήθεια είναι, είμαι όμως αισιόδοξος.

-Ποια είναι η πιο όμορφη στιγμή που έχεις ζήσει ως σκηνοθέτης μέχρι στιγμής;

Το Βραβείο Σκηνοθεσίας στις Νύχτες Πρεμιέρας σίγουρα με έκανε να νιώσω πάρα πολύ όμορφα, ήταν κάτι το οποίο ήθελα, αλλά υπάρχει και μια άλλη στιγμή ίσως εξίσου ουσιαστική.

Ήταν τέλη Αυγούστου, μερικές μέρες πριν παραδώσω το τελικό cut της «Κιόκου Πριν Έρθει το Καλοκαίρι» στο φεστιβάλ της Δράμας. Ήμουν σε έναν κινηματογράφο για να κάνω μια δοκιμαστική προβολή έτσι ώστε να βεβαιωθώ πως η ταινία λειτουργεί. Την «Κιόκου» την έκανα εντελώς μόνος όσον αφορά το τεχνικό κομμάτι (κυρίως για οικονομικούς λόγους), την μόνταρα στον ταπεινό υπολογιστή μου και έκανα όλες τις απαραίτητες επεξεργασίες για να μπορεί να παιχτεί σωστά σε αίθουσα κινηματογράφου, χωρίς όμως να έχω την απαραίτητη γνώση για κάτι τέτοιο. Πήγαινα λίγο στα τυφλά.

Οπότε, λόγο και του deadline που πλησίαζε, είχα ίσα, ίσα προλάβει να την τελειώσω και σε γενικές γραμμές είχα μία μόνο ευκαιρία για να δω εάν λειτουργεί. Γιατί κιόλας η Hi8 κάμερα με την οποία γυρίσαμε την «Κιόκου», δεν προορίζεται για κινηματογράφο. Εάν υπήρχε κάποιο λάθος δεν θα είχα τον χρόνο ούτε τα χρήματα για να το διορθώσω και απλά δεν θα είχα ταινία φέτος.

Είχα τρομερό άγχος ότι κάτι θα μου έχει ξεφύγει, κάπου θα έχω κάνει κάποια βλακεία. Πατήσαμε play και όλα πήγαν καλά. Η αίσθηση ότι κατάφερα κάτι σχεδόν μόνος μου ήταν πολύ ιδιαίτερη. Και είναι ίσως η πιο όμορφη στιγμή μέχρι τώρα, γιατί βλέποντας ολοκληρωμένη την «Κιόκου Πριν Έρθει το Καλοκαίρι» νιώθω πως είναι η πιο δική μου ταινία από όλες τις άλλες. Έχω την αίσθηση ότι με συνδέει με τα χρόνια που ήμουν στο δημοτικό και κάναμε για παιχνίδι ταινίες με τους συμμαθητές μου, ελεύθερα χωρίς σενάριο, απλά πιάναμε την κάμερα, παίζαμε στις ιστορίες μας και τις μόνταρα μετά στον υπολογιστή μου.

Κωστής Χαραμουντάνης

Κωστής Χαραμουντάνης added a new photo.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Total votes: 0

Upvotes: 0

Upvotes percentage: 0.000000%

Downvotes: 0

Downvotes percentage: 0.000000%

Αφήστε μια απάντηση