“Κατέβηκα χθες στον Πειραιά, γιατί είχα φρικάρει με τη ζέστη στο σπίτι. Η τέντα είναι χαλασμένη, η σπιτονοικοκυρά δεν μου την αλλάζει και το ευήλιο διαμέρισμα του δευτέρου πιάνει θερμοκρασίες αυγουστιάτικου Τομπρούκ. Θα μπορούσα βέβαια να το έχω διαχειριστεί πιο ψύχραιμα. Θα μπορούσα να είχα πάρει αγκαλιά τον ανεμιστήρα ή να βγω από το σπίτι μόνο και μόνο για να τρυπώσω σε κάποιο έρημο καφέ της πόλης και να λιβανίζω έναν φρέντο για κανένα τρίωρο. Ήθελα, όμως να ζήσω επικίνδυνα. Βγήκα λοιπόν από το σπίτι σαν ήρωας του Φράνκο Τζεφιρέλι, μέσα στον καύσωνα, και κατέβηκα Θησείο. Και από εκεί ηλεκτρικό για Πειραιά. Και δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κόσμο είχε. Περνούσαν πάνω κάτω. Σανδάλια, σαγιονάρες, παιδάκια, μπάκπακ, συρσίματα, από βαλίτσες, ταξιτζήδες να μπαίνουν με τις πόρτες στο λιμάνι, φωνές, εισιτήρια στο χέρι, βαριεστημένοι λιμενικοί, κορναρίσματα και βαβούρα να σε πιάνει το κεφάλι σου. Πήρα λοιπόν μια μπίρα από το περίπτερο, έκατσα σε ένα παγκάκι στην Ε9 και έμεινα να χαζεύω τον κόσμο”.
Το Τρικυμία εν Κρανίω είναι μια σειρά από παραληρηματικούς μονολόγους ενός άνεργου Αθηναίου που το πιο κοντινό που έκανε σε διακοπές ήταν αυτή η βόλτα μέχρι το λιμάνι του Πειραιά. Ο Νίκος Νικήτογλου είναι πολλά παραπάνω από έναν Millennial που εξέδωσε την πιο ακριβή περιγραφή του καλοκαιριού στην Αθήνα. Με τα rants της και όλες εκείνες τις σκέψεις που παίζουν στο backround του εγκεφάλου σου 24/7 αλλά δεν μπορείς καν να τις ακούσεις. Παραλίγο διδάκτωρ διεθνών σχέσεων, έμπειρος μπάρμαν σε μερικά από τα πιο γνωστά (σε Αθηναίους που ακόμα θυμούνται τι σημαίνει «στέκι» σε ένα βαθύτερο επίπεδο) μπαρ της πόλης, είναι τύπος που του αρέσει να λέει ιστορίες. Το τελευταίο οδηγεί στην τωρινή του φάση, στην οποία σπουδάζει κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη, με στόχο να καταφέρει να γράψει κάτι που λέει με έμφαση «έναν καλό διάλογο». Έναν διάλογο με ρυθμικότητα.
Συναντιόμαστε στο Σύνταγμα ένα πολύ ζεστό απόγευμα του Ιουλίου και περπατάμε ως ένα οποιοδήποτε σποτ με τίμια Paloma και κλιματισμό. Πετυχαίνουμε το πρώτο. Μου περιγράφει τη ζωή του ως τη συγγραφή του πρώτου βιβλίου του (ομολογεί πως τώρα μόνο μπορεί να λέει πως γράφει το δεύτερο) σε μπούλετς:
Γεννήθηκε το 1987. Μεγάλωσε στα Σπάτα, αλλά μέχρι να γίνουν βάση του, έζησε στην Ύδρα και τη Σάμο. Η Αθήνα ήταν η «εκδρομή» του τα Σαββατοκύριακα τα σχολικά χρόνια. Δεν ήξερε τότε πως θα κατέληγε σε αυτή φοιτητής, πριν φύγει για μεταπτυχιακό στο Λονδίνο. Ούτε πως θα επέστρεφε σε αυτή αφήνοντας τον στόχο για έδρα στο Πανεπιστήμιο να ξεθωριάσει και τα διεθνολογικά κείμενα και ρεπορτάζ που έγραφε θα έδιναν τη θέση τους σε πιο ρευστές ιδέες και αφορμές για να γράφει κανείς. Ένα από τα αγαπημένα του κείμενα αποτελεί και ένα από τα πρώτα viral του νεοσύστατου για τα τότε δεδομένα ελληνικού ντιτζιταλικού σύμπαντος. «Η Οδύσσεια του μικρού Sayid», που γράφτηκε στις μέρες του «Πεδίου του Άρεως» οπότε και ήρθε η Ελλάδα αντιμέτωπη για πρώτη φορά με το concept «μεταναστευτικές ροές», μεταφέρθηκε στο θέατρο σε μορφή μονολόγου.
“Είναι σαν να επιβιβάστηκε ο καπετάνιος του Τιτανικού σε σωστική λέμβο λίγο μετά την πρόσκρουση στο παγόβουνο, και καθώς τον κατέβαζαν με τα σκοινιά στη θάλασσα να πέταξε τα κλειδιά του καραβιού στον παρακείμενο μούτσο και να του είπε «Εμείς ό,τι ήταν να κάνουμε το κάναμε, τώρα εσείς τα νέα παιδιά πρέπει να βγείτε μπροστά». Αυτά σκέφτομαι τα βράδια και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τέλος πάντων, καλοκαίρι είναι, θα περάσει…”
Αυτή του η πρώτη βουτιά σε ένα άλλο είδος οδήγησε στη συγγραφή της Τρικυμίας. «Είχα αρχίσει να δουλεύω στο Odeon στο Μετς, έναν χώρο που ακόμα και σήμερα τον θεωρώ σπίτι μου, γιατί δεν ήταν απλά ένα μπαρ, ήταν ένας χώρος στον οποίο γινόντουσαν πολύ ωραίες συζητήσεις, ο κόσμος που ερχόταν εκεί είχε τρομερό ενδιαφέρον, να συζητάς μαζί τους, να παίρνεις ερεθίσματα και λοιπά. Ανάμεσά τους ήταν και ένας πολύ καλός μου φίλος και εξαιρετικός κιθαρίστας, ο Αλέξανδρος Δανδουλάκης. Κάποια στιγμή άρχισα να του δίνω κείμενά μου. Τότε πειραματιζόμουν πάρα πολύ με το κομμάτι του μονολόγου. Δηλαδή ακόμα και σήμερα ο τρόπος γραφής που μου αρέσει είναι στο πρώτο πρόσωπο και με γοητεύει η προφορικότητα. Οπότε άρχισαν να αναπτύσσονται αυτοί οι μονόλογοι, οι οποίοι κατέληξαν να είναι εν τέλει το Τρικυμία εν Κρανίω και ο Αλέξανδρος ήταν από τους πρώτους που πήρε αυτό το κείμενο συνολικά στα χέρια του», μου λέει, εξιστορώντας πως από τα χέρια του Αλέξανδρου το βιβλίο βρέθηκε στο mailbox του Νίκου Βεργέτη, που τότε είχε μόλις ξεκινήσει τον εκδοτικό του οίκο, Εκδόσεις Κυψέλη. «Κάποια στιγμή, λίγο πριν το καλοκαίρι μετά το δεύτερο lockdown, με πήρε τηλέφωνο ο Νίκος και μου είπε πως το διάβασε όλο και θέλει να το βγάλει χίλια αντίτυπα», θυμάται.
Το βιβλίο έχει να κάνει με το καλοκαίρι στην Αθήνα καθόλου τυχαία. «Από το 2016 ως το 2018 πέρασα τα καλοκαίρια μου στην Αθήνα, κυρίως δουλεύοντας. Η Αθήνα το καλοκαίρι για εμένα έχει πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Ειδικά η αθηναϊκή νύχτα το καλοκαίρι. Και όσο πας προς την καρδιά του καλοκαιριού, δηλαδή προς Αύγουστο, γίνονται όλο πιο ετερόκλητα πράγματα, τα οποία όμως δεν προσβάλλουν την αισθητική κανενός και καμίας, γιατί σε μια άδεια πόλη το καλοκαίρι, λείπει η ουσία της, δηλαδή οι άνθρωποι. Και η άδεια Αθήνα όταν έρχεται σε αντιδιαστολή με όλη αυτή την ψύχωση που υπάρχει γύρω από το ελληνικό καλοκαίρι, γίνεται μια βάση στην οποία μπορείς να χτίσεις. Μπορείς να κάνεις προβολές. Είναι σκέψεις που είχα κάνει, είχα συζητήσει, πράγματα που ήθελα να αναπτύξω έπειτα από ένα ερέθισμα, και αυτός ήταν και ο λόγος που δεν έβαλα χαρακτήρες. Δηλαδή, ουσιαστικά οι χαρακτήρες κάπως αλληλοσυμπληρώνονται, υπάρχουν και δεν υπάρχουν, είναι λίγο κενό όλο αυτό. Και ο παραληρηματικός μονόλογος σαν εργαλείο νομίζω ήταν ένα μέσο με το οποίο μπόρεσα να ξεδιπλώσω κάποιες σκέψεις γύρω από το κομμάτι καλοκαίρι στην πόλη, καλοκαίρι στην Αθήνα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Γιατί, ναι, υπάρχει μια ψύχωση για το ελληνικό καλοκαίρι», εξηγεί.
“Αθήνα, η Τουρτούγκα του Νεοελληνισμού”
«Αυτό που σκέφτομαι καμιά φορά, ρε παιδί μου, και χωρίς να έχω μεγαλώσει σε αυτή την πόλη, είναι ότι θεωρώ πως το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει Αθηναίους. Δεν έχει ανθρώπους που να καίγονται για αυτή. Η Αθήνα είναι η Τορτούγκα του νεοελληνισμού. Η λογική είναι πως συρρέουμε στην Αθήνα, γρήγορος, εύκολος πλουτισμός, παίρνουμε Μερσεντές, επιστρέφουμε στο χωριό και φτιάχνουμε το σπίτι με το εφάπαξ. That’s the Balkan success story. Είναι πολύ λίγες οι γειτονιές της Αθήνας που έχουν κρατήσει αυτό το κλίμα της γειτονιάς. Το Μετς, ας πούμε έχει κάποιον χαρακτήρα, βλέπεις να υπάρχει ένας σύλλογος εξωραϊστικός, που προσπαθεί να βελτιώσει τα πράγματα», μου λέει ανακινώντας το μισοτελειωμένο του ποτό, αναζητώντας με το βλέμμα του τον σερβιτόρο για να παραγγείλει το δεύτερο.
Δεν αντιλαμβάνεται αυτή τη ρομαντικοποίηση της Αθήνας, ωστόσο. «Δεν δικαιολογείται», δηλώνει ρητά. «Καταλαβαίνω πως είναι μια πόλη που έχει χαρακτήρα, γαμώ το κέρατό μου, έχει ιστορία, κάνεις μια βόλτα και μπορείς να δεις τρύπες σε τοίχους από τα Δεκεμβριανά. Την αγαπώ, αλλά είμαι λίγο σαν παρατημένος γκόμενος μαζί της. Γίνομαι λίγο σκλάβος των προβολών μου. Το να σκέφτεσαι όλα αυτά που θα μπορούσε να είναι αυτή η πόλη είναι μια μεγάλη παγίδα για το μυαλό.»
Τι είναι η Αθήνα σήμερα; «Αποστειρωμένα στέκια, εξυπηρέτηση και μονοκαλλιέργεια του τουριστικού προϊόντος και θεωρώ πως έχουμε χάσει τη μάχη απέναντι σε αυτό το φαινόμενο που καλπάζει. Αλλάζει ο χαρακτήρας στο κέντρο και δεν είναι μόνο η κατάσταση με το Airbnb που έχει ξεφύγει. Όταν μιλάμε για Airbnb μιλάμε για τον θάνατο της ταυτότητας. Τον θάνατο της γειτονιάς. Έχει ξεφύγει και ο τρόπος που διασκεδάζουμε. Είναι και αυτό στα πλαίσια των αποστειρωμένων στεκιών. Το έχει πει πολύ ωραία ένας φίλος. Είναι όλα αυτά τα στέκια που απαγορεύεται να μιλήσεις στον διπλανό σου, αν δεν είναι γνωστός σου», μου λέει. Καταλαβαίνω τι εννοεί.
“Δηλαδή, οκέι, είμαστε πρεζάκια της φωτεινότητας, χαϊδεύουμε οθόνες για να καυλώσουμε, και «ναι έχω φέισμπουκ αλλά δεν το χρησιμοποιώ, το έχω μόνο για τη δουλειά και για να κατασκοπεύω τις ζωές των άλλων». Να το χρησιμοποιήσεις, ρε μαλάκα! Συγγνώμη, φωνάζω κιόλας. Να το χρησιμοποιήσεις. Να εκτεθείς. Να τσαλακωθείς. Πες κάτι. Κάτι. Είδα αυτό και μου άρεσε. Διάβασα εκείνο και σκέφτηκα το δείνα. Έβαλα τζατζίκι πάνω στα καλαμαράκια. Δεν ήταν καλή ιδέα, αλλά ήμουν μεθυσμένος. Ποστάρω αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι μήπως και πάρω το λάικ που περιμένω, από το άτομο που περιμένω, οι υπόλοιποι στ’αρχίδια μου. Περνάει η ζωή, αυτό λέω. Περνάει και δεν παίρνουμε ένα ρίσκο. Μόνιμοι παρατηρητές, καταγράφουμε εικόνες, στοιβάζουμε εμπειρίες, φωτογραφίζουμε βιτρίνες αφού πρώτα τις περάσουμε από τριάντα φίλτρα -και αν δεν συγκεντρώσουμε τον απαραίτητο αριθμό λάικ, τις διαγράφουμε κιόλας. Γιατί δεν είναι εύκολο να διαχειριστείς δημοσιεύσεις άνευ δημοτικότητας. Και καταλήγεις μόνιμα αγχωμένος να πατάς ανανέωση, ανανέωση, ανανέωση”.
Ίσως ανήκει στη λίστα με τα poster boys της γενιάς του. Ένας τυπικός 30κάτι, που δεν παίρνει τον εαυτό του και τόσο σοβαρά, αλλά και σοβαρότατα την ίδια στιγμή. Δεν είναι της άποψης «όλοι σε αυτή τη χώρα θέλουν να γράφουν, αλλά κανείς δεν διαβάζει». Πιστεύει απλώς πως έχει αλλάξει ο τρόπος που λέμε ιστορίες. «Λένε ότι έχει έρθει ο θάνατος του βιβλίου, ότι ο κόσμος δεν διαβάζει πια, ότι δεν αγοράζει βιβλία. Εγώ πιστεύω ότι απλώς έχει αλλάξει ο τρόπος που λέμε ιστορίες. Χρησιμοποιούμε άλλα μέσα. Δεν έχει φύγει η ανάγκη του ανθρώπου να πει ιστορίες, να περιγράψει, να διηγηθεί», τονίζει. Απολαμβάνει το γεγονός πως όλοι φαίνονται να έχουν πάρα πολλά να πουν στα social media.
Ο ίδιος προσπαθεί να βρει ένα νέο τρόπο να πει τις ιστορίες του. Μέσα από τη σεναριακή γραφή, την οποία σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη, που είναι μια πολύ “πολύ διαφορετική από την Αθήνα που δεν μπορώ να σου πω πως έχω μάθει ακόμα 100%. Ήθελε να προσεγγίσει το σενάριο ως πεδίο περισσότερο ακαδημαϊκά και ερευνητικά. «Είμαι τέτοιος τύπος», μου λέει. «Θα πάω με το handbook», χωρίς να υποτιμά όσους βασίζονται στο ταλέντο και τον ένστικτο. Δεν λέει ψέματα στον εαυτό του πως δεν τον ενδιαφέρει οι ιστορίες τους να φτάνουν σε όσο περισσότερα αυτιά γίνεται. Πως δεν τον ενδιαφέρει να διαβαστούν τα βιβλία του (ή τα μελλοντικά σενάριά του) από όσο περισσότερα άτομα είναι εφικτό.
«Το βιβλίο είναι μια φωνή και εγώ γράφοντας προσπαθώ να ακούω αυτή τη φωνή. Έχει ρυθμό; Θα κρατήσει αυτήν ή αυτόν που την ακούει; Με ενδιαφέρει αυτός και αυτή που θα πάρει το βιβλίο στο χέρι. Δεν το κάνω για πάρτη μου. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που το κάνουν λίγο για πάρτη τους. Όχι μόνο στο κομμάτι της γραφής, αλλά σε όλες τις εκφάνσεις της δημιουργίας. Το να απευθύνεσαι σε μονοπρόσωπα κοινά, σε αίθουσες μισογεμάτες, δεν κερδίζεις μέσα από αυτή τη διαδικασία. Κάποιοι άνθρωποι είναι ΟΚ με το αν απευθύνονται σε μια μειοψηφία. Εμένα ποτέ δεν με ενδιέφερε αυτό. Δεν νομίζω ότι πρέπει να περιχαρακώνεσαι. Βγάζει μια φοβία αυτό, ενώ δεν νομίζω ότι η τέχνη και η δημιουργία θα έπρεπε να βγάζουν φοβία. Πρέπει να έχουν τσαμπουκά. Να πάρουν έναν άνθρωπο και να τον ταρακουνήσουν», τονίζει.
«Το βιβλίο είναι ένα μέσο που δεν θα φτάσει σε κάθε χέρι, σε όλη την Ελλάδα. Μη γελιόμαστε. Είναι και εκείνο το κλισέ που είχε πει ο Κατσίμπαλης στον Χένρι Μίλλερ, ένα τρομερό σκηνικό, το οποίο το περιγράφει στον Κολοσσό του Αμαρουσίου ο Χένρι Μίλλερ και είναι από τις αγαπημένες μου στιγμές στη λογοτεχνία. Έχουν πάει στο σπίτι του Χατζηκυριάκου Γκίκα τη δεκαετία του ’30 στην Ύδρα, ηλεκτροδότηση μηδέν και τα έχουνε πιει και το βράδυ περπατάνε πάνω στα βουνά της Ύδρας και ο Κατσίμπαλης αρχίζει και διηγείται στον Χένρι Μίλλερ πράγματα από τη ζωή του και του λέει ο Χένρι Μίλλερ ‘τι ωραία που περιγράφεις. Θα έπρεπε να γίνεις συγγραφέας’ και ο Κατσίμπαλης του απαντάει ‘είσαι τρελός; Οι Έλληνες δεν διαβάζουν Έλληνες’. Και είναι μια αλήθεια αυτό. Αλλά δεν αντέχω και αυτούς που πιστεύουν πως αν ήταν σε μια άλλη χώρα θα ήταν μεγάλοι και τρανοί συγγραφείς. Δεν ισχύει αυτό. Ας είμαστε ειλικρινείς».
| Το βιβλίο “Η Τρικυμία Εν Κρανίω” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κυψέλη.

