Επίσκεψη – Ένα διήγημα του Τάσου Πετρίτση
Αυτός είναι, σου λέω, ντε φάκτο! Είναι αρχιτέκτονας, μένει Αμπελόκηπους σήμερα, σε ρετιρέ και μόνος (παρότι είναι σε μακροχρόνια σχέση), βγαίνει συχνά σε ένα μπαρ στην Πανόρμου, πρόσφατα έγινε βίγκαν και έχει κι ένα χόμπι: στέλνει αυτοσχέδια κόμικς στην εφημερίδα της κωμόπολης που πήγαινε μικρός τα καλοκαίρια με την οικογένειά του. Αν του πουν για τις φάρσες, αλλάζει κουβέντα (όποτε τύχει κάποιος να τον καταλάβει απ’ τη φωνή.)
Μεταξύ μας: αυτές τις φάρσες που έκανε στα είκοσι κάτι, λένε πως κάνει ότι τις ξέχασε. Κυριολεκτικά, σαν να τις έχει σβήσει από τη μνήμη του, να μην τις έκανε ποτέ, να μην τις έχει καν υπόψη. Πού και πού θα αναγνωρίσει τη φωνή του κάποιος πιο παρατηρητικός και θα τον ταράξει στα συνηθισμένα («οι τηλεφωνικές φάρσες σου μας μεγάλωσαν» και «ρε δεν το πιστεύω, φοιτητής τα ήξερα όλα απ’ έξω» και «η ξεκαρδιστική κασέτα που αντιγράφαμε νυχθημερόν στα νάιντιζ» και «ήσουν ο άγνωστος σελέμπριτι της γενιάς μας» και όλα αυτά.) Δεν τα δέχεται, κάνει πως είναι άλλος, προσπερνάει. Λένε ότι δεν θέλει σχέσεις με το παρελθόν. Αυτά σε γενικές γραμμές. Μετά τι άλλο να σου πω μωρέ, τετριμμένα πράγματα.
Βασικά, μόνο μια ιστορία βρήκα ενδιαφέρουσα: Κάποια στιγμή πήγε νοσοκομείο, στα επείγοντα – είχε κοντέψει να πνιγεί τρώγοντας βιαστικά πριν από ένα ραντεβού. Αφού τον έσωσαν, λοιπόν, τον άφησαν στον θάλαμό του να συνέλθει και σε λίγο τον βλέπουν κατάπληκτοι στον όροφο, να μπαίνει από την πόρτα των επισκεπτών, σαν να ήρθε μόλις τώρα! Έδειχνε περίπου τρεις δεκαετίες μικρότερος, δηλαδή κάμποσα κιλά πιο ελαφρύς και το πρόσωπό του δεν ήταν σκαμμένο όπως σήμερα. Φορούσε – σκέψου τώρα! – κολεγιακή ζακέτα του ενενήντα, ήταν ξανθός αντί για γκριζομάλλης και είχε φράντζα που χώριζε στα δύο – πώς ήταν μόδα τότε με τα συγκροτήματα, θυμάσαι; Κρατούσε μια ανθοδέσμη. Δεν μιλάει σε άνθρωπο, διασχίζει το δωμάτιο πολύ σκεπτικός. Πηγαίνει γραμμή προς τον θάλαμο όπου νοσηλεύεται ο πενηντάχρονος εαυτός του, για να τον επισκεφτεί.
Ένα λεπτό μετά, βγαίνει από τον θάλαμο, δεν έχει πια στα χέρια του την ανθοδέσμη. Τον παρακολουθούν αμίλητοι και εκείνος χάνεται στην έξοδο. Τρέχουν αμέσως στον θάλαμο – φοβόντουσαν ότι η συνάντηση θα είχε προξενήσει σοκ. Τον βρήκαν ανακαθισμένο στο κρεβάτι του και περιεργαζόταν την ανθοδέσμη στη σιωπή. Η κάρτα μέσα στα λουλούδια έγραφε «Καλή συνέχεια».
Τον ρώτησαν «Είστε καλά;» Τους απαντάει: «Πολύ καλά, ευχαριστώ». «Έχει τελειώσει» – το συμπλήρωσε μετά από δευτερόλεπτα σιωπής. Και μετά απλώς χαμογελούσε για ώρες.
Το συμβάν παραμένει ένα μυστήριο – δίνουν και παίρνουν οι διχογνωμίες. Πάντως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν εκατό τοις εκατό στη μεταφυσική ανάγνωση της εμπειρίας: ότι ο παλιός του εαυτός ήρθε σαν φάντασμα και τον αποχαιρέτησε μια και καλή, για να συνεχίσει ανενόχλητος τον δρόμο της υπόλοιπης ζωής του.
Είναι κι άλλοι που δηλώνουν πεπεισμένοι – ακόμη εγώ δεν ξέρω με ποιους είμαι – πως ο πιτσιρικάς που μπήκε με την ανθοδέσμη δεν ήταν παρά ένας σωσίας. Συνένοχος στην τελειότερη φάρσα του.


