Εμφανώς ενοχλημένη που έχω στηθεί σε μια τεράστια ουρά για ένα παγωτό, έχοντας καταναλώσει άρθρα ολόκληρα για τον υπερτουρισμό και τον τρόπο με τον οποίο παραμορφώνει τις πόλεις μετατρέποντάς τες σε κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που τις έκανε «must visit» εξαρχής (οδηγώντας μεθοδικά στο gentrification), συνειδητοποίησα ότι ο όρος «τουρίστας» δεν με αποκλείει. Δεν είναι «εγώ» και «εκείνοι». Οι τουρίστες δεν είναι μια απρόσωπη μάζα ανθρωπόμορφων ρομπότ με απαλή σάρκα και παροιμιώδη αδιαφορία για την πόλη περπατούν με τα Teva και τις λευκές κάλτσες τους, που έχουν βαλθεί να ρίξουν και το τελευταίο οχυρό εντοπιότητας και αισθήματος του να ανήκεις σε μια πόλη. Μια άξια επίσκεψης φυσικά, πόλης. Οι τουρίστες είμαστε και εμείς και εσείς όταν φτάνουμε με το μπάκπακ και τη βαλίτσα μας σε έναν ξένο τόπο. Ο Μπουρντέν θα προτιμούσε να δηλώνουμε ταξιδιώτες, αλλά όταν συρρέουμε έξω από μια τζελατερία στην Ιταλία, μετά από το ίδιο γκουγκλάρισμα, είμαστε κανονικότατοι, ιδανικά τίμιοι, τουρίστες. Και νιώθουμε τύψεις για αυτό.
Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος φρεσκοδιαμορφωμένος όρος, του στυλ «tourist guilt» που να περιγράφει αυτό το αίσθημα του να νιώθεις ότι ενοχλείς, ότι είσαι ανεπιθύμητος σε μια πόλη, ότι κάποιος local πίσω σου κάνει eye roll, όσο περιμένει να ανεβάσεις τη δυσκίνητη από το βάρος βαλίτσα σου στο πεζοδρόμιο όσο κοιτάζεις σαστισμένος το GPS που σε στέλνει στον διάολο, ενώ εκείνος θέλει απλώς να φτάσει γρήγορα στη γαμημένη του δουλειά ή στον παιδικό σταθμό να πάρει το παιδί του. Το αίσθημα του να ξέρεις ότι σε κάποιο διπλανό τραπέζι μια παρέα 30άρηδων συζητάει για το πόσο το «συνάφι» σου έχει καταστρέψει την πόλη τους. Στο ίδιο συνάφι μπλέκεται και αυτή η παρέα όταν ταξιδεύει στο Άμστερνταμ βέβαια, αλλά αυτή είναι μια συνειδητοποίηση που θα κάνει πιθανότατα όταν βγάζει την πιο κλισέ ολλανδική φωτογραφία κριντζάροντας με τον ίδιο της τον εαυτό.
Με αφορμή το βιβλίο της, The New Tourist: Waking Up to the Power and Perils of Travel, σε συνέντευξή της στο BBC, θέλοντας να αποδομήσει το κλισέ του «αδιάφορου» για τον τόπο που επισκέπτεται τουρίστα, η Paige McClanahan τόνισε:
«Υπάρχει τόσο πολύ στίγμα γύρω από τη λέξη “τουρίστας” ή γύρω από την ιδέα του τουρισμού, και δεν νομίζω ότι είναι καθόλου χρήσιμο. Όταν σκεφτόμαστε ότι οι τουρίστες είναι εκεί και εμείς εδώ, αυτή η απόσταση δεν προκαλεί κανενός είδους αυτοκριτική. Είναι πολύ εύκολο να δείξουμε με το δάχτυλο αυτούς τους ανθρώπους “εκεί πέρα” που προκαλούν τα προβλήματα για τα οποία διαβάζουμε σε πρωτοσέλιδα. Ενώ αν πραγματικά ενσωματώσουμε αυτή την ταυτότητα του τουρίστα, σε κάποιο βαθμό, στη δική μας ταυτότητα, τότε εμπλέκουμε τους εαυτούς μας, σωστά;
»Είμαστε τουρίστες και ελπίζω ότι το βιβλίο θα δώσει στους ανθρώπους την εκτίμηση για το πόσο ισχυρό και σημαντικό φαινόμενο είναι ο τουρισμός. Δεν είναι κάτι το οποίο πρέπει να υποτιμάμε – ο τουρισμός είναι σημαντικός. Και όπως κάθε ισχυρή δύναμη μπορεί να κάνει και κακό. Και μπορεί να κάνει και πολύ κακό. Αν, λοιπόν, αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι είμαστε μέρος αυτής της τεράστιας δύναμης, τότε ξαφνικά παίρνουμε πίσω τη δύναμή μας και γινόμαστε φορείς αλλαγής μέσα σε αυτή τη δύναμη του τουρισμού».

Ως τώρα, στην εποχή που όλες οι πόλεις είναι προσβάσιμες με λίγες εκπτώσεις στα αεροπορικά στάνταρ και λίγο budgeting, στα χρόνια που δεν είναι απαραίτητο να είσαι ένας λευκός, στρέιτ άνδρας για να ταξιδέψεις, οι μόνες «ενοχές» για τις οποίες μιλάνε όλοι όσοι έχουν κατεβασμένα apps αεροπορικών είναι εκείνες του ταξιδιώτη. Και αφορούν το προνόμιο του να μπορείς να δηλώνεις ταξιδιώτης, φυσικά, χωρίς να ντρέπεσαι. Τις τύψεις για τα χρήματα που φεύγουν σε απολαύσεις, τις τύψεις του να λείπεις από το σπίτι και να ξέρεις πως ο σκύλος σου βιώνει παρατεταμένο άγχος αποχωρισμού, τις τύψεις για το γεγονός ότι εσύ έχεις τη δυνατότητα και άλλοι άνθρωποι δεν την έχουν. Γενικώς, η δυνατότητα ως concept πάει πακέτο με την ενοχή μέσα σε ένα σύμπαν θεμελιωμένων ανισοτήτων.
Στη μεταπανδημική εποχή, με τον τουρισμό να πικάρει σε σημείο που ανάγκασε κατοίκους τις Βαρκελώνης να πετάνε ακόμα και νερό σε τουρίστες που έτρωγαν αμέριμνοι την παέγια τους, ένα νέο είδος ενοχής αρχίζει να αναδύεται, μπλεγμένο σε κέντημα τύψεων και απότομης γείωσης. Ναι, είναι εξαιρετικά γειωτικό (humbling το λένε στο χωριό μου) το να συνειδητοποιείς πως είσαι τουρίστας. Και να νιώθεις τύψεις για αυτό, μιας και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είτε διακριτικά είτε μουλαρωδώς μοιράζεσαι και εσύ μερίδιο ευθύνης για όλες τις επιπτώσεις του υπερτουρισμού. Ενοχές που στο μεταξύ θα έπρεπε να βαραίνουν τις κυβερνήσεις και όχι εσένα, έτσι;
Προσπαθώντας να κάνει αυτό το δίκαιο «μοίρασμα» του λάθους, η συγγραφέας του The New Tourist: Waking Up to the Power and Perils of Travel τόνισε πως «είμαστε όλοι υπεύθυνοι για τη δική μας συμπεριφορά όταν ταξιδεύουμε. Αλλά είναι πολύ διαφοροποιημένο το γεγονός ότι σε πολλά από αυτά τα μέρη που παλεύουν με τις προκλήσεις που θέτει ο τουρισμός, η κυβέρνηση εργάστηκε σκληρά και ξόδεψε πολλά χρήματα για να δημιουργήσει την κατάσταση που οδήγησε σε αυτά τα προβλήματα».
Σε ένα booking στη Ρώμη, μπαίνοντας στο υπερβολικά στενό, κλειστοφοβικό ασανσέρ, ένα passive aggressive σημείωμα, κολλημένο στον καθρέφτη, ενημέρωνε όλους εμάς, τους τουρίστες φυσικά, πως οφείλουμε να κλείνουμε και τις τρεις πόρτες του ασανσέρ, «ειδάλλως το ασανσέρ μένει κολλημένο». Το άτομο που είχε γράψει το σημείωμα τόνιζε πως «μένουμε άνθρωποι εδώ». Ήταν προφανέστατα έξαλλο. Το άτομο αυτό απευθυνόταν σε εμένα και το «συνάφι» μου, που μέναμε σε ορόφους γεμάτα δωμάτια για τουρίστες. Απευθυνόταν σε εμάς τους τουρίστες. Και νιώθαμε τύψεις. Ή μήπως δεν νιώθαμε όλοι τύψεις;
Το επόμενο πρωί, καλώντας το ασανσέρ, για να κατέβω στο ισόγειο, μετά το check out, το ασανσέρ ήταν «occupato». Ευτυχώς ήμουν στον τρίτο όροφο. Φτάνοντας στο ισόγειο με τις σκάλες, είδα ότι το ασανσέρ δεν ήταν ακριβώς «occupato». Η εξωτερική πόρτα ήταν κλειστή, οι εσωτερικές όμως ήταν ανοιχτές. Κάποιος δεν πήρε και τόσο σοβαρά το σημείωμα του ή της ενοίκου. Προφανώς δεν είχε φτάσει σε όλα τα υποσυνείδητα ο θυμός εκείνου ή εκείνης που έγραψε το σημείωμα με το ροζ του μαρκαδοράκι, έχοντας μάλλον φτάσει στο αμήν. Προφανώς δεν είχαν τύψεις. Προφανώς ήταν τουρίστες, αλλά δεν είχαν τύψεις.


