“ΚΑΝ-ΚΑΝ Καρδίτσα. παλιά Καμπαρέ.
Έγραφε η ταμπέλα “BAR” αλλά όλοι ήξεραν τι ήταν.
Έπιανε μια γωνιά στην Καραϊσκάκη. Απέξω παρκαρισμένα μηχανάκια, ταξί, και τα αυτοκίνητα των διερχόμενων.
Μέσα μυρωδιά από τσιγάρο, φθηνό άρωμα και ουίσκι μπομπονιέρας.
Ήταν το στέκι για όσους δεν χωρούσαν στα “καθώς πρέπει” της πλατείας.
Έμπαινες με 20 ευρώ και έβγαινες με ιστορία που δεν έλεγες πουθενά.
Το έκλεισε η κρίση. Το έσβησε ο “καθωσπρεπισμός”.
Τώρα η ταμπέλα κρέμεται στο ίδιο σημείο. Η πόρτα κλειστή. Τα γκράφιτι έφαγαν τον τοίχο. Μέσα μόνο μούχλα και σπασμένοι καθρέφτες.
Περνάνε 20άρηδες από δίπλα και δεν γυρνάνε να κοιτάξουν. Δεν ξέρουν ότι εκεί κάποτε χτυπούσε η νύχτα της πόλης.
ήταν διαφορετικό μαγαζί. Ήταν όμως κομμάτι της Καρδίτσας. Σκοτεινό, και αληθινό.
Τώρα η νύχτα είναι delivery και Netflix.”
Αυτό γράφει το post του John Giannousas Karditsa – stories στο Facebook το οποίο έγινε η απαρχή για πολύ κόσμο να περιγράψει μια άλλη επαρχιώτικη Ελλάδα που δεν υπάρχει πια και πιθανότατα, δεν πρόκειται να ξαναυπάρξει. Μια εποχή που υπήρχε χρήμα και η νύχτα είχε πολύ βρομιά αλλά και πολύ γοητεία.
Οι ιστορίες των θαμώνων του θρυλικού καμπαρέ «ΚΑΝ-ΚΑΝ» στην Καρδίτσα είναι η ελληνική επαρχία των εποχών του ΠΑΣΟΚ
«Πόσες και πόσες επιδοτήσεις κάναν φτερά εκεί μέσα….»

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
Συνδεθείτε
Παρακαλούμε συνδεθείτε για να σχολιάσετε
0 Comments
παλαιότερα
