Η Φοίβη είναι μία Βρετανίδα που μόλις αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και διδάχθηκε Φιλοσοφία και Νέα Ελληνικά. Είναι γλωσσομαθής και δημοσιογράφος – κατά την διάρκεια των σπουδών της, ίδρυσε μία πετυχημένη εφημερίδα που λέγεται The Oxford Blue.
Μιλάει στα Μικροπράγματα της LiFO για την επιλογή της να μάθει ελληνικά, για την αγάπη της στην Ελλάδα, τα ταξίδια της στην Κέρκυρα, την Καβάλα και τα Εξάρχεια, την ελληνική κουλτούρα με τη δική της ματιά και μας απαντάει για το αν θα ζούσε ποτέ μόνιμα στην χώρα μας.
—Τι σας έκανε να μάθετε ελληνικά και μάλιστα στην Οξφόρδη; Γιατί επιλέξατε να αφιερώσετε το προπτυχιακό σας στα Νέα Ελληνικά;
Ένα ταξίδι ως έφηβη με οδήγησε να γίνω αρχικά αυτοδίδακτη. Ξαφνικά η αδερφή μου αρρώστησε με παγκρεατίτιδα, ήταν μία από τις πρώτες ελληνικές λέξεις που έμαθα, λόγω της ελληνικής της προέλευσης. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ αγόρασα ένα εισιτήριο από την Καβάλα για να την βρω στην Θάσος και να την φροντίσω λίγο. Μόλις φτάσαμε την ηπειρωτική χώρα, είχαμε μία πολύ κακή εμπειρία στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, αλλά δεν μ’ απέτρεψε από την κανούργια μου αγάπη για την γλώσσα και την κουλτούρα. Είχα μια σύντομη σχέση και με έναν Έλληνα από την Δράμα που δεν μιλούσε καθόλου αγγλικά. Ξενυχτούσαμε και περιφερόμασταν τους δρόμους κάθε βράδυ, και περάσαμε μαζί το καλοκαίρι παρά το εμπόδιο που υπήρχε με τη γλώσσα και την επικοινωνία. Μπορεί η σχέση μας τότε να έληξε άδοξα αλλά η αγάπη μου για την Ελλάδα ήταν πια μόνιμη.
Μετά από λίγα χρόνια διαπίστωσα ότι η Οξφόρδη είναι το μόνο πανεπιστήμιο στην Βρετανία που διαθέτει μάθημα για τα Νέα Ελληνικά στο προπτυχιακό επίπεδο, αμέσως έστειλα αίτηση για να το παρακολουθήσω. Η Οξφόρδη είναι μοναδικός μικρόκοσμος με ανθρώπους που έχουν τελείως διαφορετικά ενδιαφέροντα, αλλόκοτα και εξειδικευμένα, και όμως είναι όλα τόσο ταιριαστά. Στο προπτυχιακό επίπεδο, το τμήμα έχει μερικούς Έλληνες που ειδικεύονται στην λογοτεχνία και στην ιστορία.
—Γνωρίζετε και άλλες γλώσσες; Και αν και ποια είναι η αγαπημένη σας;
Δεν θα με έλεγε κάποιος γλωσσομαθή, το μόνο που γνώριζα πριν ήταν λίγα γαλλικά και φυσικά αγγλικά. Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Βρετανία δεν ευνοεί την εκμάθηση άλλων γλωσσών. Ωστόσο, η μεγάλη πρόκληση να μάθω ελληνικά, που τελικά κατάφερα να τελειοποιήσω, μου παρακίνησε να δοκιμάσω να μάθω κι άλλες γλώσσες. Σήμερα, μιλάω καλά ιταλικά και ικανοποιητικά γαλλικά. Επιπλέον, αρχίζω ρωσικά, και πιστεύω ότι τα ελληνικά με βοηθάνε. Νομίζω ότι έχω πλέον πάθος με τις ξένες γλώσσες, παρόλο που έχω την φιλοδοξία να γίνω πολύγλωσση, τα ελληνικά πάντα θα έχουν το πιο ξεχωριστό μέρος στην καρδιά μου. Όποτε ακούω έναν Έλληνα οπουδήποτε, η ψυχή μου πεταλουδίζει και δεν μπορώ να αντισταθώ, χαμογελάω και πιάνω κουβέντα και μου έρχονται στο μυαλό όλες μου οι αναμνήσεις από την Ελλάδα.
—Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας; Πόσο χρόνο σας πήρε να μάθετε να μιλάτε και να γράφετε ελληνικά;
Δεν ήταν εύκολο, όπως μπορείτε να φανταστείτε. Κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια και πριν και φυσικά μετά στην Οξφόρδη.
Ως μέρος του πτυχίου μου, έπρεπε να περάσω περίπου έναν χρόνο στην Ελλάδα για να εμβαθύνω στη γλώσσα και τον πολιτισμό της αγαπημένης μου χώρας. Είχα ήδη περάσει δύο χρόνια στο καλύτερο πανεπιστήμιο στον κόσμο αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου. Η εστία του προγράμματος στην Οξφόρδη είναι η μετάφραση και η γραμματική με σκοπό να συγκεντρωθούμε στην λογοτεχνία. Με αποτέλεσμα να μην ενισχύεται τόσο η προφορική επικοινωνία. Η πανδημία επίσης έπαιξε αρνητικό ρόλο σε αυτό.
Το σημείο-κλειδί ήταν όταν ανακάλυψα το Italki – μία online πλατφόρμα στην οποία μπορεί κάποιος να κάνει συνομιλίες με τους πραγματικούς συνομιλητές. Μετά από αυτή τη ανακάλυψη, τα ελληνικά μου είχαν αλματώδη εξέλιξη. Η αυτοπεποίθησή μου οφείλεται σε μία ιδιαιτέρως εξαιρετική καθηγήτρια λέγεται Βάλια, είναι μία πλανόδια μουσικός στην Θεσσαλονίκη, και με τον οποία πάντα είχαμε πολύ ωραίες συζητήσεις για την κοινωνιολογία, την φιλοσοφία και την ζωή μου. Για να υποστηρίξει ένα πλούσιο λεξιλόγιο κάποιος, πρέπει να το χρησιμοποιεί συστηματικά.
—Έχετε ίσως αγαπημένο συγγραφέα ή ακόμη και δημοσιογράφο;
Αγαπημένη μου συγγραφέας, για μερικά χρόνια ήταν η Μαργαρίτα Καραπάνου (ειδικά Η Κασσάνδρα και ο λύκος και Ο υπνοβάτης), αλλά σήμερα η αγαπημένη μου είναι η Ντόρα Ρωζέττη, για την οποία έγραψα την διατριβή μου. Ο τίτλος μου ήταν « Sapphic eyes, sapphic pens: the gendered gaze and écriture (lesbienne) in Dora Rosetti’s Η ερωμένη της and Giorgos Seferis’ Έξι νύχτες στην Ακρόπολη». Αυτό το λεσβιακό μυθιστόρημα από το 1930 έχει μία συναρπαστική ιστορία εμφάνισης, εξαφάνισης και επανεύρεσης. Μία φοιτήτρια κατέγραφε στο ημερολόγιό της την μυστική ερωτική σχέση με μία κοπέλα. Όταν αποκαλύφθηκαν οι ταυτότητές του ξέσπασε σκάνδαλο και οι δύο ερωμένες αναχωρήσαν για να βρουν κάθε αντίγραφο για να το κάψουν.
Ο πρώτος Έλληνας δημοσιογράφος που μου ήρθε στο νου μου ήταν δεν είναι απαραίτητα ο αγαπημένος μου. Είναι ο Τάκης Θεοδωρακόπουλος. Δεν ξέρω αν είναι διάσημος στην Ελλάδα, γιατί η στήλη του είναι γραμμένη στα αγγλικά. Πολλές από τις απόψεις του δεν είναι πάντα ευχάριστες.
—Έχετε επαφή με την ελληνική κουλτούρα; Σας αρέσει;
Στο παρελθόν, πηγαινοερχόμουνα συχνά πυκνά. Συνολικά, έχω περάσει ίσως ενάμιση χρόνο εκεί.
Τα αποκορυφώματα ήταν τέσσερις μήνες στην πόλη της Κέρκυρας, όπου έζησα στην κοινωνία του Ιονίου Πανεπιστημίου και των ντοπιών. Μου λείπουν οι αλλόκοτοι χαρακτήρες, για παράδειγμα ένας ηλικιωμένος άνδρας που περιπλανιέται στην παλιά πόλη μιλώντας στους τουρίστες. Έκανα καλούς φίλους, μάλιστα χτύπησα κι ένα τατουάζ για να θυμάμαι για πάντα την επίσκεψή μου εκεί. Πάντα κουβαλούσα ένα σημειωματάριο στο οποίο έγραφα αργκό φράσεις – από τις οποίες μερικές ήταν αρκετά χυδαίες – που συνέλεγα, και απολάμβανα να τις εξασκώ. Όταν πάει στραβά μια εφήμερη σχέση, λέμε «δεν τράβηξε», «ό,τι να ‘ναι» ή ακόμα, αν με συγχωρέσετε, «αρχίδια μπλε καραμελέ». Ζητούσα ένα «τσιφτίρι » και ένα χαρτάκι όποτε «άραζα » στην πλατεία, όπου κάθε βράδυ υπήρχε μία μάζωξη με ποτά και μουσική. Σε μία συγκεκριμένη φάση, ζήτησα χάρη και μ’ απάντησε η φίλη μου «βέβαια, γλυκούλι». Αυτή, όποτε δεν ακολούθησε ό,τι έλεγε κάποιος, έλεγε «μ’ έκαψες». Φράσεις που σίγουρα δεν τις μαθαίνεις στην τάξη…
Θυμάμαι μία εκδρομή στο απίστευτα παραδοσιακό κρητικό χωριό Ανώγεια, όπου ακόμα λαμβάνουν χώρα βεντέτες – αισθανόμουν σαν να είχα μπει σε μία χρονομηχανή. Με καλωσορίσανε με οικογενειακό κρασί, και εντός μίας εβδομάδας, έμαθα σχεδόν όλους τους κατοίκους.
Έχω μείνει και στα Εξάρχεια, στην πλατεία. Πήγα ακόμη και σε καταλήψεις και εκεί βρήκα την αίσθηση της κοινότητας που στη Βρετανία πια είναι σχεδόν χαμένη.
—Είναι στα άμεσα σχέδιά σας να επισκεφθείτε ξανά την Ελλάδα;
Έχω να πάω στην Ελλάδα ένα χρόνο. Τον τελευταίο μήνα στην Ελλάδα έτυχε να νοικιάσω ένα Αθηναϊκό διαμέρισμα της διάσημης συγγραφέως Αμάντα Μιχαλοπούλου. Τώρα που έχω τελειώσει τις σπουδές μου, λαχταρώ να ξαναχαθώ στην Ελλάδα. Έχω την τάση να ονειροπολώ και βλέπω ρομαντικά την ιδέα μιας απρόβλεπτης περιπέτειας είτε σε ένα χωριό είτε σε μία μεγαλούπολη σαν την Θεσσαλονίκη. Θέλω να επιστρέψω στην Κέρκυρα για να βρω τους φίλους μου. Η φιλοξενία των Ελλήνων είναι αξιοσημείωτη, οπότε νομίζω ότι θα κοιμηθώ σε αρκετούς καναπέδες.
—Η εφημερίδα που εκδίδετε στο πανεπιστήμιο αναφέρεται στην ελληνική γλώσσα;
Η εφημερίδα μου, The Oxford Blue, που μία φίλη και εγώ ιδρύσαμε το 2020, φιλοξενεί τοπικό περιεχόμενο (δηλαδή νέα της Οξφόρδης), εθνικό και παγκόσμιο. Ωστόσο, δεν θα έλεγα ότι έχουμε εκδώσει πολλά άρθρα για την Ελλάδα ή τα ελληνικά. Κάποιος έγραψε μία φορά για τα μάρμαρα Παρθενώνα και ένα από τα πρώτα άρθρα μετά την δημιουργία της εφημερίδας ήταν για τις αντισυμβατικές γλώσσες που σπουδάζονται στην Οξφόρδη.
—Θα ζούσατε ποτέ μόνιμα στην Ελλάδα;
Πάντα εξιδανίκευα την σκέψη ότι θα συνταξιοδοτόμουν ένα νησί, αλλά σήμερα φοβάμαι την ιδέα που θα ζούσα οπουδήποτε μόνιμα. Ο κόσμος περιέχει απεριόριστες ευκαιρίες, και θα μισούσα να περιοριστώ σε μία χώρα.




