Της Pamela-Zoe Topalli
Σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών εντάσεων γύρω από τη μετανάστευση, η αλλαγή ηγεσίας στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου αποκτά ιδιαίτερο συμβολικό και πολιτικό βάρος. Με απόφαση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, το υπουργείο αναλαμβάνει ο Θάνος Πλεύρης, διαδεχόμενος τον Μάκη Βορίδη. Δεν πρόκειται απλώς για έναν ανασχηματισμό, αλλά για μια σαφή πολιτική δήλωση: η σκληρή γραμμή όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά παγιώνεται θεσμικά.
Και οι δύο πολιτικοί φέρουν ιστορικό ακροδεξιάς ρητορικής και δράσης. Ο Θάνος Πλεύρης έχει απασχολήσει επανειλημμένα τη δημόσια σφαίρα με τις σκληρές αντιμεταναστευτικές δηλώσεις του, ενώ σε συνεντεύξεις του στο παρελθόν προτείνει ανοιχτά τη χρήση θανατηφόρας βίας στα σύνορα κατά μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα χωρίς τα απαιτούμενα έγγραφα. Παράλληλα, υπήρξε νομικός εκπρόσωπος του πατέρα του, Κωνσταντίνου Πλεύρη, γνωστού για τη ναζιστική και ρατσιστική του αρθρογραφία επιμένοντας κατά τη νομική εκπροσώπηση του πατέρα του να ελαχιστοποιηθεί η βαρύτητα της ιδεολογίας του. Ο Μάκης Βορίδης, από την άλλη, υπήρξε στέλεχος της νεολαίας της ΕΠΕΝ, κόμματος που ίδρυσε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, και η πολιτική του σταδιοδρομία ξεκίνησε με εμφανίσεις σε νεοφασιστικές οργανώσεις. Πρόσφατα, παραιτήθηκε από τη θέση του Υπουργού Μετανάστευσης μετά από εμπλοκή σε σκάνδαλο κακοδιαχείρισης κοινοτικών κονδυλίων, το οποίο προκάλεσε απώλεια €392 εκατ. σε επιδοτήσεις και τροφοδότησε έρευνες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία3. Η ανάθεση της μεταναστευτικής πολιτικής σε τέτοιες φυσιογνωμίες δεν είναι τυχαία, αλλά αντιθέτως στρατηγική επιλογή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, γεγονότα όπως το πρόσφατο στον Άραχθο αποκαλύπτουν τον πυρήνα της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής: ένα καθεστώς εξαίρεσης που ενεργοποιείται μόνο όταν η τραγωδία γίνεται δημοσιότητα.
Ο πατέρας ενός από τα παιδιά που πνίγηκαν, μετανάστης από την Αλβανία, ζήτησε να ταξιδέψει στην πατρίδα του για την κηδεία του παιδιού του. Φοβόταν όμως πως δεν θα του επιτραπεί η επιστροφή στην Ελλάδα, καθώς η άδεια διαμονής του δεν ήταν εξασφαλισμένη. Εξαιτίας της δημοσιότητας που έλαβε το ζήτημα, αναγκάστηκε να παρέμβει ο Υπουργός για να χορηγηθεί «ειδική άδεια για ανθρωπιστικούς λόγους». Αυτό που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο, παρουσιάστηκε ως παραχώρηση και μάλιστα, μόνο επειδή ο θάνατος του παιδιού του έγινε είδηση.
Είναι εξευτελιστικό να πρέπει να χάσεις το παιδί σου, να πρέπει η απώλειά σου να συγκλονίσει την κοινή γνώμη, για να ενεργοποιηθεί μια διαδικασία που θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί ήδη. Δεν πρόκειται για γραφειοκρατική δυσκαμψία αλλά για συστηματική πολιτική αποκλεισμού που αφορά σε όλη τη μεταναστευτική κοινότητα.
Αντίστοιχο μήνυμα στάλθηκε και στην περίπτωση του Ledian Goga, που έσωσε δύο παιδιά από πνιγμό. Ο μηχανισμός επιλεκτικής αναγνώρισης αποκαλύπτεται στον τρόπο με τον οποίο καλύφθηκε αρχικά η είδηση για την αλληλέγγυα πράξη του. Ηρωική μεν, αλλά σχεδόν κανένα μέσο δεν ανέφερε αρχικά το όνομά του ή την καταγωγή του. Κι ενώ αρχικά πολλοί εστιάσαμε στη γενναία πράξη αλληλεγγύης, οι αντιδράσεις στα social media, κυρίως στο Twitter, υπήρξαν μαζικές. Πολλά σχόλια καυτηρίασαν την αποσιώπηση του ονόματος και της καταγωγής του, κάνοντας λόγο για επιλεκτική ορατότητα. Άρθρο στα Μικροπράγματα της LIFO ανέδειξε το ζήτημα, συγκεντρώνοντας ενδεικτικά tweets, με χαρακτηριστικό το εξής: «Αν ήταν δράστης, θα ήταν Αλβανός. Τώρα που είναι ΗΡΩΑΣ, έγινε απλώς “ένας άνδρας”.» Έτσι, η είδηση διαδόθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά με το όνομά του και τη διευκρίνιση πως ο ήρωας είναι αλβανικής καταγωγής.
Μόνο μετά την κατακραυγή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το όνομά του κυκλοφόρησε ευρέως. Η αρχική αποσιώπηση είναι χαρακτηριστική του ότι όταν η πράξη είναι θετική, η καταγωγή εξαφανίζεται ενώ όταν είναι αρνητική, προβάλλεται. Όλως παραδόξως, όταν η πράξη είναι θετική, ξαφνικά “δεν έχει σημασία”, το όνομά του παραλείπεται και η ταυτότητα γίνεται αφανής. Η επιλεκτική αυτή ορατότητα είναι προϊόν δεκαετιών στιγματισμού, αποτέλεσμα δεκαετιών δημόσιου λόγου που έχει παρουσιάσει τους μετανάστες, και ιδιαίτερα τους Αλβανούς, ως πρόβλημα, ως απειλή, ως παραβάτες. Ο Άρης Δημοκίδης, στο podcast του «Η σκληρή Αλήθεια για τους Αλβανούς στην Ελλάδα» στα Μικροπράγματα της LIFO, κάνει μια εκτενή ανασκόπηση στον τρόπο με τον οποίο προβλήθηκε η ταυτότητα των Αλβανών από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα, με παραδείγματα που δείχνουν πώς αυτές οι αφηγήσεις εξακολουθούν να διέπονται από φόβο, στοχοποίηση και επικίνδυνα στερεότυπα.
Η αναφορά της καταγωγής σε μια θετική πράξη δεν είναι μια πράξη “αντεστραμμένου στιγματισμού”, όπως έσπευσαν να ισχυριστούν κάποιοι – βαθιά προβληματισμένοι για τον κίνδυνο του να εδραιωθούν θετικά στερεότυπα για μια ολόκληρη εθνοτική ομάδα. Αντ’ αυτού, η αναφορά είναι σημαντικό να γίνεται γιατί η καταγωγή αυτή, επί δεκαετίες, αποτέλεσε λόγο αποκλεισμού. Το να λέμε «δεν έχει σημασία η καταγωγή» όταν ένας Αλβανός σώζει δύο παιδιά, θα είχε κάποιο νόημα μόνο αν η καταγωγή του δεν είχε παρουσιαστεί επί δεκαετίες ως πρόβλημα. Ακριβώς επειδή όμως η αλβανική ταυτότητα έχει παρουσιαστεί μονόπλευρα, μέσα από αφηγήσεις εγκληματικότητας και αρνητικών στερεοτύπων, το να θυμόμαστε ότι “όλοι είμαστε άνθρωποι” μόνο όταν η πράξη είναι ηρωική, δεν είναι αντικειμενικότητα αλλά ασυμμετρία.
Η αναφορά της καταγωγής σε θετικά παραδείγματα δεν γίνεται ούτε για να αποδείξουμε ότι “υπάρχουν και καλοί Αλβανοί”. Αυτό το επιχείρημα, στην ουσία του, προϋποθέτει ότι “οι Αλβανοί είναι πρόβλημα”, άρα πρέπει να διαψεύσουμε τον κανόνα. Όμως δεν χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα. Αυτό που χρειάζεται είναι ορατότητα. Γιατί η ορατότητα είναι ενδυνάμωση και το να βλέπω την ταυτότητά μου συνδεδεμένη με γενναιότητα, αλληλεγγύη και προσφορά, λειτουργεί ως εξυγιαντικό αντίβαρο στο χρόνιο στιγματισμό της. Άλλωστε, η αλβανική ταυτότητα έχει παρουσία σε κάθε πτυχή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνικής ζωής: στην εργασία, στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό και ναι, και σε πράξεις ηρωισμού και αλληλεγγύης. Παρούσα είναι λοιπόν, ορατή δεν είναι.
Δεν θα ήταν σημαντική η αναφορά της καταγωγής μόνο στην περίπτωση που δεν είχε προβληθεί συστηματικά η αλβανική καταγωγή ως ταυτόσημο της παραβατικότητας. Δεδομένου αυτού του κοινωνικοϊστορικού πλαισίου όμως, η ορατότητα δεν είναι επιλεκτική εξύμνηση, αλλά πράξη κοινωνικής αποκατάστασης. Είναι η αποκατάσταση της ηθικής αξιοπρέπειας μιας ολόκληρης ομάδας, η οποία συστηματικά για δεκαετίες ολόκληρες έχει στερηθεί το δικαίωμα να εκπροσωπείται ανθρώπινα. Πρόκειται για ισορρόπηση ενός ιστορικού βάρους και είναι αναγκαία. Διότι η ισότητα δεν προϋποθέτει την αποσιώπηση της διαφοράς, ιδιαίτερα όταν αυτή αποσιωπάται μόνο στις θετικές περιπτώσεις. Αντιθέτως, ισότητα σημαίνει ορατότητα και ως εκ τούτου απαιτείται η αναγνώρισή της και η άρση των στερεοτύπων που τη συνοδεύουν. Η ορατότητα αποτελεί το πρώτο βήμα για την κοινωνική αναγνώριση και αποδοχή. Χωρίς αυτήν, η ένταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστική.
Παρότι δικαίως η πράξη του Ledian Goga αναγνωρίστηκε δημόσια ως ηρωική, η πρόταση να του αποδοθεί ελληνική ιθαγένεια ως τιμητική επιβράβευση μόνο τιμή δεν είναι. Διότι ο Goga ζει 24 χρόνια στην Ελλάδα, εργάζεται, έχει οικογένεια και πληρώνει φόρους και παρ’ όλα αυτά, δεν έχει ακόμα ιθαγένεια. Όπως και χιλιάδες Αλβανοί στην Ελλάδα που εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες χτίζουν καθημερινά τη ζωή τους στη χώρα, χωρίς να τους αναγνωρίζονται τα δικαιώματα που τους αναλογούν. Το ότι χρειάστηκε να γίνει ήρωας θέτοντας και τη δική του ζωή σε κίνδυνο για να τεθεί η περίπτωσή του στο προσκήνιο και για να γίνει λόγος περί απόδοσης ιθαγένειας είναι ειρωνικό και βαθιά προσβλητικό για όσους μετανάστες επί δεκαετίες παλεύουν ακόμα για το αυτονόητο που δικαιούνται αλλά δεν τους αναγνωρίζεται. Όπως χαρακτηριστικά μου έγραψε κάποιος δικαίως αγανακτισμένος: “Δηλαδή πρέπει να βουτάμε στα ποτάμια να σώζουμε παιδιά για να πάρουμε ιθαγένεια; “.
Η δημόσια συζήτηση για την ιθαγένεια σχετίζεται άμεσα με το ποιοι θεωρούνται ισότιμοι πολίτες. Η περίπτωση του Goga το αποδεικνύει καθώς επαληθεύει το ότι η ιθαγένεια του παραμένει υπό αίρεση. Το ενδεχόμενο να του απονεμηθεί ως τιμητική ανταμοιβή δείχνει πόσο βαθιά πολιτικό είναι το ζήτημα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους μετανάστες όχι ως εν δυνάμει πολίτες, αλλά ως προσωρινούς φιλοξενούμενους υπό διαρκή δοκιμασία. Η ιθαγένεια εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως έπαθλο και όχι ως θεμελιώδες δικαίωμα. Η παραμονή θεωρείται χάρη και όχι θεσμικό δικαίωμα, σε αντιδιαστολή με όσα ορίζει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Όπως συνέβη με την Τζέγκο, Αλβανίδα δεύτερης γενιάς, μέχρι να αναδειχθεί αθλήτρια διεθνούς επιπέδου, η ελληνική ιθαγένειά της δεν είχε θεωρηθεί αυτονόητη.
Μια ιθαγένεια που θα έπρεπε να έχει ήδη αποδοθεί με βάση τις προϋποθέσεις που πληρούν χιλιάδες μετανάστες στην Ελλάδα πρώτης και δεύτερης γενιάς. Το υφιστάμενο σύστημα, όμως, λειτουργεί αποτρεπτικά, με άνευ λόγου καθυστερήσεις, παράλογες απαιτήσεις στις εξετάσεις, δυσβάσταχτα οικονομικά κριτήρια και διαδικασίες χωρίς διαφάνεια. Ακόμα και όταν όλα αυτά καλύπτονται, η απόφαση μπορεί να παραμείνει αυθαίρετη με το κράτος να μην υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόρριψη.
Η Πολιτεία αναγνωρίζει τον μετανάστη μόνο όταν αυτός μετατρέπεται σε σύμβολο και αποδεικνύει με κάποιον τρόπο πως του αξίζει να πολιτογραφηθεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ιδιότητα του πολίτη δεν αποδίδεται ως θεμελιώδες θεσμικό δικαίωμα, αλλά παρουσιάζεται ως τιμητική επιβράβευση. Δημιουργείται έτσι η εντύπωση ότι η ελληνική ιθαγένεια είναι προνόμιο που απονέμεται κατ’ εξαίρεση, και όχι νομική σχέση που θεμελιώνεται στην κοινωνική συμμετοχή και τη διαρκή παρουσία στη χώρα: μια λανθάνουσα, βαθιά ρατσιστική στάση που διαιωνίζει την αντίληψη περί ανωτερότητας των Ελλήνων σε σχέση με άλλες εθνικότητες. Πρόκειται για νοοτροπία όχι μόνο αναχρονιστική, αλλά και επικίνδυνη, καθώς τροφοδοτεί ακροδεξιά και εθνικιστικά ιδεολογήματα και ενισχύει έναν βαθύτερο, συστημικό ρατσισμό, καθώς στηρίζεται στην παραδοχή μιας υποτιθέμενης πολιτισμικής ή ηθικής ανωτερότητας των «γηγενών». Μια τέτοια θεώρηση διαιωνίζει διαχωρισμούς, ενισχύει την καχυποψία απέναντι στους «άλλους» και νομιμοποιεί την πολιτική και κοινωνική περιθωριοποίηση. Στις παρυφές αυτής της σκέψης ελλοχεύουν εθνικιστικά αφηγήματα, που μετατρέπουν την έννοια του ανήκειν σε εργαλείο αποκλεισμού.
Επιπλέον, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, η ιθαγένεια δεν μπορεί να θεωρείται ανταμοιβή, ούτε καν προϋποθέτει ότι κάποιος πρέπει να “νιώθει” Έλληνας ή να έχει “ελληνική καρδιά”. Η πολιτική της πολιτογράφησης καθορίζεται από θεμελιώδη δικαιώματα και νομοθεσία, όχι από συναισθηματικές επιταγές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει ότι η ιθαγένεια αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένο δικαίωμα σε όσους πληρούν τα νόμιμα κριτήρια, χωρίς να απαιτείται η “εσωτερική ταύτιση” με την εθνική ταυτότητα της χώρας υποδοχής . Αντίθετα, πολιτικές που συνδέουν την απόδοση ιθαγένειας με ποιότητες όπως “ηρωισμός” ή συναισθήματα αφομοίωσης όχι μόνο αντιβαίνουν στον ευρωπαϊκό χάρτη αξιών, αλλά και παραβιάζουν την ουσία της έννοιας της ιθαγένειας ως ίσου δικαιώματος.
Τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι απλώς συγκυριακά παραδείγματα. Φωτίζουν με σαφήνεια τις δομικές προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες η ορατότητα λειτουργεί ως όρος για την αναγνώριση δικαιωμάτων. Και ακριβώς γι’ αυτό, η ανάδειξή τους έχει βαρύνουσα σημασία. Στόχος πρέπει να είναι να ενισχυθεί η δημόσια κατανόηση γύρω από τις θεσμικές αδικίες που παραμένουν αόρατες στον δημόσιο λόγο διότι η ορατότητα δεν αφορά μόνο το άτομο, αλλά το πώς η κοινωνία και το κράτος διαχειρίζονται συλλογικά την ένταξη, την ισότητα και την αποδοχή. Στην περίπτωση της μετανάστευσης, το ποιοι αναλαμβάνουν να διαχειριστούν την πολιτική δεν είναι λεπτομέρεια αλλά καθοριστικός παράγοντας για το πώς θα οριστεί το δικαίωμα του «ανήκειν». Η αντίδραση -και αντίσταση- του κοινωνικού συνόλου στην τοποθέτηση ακροδεξιών μορφών σε ηγετικές θέσεις αποτελεί ελάχιστη υποχρέωση. Γιατί τελικά, η πρόοδος μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από τις εξαιρέσεις που τιμώνται, αλλά από τον σεβασμό -θεσμικό και κοινωνικό- που κατοχυρώνεται για όλους.

