«Κάθε επιβάτης, κάθε φορά, είναι κι ένα διαφορετικό λεωφορείο». – Λεωφορείο, Γιώργος Σκαμπαρδώνης.
To μοναδικό μέσο μεταφοράς της πόλης ως επιβαλλόμενο μονοπώλιο που ορίζει την καθημερινότητα και το πρόγραμμά μας είναι γεμάτο από καθημερινές γλυκόπικρες στιγμές πολύωρης ταλαιπωρίας και κωμικοτραγικές σκηνές που προκαλούν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής μας.
Στη γραμμή 31, καθόταν στις θέσεις που κοιτούν ανάποδα. Κουκουλωμένη στο παλτό της μ’ ένα άσχημο συνάχι που τραβούσε τα αδιάφορα βλέμματα των επιβατών, έκλεισε για λίγο τα μάτια της και ακούμπησε στο παράθυρο. Το λεωφορείο άλλαζε πορεία, οι μισοί δρόμοι της πόλης παρέμεναν κλειστοί, Παρασκευή βράδυ, αστυνομία και κομφούζιο. Άραγε νοιάστηκε κανείς για την ταλαιπωρία των ανθρώπων που απλά ήθελαν να επιστρέψουν σπίτι τους μετά από μια κουραστική μέρα;
Στη γραμμή 17, επιβιβάστηκε με ένα φουξ μπερέ. Σπρώξιμο, φωνές, παράπονα, ταλαιπωρία. Δε γύρευε να καθίσει, απλά μια γωνιά να ακουμπήσει, να μην την ενοχλούν με σπρωξίματα, να μην ενοχλεί κι αυτή. Όταν κατέβηκε στη στάση της, άγγιξε ασυναίσθητα το κεφάλι της, δεν υπήρχε πια πουθενά ο φουξ μπερές.
Στη γραμμή 14, ανέβαινε με δυσκολία τα σκαλιά. Ένα νεαρό παιδί, την έπιασε από το μπράτσο και τη βοήθησε να καθίσει. Απόρησε με την ευγένειά του. Είχε κάνει ένεση στο γόνατό της και θα επέστρεφε στη δουλειά της. Είχε ακόμα λίγα χρόνια για τη σύνταξη. Ο ίδιος νέος τη βοήθησε και να αποβιβαστεί. Από το παράθυρο, φαινόταν η Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης.
Στη γραμμή 12, ο κ. Γιάννης, στριμώχτηκε σε μια γωνία με μια τσάντα εργαλεία. Μια κοπέλα του πρόσφερε τη θέση της. Εκείνος αρνήθηκε χαμογελαστά και της εξήγησε ότι σε 2 στάσεις θα κατέβει, άλλωστε τι κουρασμένος να ήταν, συνταξιούχος, όλη μέρα κάθεται, εσείς κουράζεστε οι νέοι που κυνηγάτε όνειρα. Πριν αποβιβαστεί, τη χαιρέτησε και μονολόγησε «Το λεωφορείο είναι γεμάτο συνταξιούχους που θέλουν να νιώθουν ακόμη και χρήσιμοι και νέοι που τους έκαναν να νιώθουν άχρηστοι».
