Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Carl Sagan συνέχισε να κάνει αυτό που έκανε πάντα — να εκλαϊκεύει την επιστήμη και να «μεταδίδει με ενθουσιασμό τα θαύματα του σύμπαντος σε εκατομμύρια ανθρώπους μέσω της τηλεόρασης και των βιβλίων του». Όποτε εμφανιζόταν στην εκπομπή The Tonight Show με τον Johnny Carson τη δεκαετία του ’70 και του ’80, ο στόχος του ήταν να συνδεθεί με τον απλό κόσμο για να προωθήσει την κατανόηση και την εκτίμηση του κοινού για την επιστήμη, αναφέρει το openculture.
Στο τέλος της ζωής του, ο Sagan εξακολουθούσε να ανησυχεί για τη θέση της επιστήμης στο δημόσιο διάλογο. Καθώς όμως έδινε μάχη με τη μυελοδυσπλασία, ένιωθε πως η επιστημονική σκέψη έχανε έδαφος στην Αμερική και ειδικά μέσα στους διαδρόμους του Κογκρέσου υπό την ηγεσία του Newt Gingrich.
Στην τελευταία του συνέντευξη, που προβλήθηκε στις 27 Μαΐου 1996, είπε: «Έχουμε διαμορφώσει μια κοινωνία βασισμένη στην επιστήμη και την τεχνολογία, στην οποία κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα για την επιστήμη και την τεχνολογία. Αυτό το εκρηκτικό μείγμα άγνοιας και εξουσίας αργά ή γρήγορα θα εκραγεί πάνω μας. Δηλαδή, ποιος ελέγχει την επιστήμη και την τεχνολογία σε μια δημοκρατία, αν ο λαός δεν γνωρίζει τίποτα γι’ αυτές;»
Και συνέχισε: «Ο δεύτερος λόγος που ανησυχώ είναι ότι η επιστήμη είναι κάτι περισσότερο από ένα σύνολο γνώσεων. Είναι ένας τρόπος σκέψης. Ένας τρόπος να δούμε σκεπτικιστικά το σύμπαν, κατανοώντας την ανθρώπινη αδυναμία. Αν δεν μπορούμε να κάνουμε σκεπτικιστικές ερωτήσεις, να κρίνουμε όσους μας λένε πως κάτι είναι αληθινό, να είμαστε δύσπιστοι απέναντι στους εξουσιαστές, τότε είμαστε έρμαιο του κάθε τσαρλατάνου — πολιτικού ή θρησκευτικού — που θα περάσει τυχαία από μπροστά μας».
Σχεδόν 30 χρόνια μετά, έχουμε φτάσει σε αυτό ακριβώς το σημείο. Η δεύτερη κυβέρνηση Trump έχει σπεύσει να διαλύσει την επιστημονική υποδομή της κυβέρνησης, κόβοντας αυθαίρετα τη χρηματοδότηση στο National Science Foundation, τα National Institutes of Health και τη NASA. Επόμενος στόχος είναι τα κορυφαία ερευνητικά πανεπιστήμια της χώρας, αποδυναμώνοντας σκόπιμα τη μηχανή έρευνας που έχει τροφοδοτήσει την ανάπτυξη των αμερικανικών επιχειρήσεων — και της συνολικής οικονομίας — από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά.

