Από το blog του Κωνσταντίνου Ν. oathorivos
Γνωρίζουμε όλοι, βιωματικά, τι σημαίνει να συμπεριφέρεσαι πολιτικά ορθώς. Στα πλαίσια της κοινωνικής συνύπαρξης και γίγνεσθαι, της επαγγελματικής δεοντολογίας αλλά καθώς και στους άγραφους νόμους των άτυπων μικροκοινωνιών που αποτελούμε ή έχουμε υπάρξει μέρος αυτών.
Σύμφωνα με τον πρώτο και δημοφιλέστερο ορισμό της: Ως πολιτική ορθότητα αναφέρεται η αποφυγή εκφράσεων ή ενεργειών που πιστεύεται ότι αποκλείουν, περιθωριοποιούν ή προσβάλλουν ομάδες ανθρώπων που μειονεκτούν κοινωνικά ή γίνονται διακρίσεις εις βάρος τους.
Στα θεμέλια της υπόσταση της, συναντάμε την πρώτη της οξύμωρη πτυχή που συγκρούεται ευθέως με την αρχή που διεκδικεί να πρεσβεύει: “ομάδες ανθρώπων που μειονεκτούν κοινωνικά”.
Ας υποθέσουμε λοιπόν, ότι αυτές πράγματι υφίστανται. ΑΜΕΑ, θρησκευόμενοι πάσης δόγματος, ομοφυλόφιλοι, διεμφυλικοί, πρόσφυγες, εύσωμοι, ανύπαντροι, άτεκνοι κι ό,τι άλλο επικαλεστεί η φαντασία σας και μπορεί να προστεθεί σε αυτήν την ήδη, μακρά λίστα με τα ακαθόριστα, δυσδιάκριτα σύνορα της.
Το ερώτημα γεννάται μοιραία: Πως η αποκατάσταση της αδικίας μπορεί να επιτευχθεί, όντας φορέας της διάδοσης της ή και ίσως, της συμβολής σου -εν αγνοία σου- στην εγκαθίδρυση της;
Κι αν υπάρχουν εκφράσεις ή ενέργειες που θα πρέπει να αποφεύγονται γιατί αυτές περιθωριοποιούν μία ομάδα (sic), το να προμηνύεται ότι αυτή μειονεκτεί κοινωνικά, είναι μέρος της λύσης ή του προβλήματος που υποτίθεται επιχειρεί να λύσει;
Ποιος διανέμει τους ρόλους, προστάτης – θύμα, αδύναμος – δυνατός, ομάδα – μονάδα στην παράσταση αυτή;
Κι αν υποθέσουμε ότι είμαι ένας από αυτούς που χωρούν κάτω από την προστατευτική ομπρέλα της πολιτικής ορθότητας, ποιος ορίζει τον δικό μου ρόλο;
Είναι πάντα ίδιος;
“Είναι αμέτρητοι οι άνθρωποι που ποτέ δεν έχουν διαφορετική γνώμη από εκείνη της εφημερίδας τους.” Gustave Le Bon
Είναι προφανές ότι για παράδειγμα, η χρήση της λέξης “ανάπηρος” ως βρισιά – προσπάθεια να υποτιμήσουμε την εγκεφαλική-σωματική λειτουργία κάποιου που δεν ανταποκρίνεται σε δεδομένες χρονικές μας απαιτήσεις, ή ακόμα και η “αθώα” διάθεση να περιπαίξουμε τον κολλητό μας χρησιμοποιώντας την, είναι και πρέπει να είναι ηθικά απαγορευτική.
Πριν βγάλουμε όμως το πιπέρι από την τσέπη, ώστε να το σκορπίσουμε στη γλώσσα του συνομιλητή μας, ποιος στ’ αλήθεια έχει αναρωτηθεί πως μοιάζει η ζωή όντας καθηλωμένος σε ένα αμαξίδιο;
Πόσοι από εμάς έχουν προσλάβει ή θα προσλαμβάναμε κάποιον; Θα επενδύαμε χρόνο και κεφάλαιο για τον κατάλληλο εξοπλισμό για έναν μόνο υπάλληλο μας, συνεργάτη μας ή για ελάχιστους -συγκριτικά- πελάτες;
Ποιοι θα υιοθετούσαν ένα παιδί με σύνδρομο down;
Ποιος θα ερωτευόταν, χωρίς προκαταλήψεις, μία πρώην φυλακισμένη;
Ποιος θα άνοιγε το σπίτι του σε έναν πρόσφυγα ή άστεγο;
Κι αν θα κάναμε ελάχιστα ή τίποτα από τα παραπάνω, πόσο ασφαλείς θα νιώθαμε να το εξωτερικεύσουμε;
Ή μήπως η ροή της εποχής, θα μας παρέσυρε στο ρεύμα της μέχρι η κατεύθυνση του να αλλάξει και να μείνουμε μόνοι ή να ακολουθήσουμε το καινούργιο δρομολόγιο του κοπαδιού;
Σε ζωντανή τηλεοπτική συνέντευξη που παραχωρήθηκε πριν μερικά χρόνια, από πασίγνωστη Ελληνίδα κωμικό, ακολουθεί ο εξής διάλογος:
Παρουσιαστής: -Θα ξαναέκανες τηλεόραση;
Ηθοποιός: -Όχι, όχι με τίποτα! Η τηλεόραση δεν θέλει ανθρώπους, θέλει Αλβανούς!
Θυμάμαι χαρακτηριστικά, την αστραπιαία αμηχανία -σχεδόν απόγνωση!- που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της καθώς αντελήφθη αυτό που μόλις είχε ξεστομίσει.
Είμαι σχεδόν βέβαιος, ότι η αυθόρμητη δήλωση της, δεν ήταν προϊόν ρατσιστικής ιδιοσυγκρασίας. Αλλά μία ατυχής καυστική τοποθέτηση σε ένα κατεστημένο, με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στην ελληνική μεσαία τάξη, ιδίως κατά τη διάρκεια του ’90 και λίγο παρά πέρα:
“Σε πληρώνουμε λίγα (Αλβανέ εργάτη) αλλά θα σε ξεζουμίσουμε!”
Με την επακόλουθη αναδημοσίευση του εν λόγω αποσπάσματος σε πλατφόρμες και sites, εμφανίστηκαν σχολιαστές – σε ρόλο αρχάγγελου κατατρεγμένων και φτωχών – που έσπευσαν να την επιπλήξουν και να υπογραμμίσουν την ευθύνη που φέρει ο δημόσιος λόγος.
Και το παιχνίδι της κολοκυθιάς, δεν σταματά!
Είναι η ατυχής διατύπωση που θα πρέπει να αποτελέσει κόκκινο πανί; Ή μήπως το γεγονός ότι μία μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, θα έτρεμε στην ιδέα να δει την μονάκριβη κόρη, να παντρεύεται με τον Αλβανό σύντροφο της;
Τι διαφορά κάνει αν ο Αλβανός έχει, πια, αφομοιωθεί πλήρως κι εκτός από ανειδίκευτος εργάτης, τυγχάνει να είναι και επιχειρηματίας, δικηγόρος, γιατρός, καλλιτέχνης, μακράν καλύτερος μαθητής απ’ το “ξεφτέρι” σου;
Η ευχή θα αργήσει να δοθεί, αν ποτέ δοθεί…
Αλλά το πληκτρολόγιο θα εξακολουθεί να παίρνει φωτιά κάνοντας υποδείξεις και ταμπελοποιώντας εαυτόν ως ανθρωπιστή και τον συνομιλητή μας ως ρατσιστή, σεξιστή, ομοφοβικό, ακροδεξιό.
“Εγώ;! Να φέρω σε τούτο τον κόσμο παιδί Αλβανού;”
Συνηθίζω από τις εργοστασιακές μου ρυθμίσεις, να διαγράφω τις τραυματικές εμπειρίες.
Κάποιες φορές αποτελεσματικά κι άλλες λιγότερο.
Στις πρώτες, ως ευτύχημα ξεχνώ φιγούρες, ακριβείς τοποθεσίες κι άλλες πιθανές λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να με ταλαιπωρήσουν περαιτέρω.
Σίγουρα όμως, το λογισμικό μου, δεν είναι τόσο ραγδαία αναπτυγμένο ώστε να διαγράψει και τα συναισθηματικά μου αντανακλαστικά, όταν αυτές έλαβαν χώρα.
Το μόνο που θυμάμαι, είναι να είμαι σε δείπνο με φίλους και γνωστούς. Να ξεκινά ένθερμη συζήτηση για την κοινωνική θέση της σύγχρονης γυναίκας, με τις συμμετέχουσες κυρίες (κι όχι μόνο κύριες) να ξεδιπλώνουν τις ιδεολογικά φεμινιστικές τους καταβολές.
Μέχρι που η συζήτηση -διαγραμμένο αρχείο- παίρνει άλλη τροπή και ακούω έντρομος μία γυναίκεια φωνή να ωρύεται οργισμένη: “Εγώ! Να φέρω σε τούτο τον κόσμο παιδί Αλβανού;”
Στην ίδια παρέα, συνδειπνούσε νεαρός Αλβανικής καταγωγής…
Και κάπου εδώ, μαύρο. Απώλεια μνήμης. Ευθεία γραμμή.
Κάνει η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα;
Μπορεί λοιπόν, να είναι κάποια φεμινίστρια και να εναντιώνεται στις κοινωνικές επιταγές που υποδεικνύουν παρωχημένους συμπεριφορικούς κανόνες (ή μήπως όχι;) αλλά ταυτόχρονα να απαξιώνει βάναυσα έναν συνάνθρωπο μας που το μόνο του “σφάλμα” ήταν ένα γεννηθεί σε ένα συγκεκριμένο κράτος.
Μπορεί να είσαι ομοφυλόφιλος αλλά λεπτός και με κάθε μπουκιά του χοντρού (πιπέρι!) συναδέλφου σου να δυσανασχετείς, γιατί ήταν 8 στο σύνολο.
Μπορεί να μην έχεις πρόβλημα με “το τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του” (…) αλλά να αρνείσαι την κατοχύρωση αυτονόητων δικαιωμάτων του.
Τι είναι τελικά η πολιτική ορθότητα;
Μία φιλότιμη προσπάθεια ευαισθητοποίησης;
Ένα μέσο αυτοπροβολής; Ένα πιόνι στην ψηφοθηρική σκακιέρα;
Μία αλά καρτ υπόσχεση αλλαγής;
Ένα νέο σύστημα ήθους (προσωπικό) ή ηθικής (κοινόχρηστη) ;
Ό,τι είναι ηθικό στην Ελλάδα, είναι ηθικό στην Αυστραλία;
Είναι η ηθική, κοινός παρανομαστής ή μήπως απλά ένα εντυπωσιακό “κοστούμι” που μας χαρίζει την αποδοχή της πλειοψηφίας σε όποιο “στρατόπεδο” κι αν εκείνη στέκεται;
Κι αν είναι το δεύτερο, θα προτιμήσουμε να πορευτούμε φορώντας φερετζέ στην παθογένεια ή θα δημιουργήσουμε το δικό μας ήθος, εμπλουτίζοντας το με νέα δεδομένα κι αναλαμβάνοντας το κόστος της ευθύνης του;
