Πολλές αληθινές (και μη) ιστορίες έχουμε διαβάσει για τους εθισμένους ανθρώπους. Τώρα η Μαρία Μαυρικάκη παρουσιάζει τις ιστορίες των ανθρώπων γύρω απ’ τον εθισμένο. Αντλώντας στοιχεία κι απ’ τη δική της ζωή -για δεκαετίες προσπαθούσε να βοηθήσει κοντινό της άνθρωπο- έφτιαξε ένα βιβλίο ταυτόχρονα εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και χρήσιμο.
Μιλήσαμε γι’ αυτό, αλλά και για τους «συνεξαρτημένους», έναν όρο που περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ανθρώπων στην κοινωνία – κι ας μην το έχουν σκεφτεί ποτέ οι ίδιοι.
-Κυρία Μαυρικάκη, πώς προέκυψε η συγγραφή του βιβλίου; Και πώς θα το περιγράφατε, τώρα που η συγγραφή έχει τελειώσει και το αφήσατε ελεύθερο στον κόσμο;
Ήταν ένας συνδυασμός· του εσωτερικού κνησμού, που συχνά ερεθίζει τον νου επιζητώντας ανακούφιση μέσω της συγγραφής, και κάποιων προσωπικών βιωμάτων που απαιτούσαν να ενωθούν με φανταστικές εκδοχές τους και να μεταλλαχθούν σε λογοτεχνία. Η διαδικασία κράτησε δώδεκα χρόνια κι ενδιαμέσως δημιουργήθηκε χώρος για δύο ακόμα βιβλία. Στο μεταξύ το ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ωρίμαζε μαζί μου, ενώ ταυτόχρονα συρρικνωνόταν για να καταλήξει στην έκδοση των 230 σελίδων. Σήμερα θα το περιέγραφα ως μια συνοπτική «σπουδή» πάνω στον εθισμό και στον τρόπο που αυτός επηρεάζει το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του εθισμένου ανθρώπου.
-Πόση απ’ την αληθινή ζωή βάλατε στο βιβλίο; Συνδυάσατε γεγονότα με μυθοπλασία;

-Πόσο δύσκολο ήταν να επανέλθετε σε γεγονότα που προφανώς σας πόνεσαν;
Η δυσκολία της ανάκλησης οδυνηρών εμπειριών αντισταθμίζεται από το ακούμπισμα του βάρους τους στο χαρτί, από το μοίρασμα και το επακόλουθο ξαλάφρωμα. Ο αγώνας αρχίζει μετά, στο «κέντημα» μιας μαρτυρίας, και συνεχίζεται έως ότου αφαιρεθεί από το γραπτό κάθε ίχνος μελοδραματισμού, αυτολύπησης ή ταπεινολογίας, των συστατικών δηλαδή εκείνων που παραπέμπουν περισσότερο σε καλυμμένο ναρκισσισμό παρά σε τέχνη. Είμαι της σχολής του Βασίλη Διοσκουρίδη, που έλεγε πως τα λογοτεχνικά κείμενα «πρέπει να είναι ξερικά, αιχμηρά, να μην έχουν πολλά υγρά, να είναι κόκαλο και όχι σάρκα», χωρίς αυτό να σημαίνει απλοϊκά ή αδούλευτα.
-Επιλέξατε την πολυφωνική αφήγηση. Μπορείτε να μας μιλήσετε για τους αφηγητές και το αν σας δυσκόλεψε να γράψετε με διαφορετικές φωνές;
Οι επτά αφηγητές είναι πρόσωπα του κοντινού περιβάλλοντος ενός ανθρώπου που από νέος έχει παγιδευτεί στις ουσίες· μιλά η αδερφή του, οι φίλοι του, οι συμπότες του, η σύντροφός του, ο γιατρός του, οι οποίοι του απευθύνονται σε παρελθοντικό χρόνο -καθώς ο χρήστης έχει πια πεθάνει- και ανακαλούν ζουμερά περιστατικά από τον κοινό τους βίο, διανθισμένα με χιούμορ, αυτοσαρκασμό και μουσικές των 70ς και 80ς. Ο καθένας έχει τη δική του ματιά στα πράγματα και τα ιδιαίτερα συναισθήματά του. Εμβόλιμα, μέσα από τα λόγια τρίτων εμφανίζονται οι πολύπαθοι γονείς και οι υπομονετικοί θεραπευτές. Ο Άκης, ο χρήστης με το υποκοριστικό που παραπέμπει στα περισσότερα ονόματα, ακούγεται συχνά σε χρόνο ενεστώτα και ενώνει τις αφηγήσεις, παρά τη φυσική απουσία του. Ο Άκης θα μπορούσε να είναι ο κάθε άνθρωπος που λύγισε απέναντι σε μια αδυναμία του και την άφησε να γιγαντωθεί σε εξάρτηση διαφόρων τύπων- όχι απαραίτητα ναρκωτικά. Το στοίχημα στο ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ είναι να φανούν όσα η κάθε πλευρά παραλείπει, όσα υπαινίσσεται, όσα αφήνει ή δεν αφήνει να εννοηθούν. Όσο για τα διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα, πρόκειται για μια επικίνδυνη συγγραφική ακροβασία που πάντα με συναρπάζει.
-Πρέπει να αποδεχόμαστε τις επιλογές των χρηστών; Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς γι’ αυτούς;
Δεν τίθεται καν θέμα αποδοχής. Ο ενήλικος άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το δρόμο που τραβά στη ζωή του. Δεν είναι παντοδύναμος, η τύχη και οι συγκυρίες παίζουν σημαντικό ρόλο στην πορεία του, όμως η στάση που θα κρατήσει ο καθείς απέναντι στις ίδιες συγκυρίες είναι απολύτως προσωπική υπόθεση. Με αυτή την έννοια, δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά για έναν άνθρωπο που επιζητά την ευκολία της πλαστής ευδαιμονίας αντί να αναμετρηθεί με τα υπαρκτά προβλήματα, αν πρώτα εκείνος δεν παραδεχτεί την εξάρτησή του και δεν ζητήσει βοήθεια. Ακόμα κι ένας χρόνιος καπνιστής ή ένας παχύσαρκος χρειάζεται να αφήσει την καραμέλα «όποτε θέλω το κόβω» και να απευθυνθεί στους ειδικούς για να βρει άκρη, πόσο μάλλον ο αλκοολικός ή ο τοξικοεξαρτημένος. Από τη στιγμή όμως που θα μας ζητηθεί βοήθεια, εμείς οι υπόλοιποι, οι ας πούμε νηφάλιοι, οφείλουμε να είμαστε άμεσα διαθέσιμοι και πρόθυμοι να την προσφέρουμε, με υπομονή και χωρίς να το παίζουμε σωτήρες ή θύματα.
-Διάβασα τη λέξη «συνεξαρτημένοι», για τα μέλη της οικογένειας του εξαρτημένου. Θέλετε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτό;

Το πλέον σύνηθες παράδειγμα είναι οι γονείς ή τα αδέρφια που παλεύουν να σώσουν το παραστρατημένο μέλος της οικογένειας, θεωρώντας ότι ο ίδιος είναι εντελώς ανίκανος να τα καταφέρει. Οι επιπλοκές και οι παρενέργειες αυτής της υπερδοσολογίας αγάπης, που προσφέρεται συχνά χωρίς να έχει καν ζητηθεί από τον χρήστη, αναδύονται στις σελίδες του ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ αρκετά διαφωτιστικά, ελπίζω. Αξίζει να σημειωθεί πως όταν ο συνεξαρτημένος δεν είναι συγγενικό πρόσωπο αλλά ο σύντροφος ή ο εραστής του χρήστη, κατά κανόνα η σχέση τους τελειώνει όταν υπάρξει θεραπεία και απεξάρτηση. Θυμάμαι μια παλιά ταινία, When a Man Loves a Woman του 1994, με αυτό ακριβώς το θέμα. Αναζητείστε τη.
-Για κάποιον που δεν είχε κάποια τόσο δυνατή εξάρτηση, όσα περιγράφετε μοιάζουν ταυτόχρονα συγκλονιστικά αλλά και υπερβολικά. Και εξηγούμαι: Ακριβώς αν δεν έχεις βιώσει τέτοια εξάρτηση, μπορεί να σου φανεί υπερβολικό, και να σκεφτεί «Καλά πια, τόσο δύσκολο είναι να ξεκολλήσει κάποιος;» Τι απαντάτε;
Ασφαλώς, είναι δύσκολο να ξεκολλήσει κάποιος από μόνος του. Οι εξαρτήσεις, νόμιμες ή μη, μπορεί να ποικίλουν σε ένταση και τύπο, έχουν όμως κοινά χαρακτηριστικά: την ευχαρίστηση και τον κορεσμό της επιθυμίας πρόσκαιρα και τις βλάβες στον οργανισμό μακροχρόνια. Παρότι ταλαιπωρείται η ψυχή με τις ενοχές, το σώμα με τις καταχρήσεις και η τσέπη με τις σπατάλες, οι άνθρωποι είμαστε όντα αδύναμα κι εύκολα υποκύπτουμε σε συνήθειες που καταλήγουν εθισμοί. Ειδικά για τα ναρκωτικά, που είναι από τις πιο μαρτυρικές εξαρτήσεις, θα απαντήσω χρησιμοποιώντας μια φράση από το βιβλίο: «Όλοι, όταν πρωτοδοκιμάζουν, γνωρίζουν πως παίζουν με τη φωτιά, όμως κανείς δεν πιστεύει ότι υπάρχει πιθανότητα να καταλήξει παρανάλωμα ο ίδιος. Να που συμβαίνει.»
-Πώς καταπολεμάται το στίγμα του χρήστη;
Νομίζω πως η απάντηση έχει να κάνει πρωτίστως με την ανεκτικότητα της κοινωνίας στο διαφορετικό, στο μη συμβατικό, σε ό,τι παρεμποδίζει τη φαντασίωση μιας ομαλής κανονικότητας. Υπάρχουν σπίτια που θεωρούν ντροπή όχι μόνο την τοξικομανία, αλλά και χίλια δυο δεινά που μπορεί να βρουν τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, η ψυχική ασθένεια ή η νοητική στέρηση αποτελεί για κάποιες οικογένειες θέμα ταμπού, το κλείνουν μες στους τοίχους του σπιτιού τους, το κρύβουν. Πρόκειται για έλλειμμα παιδείας. Κανείς δεν μας μάθαινε μέχρι πρότινος -γιατί ευτυχώς τα πράγματα αλλάζουν- ότι τα διαφορετικά άτομα σε μια οικογένεια δεν συνιστούν αποτυχία ή ντροπή και ότι αντιθέτως, όσοι σηκώνουν τέτοια βάρη έχουν ιερό δικαίωμα να τα μοιράζονται και να επιζητούν αρωγή. Ίσως έτσι το στίγμα να μεταγραφεί στη συλλογική μας συνείδηση ως ιδιαιτερότητα και ανάγκη.
-Υπήρξαν αναγνώστες που αναγνώρισαν τους εαυτούς τους σε κάποια απ’ όλες τις φωνές του βιβλίου και επικοινώνησαν μαζί σας; Τι σας είπαν;
Στους δύο μήνες που κυκλοφορεί το ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ έλαβα πολλά μηνύματα στο μέιλ και στα σόσιαλ από αναγνώστες που είτε έχουν ανάλογες εμπειρίες και ακουμπούν εξουθενωμένοι στον ώμο των ηρώων του βιβλίου, είτε δεν τους έτυχε κάτι παρόμοιο και δηλώνουν έκπληκτοι με το άχθος της συνεξάρτησης, αλλά συγχρόνως αναγνωρίζουν δικά τους κολλήματα, κάνουν προβολές, ταυτίζονται. Οι τελευταίοι είναι και οι περισσότεροι. Τα μηνύματα είναι συγκινησιακά φορτισμένα και η επικοινωνία οδηγεί σε ενός τύπου ανακούφιση, κάθαρση. Παράλληλα, μέσα από τις γραμμές των μηνυμάτων ξεχωρίζει η γνώμη των αναγνωστών για την λογοτεχνική αξία του κειμένου, κάτι που για μένα είναι εξίσου σημαντικό με τη γνώμη των ειδικών. Ιδού μια φράση που αλίευσα από αναγνώστη: «Το ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ αποποινικοποιεί, απομυθοποιεί και μας φέρνει αντιμέτωπους με κάτι που όλους μας απασχολεί: τις περιορισμένες δυνατότητές μας να παρέμβουμε στη ζωή των άλλων και την αποδοχή ως ανθρώπινη αναγκαιότητα».

