σε ,

Πώς είναι να ξαναζωντανεύεις την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου; Η σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη απαντά

Καθώς το φιλμ του Άγγελου Φραντζή για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ξεκινά το κινηματογραφικό του ταξίδι, η σεναριογράφος του μιλά για σινεμά και βιβλία

Σκηνή από την ταινία

-Καθώς η ταινία βγαίνει στους κινηματογράφους, θα ήθελες καταρχάς να μας μιλήσεις για το πώς ξεκίνησε το πρότζεκτ κι η συγγραφή του σεναρίου;

Με πλησίασε πριν τρία περίπου χρόνια ο τότε παραγωγός, ο οποίος είχε πάρει τα δικαιώματα του βιβλίου της εγγονής της Ευτυχίας, της Ρέας Μανέλη «Η γιαγιά μου η Ευτυχία» και μου είπε ότι ήθελε να κάνει μια ταινία για την Ευτυχία. Το ζητούμενο ήταν να συνδυάζει  χιούμορ αλλά και δράμα μαζί και να αναδεικνύει, όλη αυτή την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα της Ευτυχίας: την ιδιοφυΐα, την τρέλα, την αυτοκαταστροφικότητα, την ορμή, το ταλέντο, την πληθωρικότητα, την αντισυμβατικότητα, την γοητεία, την ευαισθησία, την τόλμη κτλ.

Η Κατερίνα Μπέη. (Φωτο: Κάτια Δέδε)

Εννοείται δεν το σκέφτηκα ούτε λεπτό. Έγραψα το σενάριο κι ενώ η ταινία ήταν να ξεκινήσει γυρίσματα πέρσι το καλοκαίρι, ξαφνικά ναυάγησε, ώσπου φέτος την άνοιξη, τα δικαιώματα του βιβλίου άλλαξαν χέρια, μαζί και ο παραγωγός, μετά από λίγο κι ο σκηνοθέτης και το καστ, οπότε έπρεπε να ξαναδουλευτεί και το σενάριο. Η αλήθεια είναι όμως, πως από τη στιγμή που ανέλαβε ο Διονύσης Σαμιώτης και η Tanweer Productions με τον Κώστα Λαμπρόπουλο και Γιώργο Κυριάκο, στην εκτέλεση παραγωγής, και τον Άγγελο Φραντζή στη σκηνοθεσία, όλα βρήκαν τη θέση τους και «κούμπωσαν» αβίαστα κι ιδανικά.

-Έχεις γράψει πολλές ταινίες, όμως αυτή είναι η πρώτη «βιογραφική». Πώς συμπυκνώνεται μια ζωή σε μια ταινία;

Η αλήθεια είναι πως η «Ευτυχία» είχε αρκετές δυσκολίες με πρώτη την εναλλαγή κωμικού στοιχείου και δραματικού, που ήταν ζητούμενο εξ αρχής. Ύστερα θα έπρεπε από τα άπειρα περιστατικά που έχουν γραφτεί και ειπωθεί, να επιλεγούν, αυτά που εκφράζουν καλύτερα την ψυχή της και την ουσία της, και να βρεθεί ένας  τρόπος να ενταχθούν, όλα αυτά, σε μια γενικότερη πλοκή, που όμως να είναι κινηματογραφική. Παράλληλα έπρεπε να συμπυκνώσω τη ζωή πενήντα χρόνων- η ταινία ασχολείται από την καταστροφή της Σμύρνης μέχρι τον θάνατο της Ευτυχίας το 72- σε δύο ώρες, χωρίς να φαίνεται σαν μια συρραφή περιστατικών ή μια παράθεση ανεκδοτολογικών καταστάσεων.

Έτσι συμφωνήσαμε να κάνουμε φόκους στους ανθρώπους και τις σχέσεις τους, να φτιάξουμε «γερούς» χαρακτήρες και να «πάμε» με αυτούς, όχι με τα γεγονότα. Πολλές φορές χρειάστηκε να συγχωνεύσουμε την αλήθεια ή ακόμη και να την αγνοήσουμε, προκειμένου να χτίσουμε τις σχέσεις της Ευτυχίας με το περιβάλλον της δηλαδή να θυσιάσουμε τον ρεαλισμό χάριν της μυθοπλασίας. Γι αυτό κι έγιναν και αρκετές πρωτότυπες σκηνές, που δεν υπήρχαν στο βιβλίο, απλά εξυπηρετούσαν τη δραματουργία, όπως πχ η σκηνή που συναντάει τη Μπέλου σε ένα καταγώγιο και την «ξοφλάει» με το «Όλα είναι ένα ψέμα».
Και όλα αυτά έπρεπε στο τέλος να γίνουν αποδεκτά  κι από τους συγγενείς της Ευτυχίας.

Επίσης, επειδή η ιστορία ασχολείται και με ιστορικά πρόσωπα, (Τσιτσάνης, Καλδάρας, Βλαχοπούλου, Χατζιδάκις κτλ) θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος να αποδοθούν, κι αυτοί, με κάποιον τρόπο, που να είναι αναγνωρίσιμοι και διακριτοί, χωρίς όμως να μετατοπίζεται η ιστορία από το κέντρο της: την Ευτυχία.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

-Τι σου έκανε περισσότερο εντύπωση απ’ τη ζωή της Παπαγιαννοπούλου;

Η Ευτυχία ήταν larger than life. Δεν μπορεί να την περιγράψει κανείς με δυο λόγια.
Με κάποιον τρόπο ήταν η προσωποποίηση της ζωής… Όλα τα είχε στο μάξιμουμ: την ροκιά της, την ορμή της, την έλλειψη σοβαροφάνειάς, το πάθος της, την τόλμη της, τον τσαμπουκά της, το ταλέντο της, την μεγαλοσύνη της, την καλοσύνη της, το απίστευτο χιούμορ της, την παιδικότητά της, την λαχτάρα της για ζωή, την αυθεντικότητα και το ανοιχτό μυαλό της. Ήταν φοβερός ο τρόπος που ήταν μποέμ και sui generis μαζί. Κι όλα αυτά σε μια εποχή που η γυναίκα ήταν αδιανόητο να βγει από την κουζίνα της, πόσο μάλλον, να  επιβιώνει στη νύχτα, να αλωνίζει στα καταγώγια και τις λέσχες, και να γίνεται αποδεκτή από ρεμπέτες και χαρτοπαίκτες.

-Πώς προσέγγισες σεναριακά την εποχή στην οποία έζησε;

Καλά θα ήταν, αν η εποχή ήταν μία. Η ταινία ασχολείται με πέντε δεκαετίες. Ουσιαστικά περνάει όλη η νεότερη ιστορία της Ελλάδας, πόλεμοι, κατοχή, δικτατορία… Όμως αποφασίσαμε να αφήσουμε τα ιστορικά γεγονότα στο φόντο και να ασχοληθούμε με την ψυχή της  ηρωίδας: πώς ήταν με τους δικούς της ανθρώπους, με τα πάθη της, με τους έρωτές της, με την οικογένεια και τους φίλους της, πώς αγαπούσε, πώς θύμωνε, πώς γελούσε, πώς πενθούσε… Κι αν πιστέψουμε τους ανθρώπους που την έζησαν από κοντά και τους συγγενείς της,  αυτό το πετύχαμε.
Έτσι η εποχή είναι στο φόντο, την αισθανόμαστε λίγο από το ντεκόρ και τα κοστούμια, αλλά δεν παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Απλά πλαισιώνει την ηρωίδα, συνοδεύοντάς την διακριτικά. Τώρα αν θέλει κάποιος να μάθει, αν έγραψε το  «Όνειρο απατηλό» καλοκαίρι με καύσωνα ή βαρυχειμωνιά μπροστά στη σόμπα, θα απογοητευτεί. Αυτά μπορεί να ενδιαφέρουν κάποιον μουσικολόγο ή μελετητή της εποχής, εμάς όμως μας ενδιέφερε να κάνουμε μυθοπλασία κι όχι ντοκιμαντέρ.

-Άκουσα ήδη πολύ καλά λόγια για το φιλμ. Πώς σου φάνηκε εσένα η μεταφορά του σεναρίου στην οθόνη; 

Φωτο: Κάτια Δέδε

Είμαι πολύ χαρούμενη με το αποτέλεσμα. Είδα την ταινία δυο φορές στο μοντάζ, ατέλειωτη, χωρίς μουσική κι επεξεργασία ήχου και εικόνας. Την πρώτη φορά ήμασταν πέντε άτομα, οι παραγωγοί κι εγώ. Είχα πάρει χαρτομάντιλα και τους τα μοίρασα, την κατάλληλη στιγμή. (στο σημείο που πάντα κλαίω κι έκλαιγα ακόμη κι όταν έγραφα την σκηνή).

Όταν βγήκαμε για να πούμε τη γνώμη μας- αν πρέπει να κόψουμε η να προσθέσουμε κάτι κτλ- κοιτιόμασταν επί ένα τέταρτο, αμίλητοι και συγκινημένοι, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο να συμβεί, όταν βλέπεις την ταινία σε αυτό το στάδιο-μισοτελειωμένη. Την δεύτερη φορά η ταινία ήταν ακόμη καλύτερη και πιο συγκινητική-επίσης είχαν προνοήσει κι είχαν όλοι μαζί τους χαρτομάντηλα- και στην πρεμιέρα, με την επεξεργασία της εικόνας, τη μουσική και τους ήχους, ήταν άλλη ταινία. Και βέβαια, δεν τη χόρτασα ακόμη, θα πάω το Σαββατοκύριακο-με τα χαρτομάντηλά μου πάντα μαζί- να την ξαναδώ…

Ο Άγγελος Φραντζής και οι συντελεστές της ταινίας, στην πρεμιέρα της στο Παλλάς

-Μίλησέ μου για τη συνεργασία με τον σκηνοθέτη Άγγελο Φραντζή.

Η «Ευτυχία» έχει την ιδιαιτερότητα να είναι ταινία παραγωγού, όχι σκηνοθέτη ή σεναριογράφου. Κάτι που συμβαίνει συνέχεια στο εξωτερικό και σπάνια στην Ελλάδα. Δηλαδή ο παραγωγός αποφασίζει ποιοι θα είναι οι συντελεστές. Φέρνει δυο ανθρώπους κοντά -τον σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο- για να συνεργαστούν σε κάτι πολύ προσωπικό, όπως είναι μια ταινία, χωρίς να ξέρει κανείς αν ταιριάζουν κι αν μπορούν να συνεννοηθούν. Είναι κάπως, σαν συνοικέσιο με αβέβαιη έκβαση.
Ο Άγγελος για πολλούς ανθρώπους του χώρου ήταν ανατρεπτική επιλογή, δεδομένου ότι κάνει σινεμά auteur. Μέχρι τώρα γράφει και σκηνοθετεί τα δικά του σενάρια, με ξεκάθαρο το προσωπικό του ύφος. Πέρα όμως από το γεγονός ότι είναι πολύ άξιος και ταλαντούχος σκηνοθέτης, δεν ήξερα τι να περιμένω, αφού δεν τον γνώριζα ιδιαίτερα, προσωπικά, πέρα από ένα «γεια» που λέγαμε.

Ήταν όμως χημεία από την πρώτη ματιά. Γιατί ο Άγγελος πέρα από το δεδομένο ταλέντο του, είναι πολύ εργατικός, ευαίσθητος, τρυφερός, διεισδυτικός, δίκαιος  και συγκροτημένος αλλά έχει και πολύ έντονη αίσθηση του χιούμορ και του ρυθμού. Σε όλες τις φάσεις της συνεργασίας μας, ένιωθα ότι με καταλάβαινε, χωρίς να χρειάζεται να εξηγώ ή να επιχειρηματολογώ. Επίσης σέβεται πάρα πολύ τη δουλειά των συνεργατών του και δεν καπελώνει κανέναν, γι αυτό-μάλλον ΚΑΙ γι αυτό- τον αγαπάνε όλοι όσοι έχουν δουλέψει μαζί του. Μετά απ όλα αυτά, μόνο ευγνωμοσύνη και χαρά, μπορώ να νιώθω για την συνεργασία μας.

Η Κάτια Γκουλιώνη υποδύεται την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου σε νεότερη ηλικία.

-Πώς σου φάνηκαν οι δύο Ευτυχίες που παίζουν στο φιλμ;

Μου φάνηκαν καταπληκτικές και πλέον οι απόλυτα αυτονόητες επιλογές, για την Ευτυχία. Ίδιες και διαφορετικές. Η Κάτια Γκουλιώνη, που ερμηνεύει τα νιάτα της Ευτυχίας, τους έρωτες, το πέρασμά της από τα μπουλούκια ως ηθοποιός και το ξεκίνημά της στη στιχουργική,  την αποδίδει με περισσότερη τρέλα, χιούμορ κι ελαφράδα. Με κάποιο τρόπο όμως, χτίζει την προσωπικότητα της Ευτυχίας κι έρχεται μετά η Καρυοφυλλιά και «σαρώνει».

Είναι εκπληκτικό πώς η Κάτια παίζει, με κάθε έκφραση του προσώπου της, πως περπατάει, πώς κοιτάζει και πώς καταφέρνει να μην την «καταπιεί» μετά η Καρυοφυλλιά, η οποία ερμηνεύει τα τελευταία χρόνια της Ευτυχίας, τα πιο «βαριά» και χτυπημένα από τη μοίρα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, την κραυγή που βγάζει η Καρυοφυλλιά, τα βαριά της βήματα και το παραπάτημά της,  όταν χάνει την κόρη της αλλά και την αντίστοιχη σπαρακτική ερμηνεία της Κάτιας, στον χαμό της μάνας της.

Αν και δεν συνηθίζεται στις βιογραφίες να βλέπουμε, να παίζεται ένας ήρωας, από δυο ηθοποιούς σε ίσης διάρκειας ρόλους, νομίζω πως το στοίχημα πέτυχε, καθώς κι οι δύο φώτισαν την προσωπικότητα της  Ευτυχίας, από άλλες πλευρές, μένοντας απόλυτα συνεπείς στο περίγραμμα του ρόλου. Για να το πετύχουν αυτό, έκαναν μαζί πρόβες και αυτοσχεδιασμούς, ώστε να κινούνται, να κοιτάζουν, να καπνίζουν και να εκφράζονται με ίδιο τρόπο.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον ρόλο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου.

-Τελικά, ποια απ’ τα τραγούδια στα οποία έγραψε στίχους η Παπαγιαννοπούλου αγαπάς πιο πολύ;

Είναι τόσα πολλά.

«Πήρα από τη νιότη χρώματα» από τα λίγα χαρούμενά της, όπως και το «Είσαι η ζωή μου η αναπνοή μου»

«Μείνε μαζί μου κι ας μη μ αγαπήσεις» η επιτομή της ταπεινωτικής καψούρας, «Μαλάμω» ορμητικό και ζωντανό, «Όνειρο απατηλό» μοιρολατρικό και πονεμένο και βέβαια το έπος «Δυο πόρτες έχει η ζωή» η ζωή κι ο θάνατος σε fast forword.

-Πέρα απ’ τα σενάρια για το σινεμά και την τηλεόραση γράφεις και βιβλία. Θα ήθελες να μας μιλήσεις για το πιο πρόσφατο, το Τελευταίο Reunion;

Είναι το έκτο μου στη σειρά. Το έβγαλα το καλοκαίρι με την Key Books. Είναι γλυκόπικρο και αυτοσαρκαστικό, πολλές φορές γίνεται ακόμη και σκοτεινό, αλλά πάντα ακολουθεί το χιούμορ που τα εξωραΐζει και τα ξεπλένει όλα.  Αφορά μια παρέα συμμαθητών που συναντιούνται μετά από 20 περίπου χρόνια από την αποφοίτησή τους, έχοντας δηλαδή ζήσει τη μισή ενήλικη ζωή τους στην ανεμελιά, την αφθονία κάνοντας μεγαλεπήβολα σχέδια και την υπόλοιπη στην κρίση και την ανασφάλεια, βλέποντας τα όνειρά τους να γκρεμίζονται.

Ένα reunion, όσο ελαφρύ και ακίνδυνο  να ακούγεται, είναι ένα ορόσημο που πυροδοτεί διαδικασίες σύγκρισης με τον εαυτό μας-πώς ήμασταν τότε και πώς τώρα- αλλά με το πως φαινόμαστε στα μάτια των άλλων, ποια είναι η εικόνα μας αλλά και ποια είναι τελικά, η  ουσία μας.

Στο βιβλίο υπάρχουν τρεις αφηγήτριες οι οποίες, διαχειρίζονται, από κάποιο προσωπικό πρόβλημα και περιγράφουν τα γεγονότα που ακολουθούν μέσα από το πρίσμα αυτού του προβλήματος. Έτσι βλέπουμε τα ίδια περιστατικά μέσα από τρεις διαφορετικές, υποκειμενικές σκοπιές.

Παράλληλα παρακολουθούμε πολλές ζωές που εξελίχθηκαν αλλιώς μέσα στα χρόνια που μεσολάβησαν από το σχολείο και μοιάζουν να μη συγκλίνουν πουθενά,  και βλέπουμε και τις απόπειρές κάποιων απ αυτούς, να έρθουν κοντά, ή να απομακρυνθούν.

Κι ενώ οι ήρωες διαχειρίζεται κάθε πιθανή δυστυχία: αρρώστιες, θανάτους, αυτοκτονίες, χωρισμούς, οικονομικές καταστροφές κτλ, ωστόσο, το «Τελευταίο reunion» είναι ένα βαθιά αισιόδοξο βιβλίο με χιούμορ κι ανατροπές που κανιβαλίζει τα στερεότυπα της επιτυχίας και τη σοβαροφάνεια και προσπαθεί να εστιάσει στην ουσία και τελικά στην ίδια τη ζωή.

-Τι σε εμπνέει σήμερα;

Τα πάντα. Η εποχή μας, ακριβώς επειδή είναι ασταθής, σκοτεινή και ανασφαλής, εξωθεί συχνά τους ανθρώπους στα άκρα, κι έτσι «παράγει» μια πολύ ενδιαφέρουσα πραγματικότητα. Αρκεί να έχει κάποιος την ψυχραιμία, την υπομονή και την ευαισθησία να την παρατηρήσει και να την καταγράψει.

-Πόσο εύκολο ήταν να γράφει κάποιος στην Ελλάδα της κρίσης;

Νομίζω πως η κρίση κι η ανασφάλεια, πυροδοτεί τη δημιουργία περισσότερο, από τον εφησυχασμό και την ευμάρεια. Στην αρχή απενεργοποιείσαι, όταν σου τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια, αλλά μετά δεν έχεις και πολλές επιλογές:  ή θα μείνεις κοκαλωμένος και θα αφήσεις να σε καταπιεί όλο αυτό, ή σκύβεις το κεφάλι και δουλεύεις περισσότερο, χωρίς άλλοθι και δικαιολογίες. Μπορεί οι ώρες εργασίας να είναι πολύ περισσότερες, με πολύ λιγότερες απολαβές, αλλά αυτό ισχύει πλέον για όλα τα επαγγέλματα.

Όμως δεν μ’ αρέσουν οι γκρίνιες…

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε