σε ,

Πώς γίνεται να μην είναι Έλληνες οι τσιγγάνοι;

Μιλήσαμε με τον Γιώργο Τσιτιρίδη, δημοσιογράφο και συγγραφέα από τη Θεσσαλονίκη, για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των τσιγγάνικων κοινωνιών

Screenshot 5 10
Φωτο: από το ΓΚΡΕΚΑ / LIFO.gr

Ο Γιώργος Τσιτιρίδης έχει περάσει από τα χαρακώματα της δημοσιογραφίας και σήμερα αναμετράται διαρκώς στο πεδίο των κοινωνικών προκαταλήψεων, των στερεοτύπων, των κοινωνιών που ζουν και αναπτύσσονται πέρα από τα δικά μας – συχνά επικριτικά – αστικά μάτια, ως υπεύθυνος επικοινωνίας και youth worker σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που εργάζονται σε δομές προσφύγων

Ορισμένα από τα παραπάνω λόγια είναι οι πρώτες μου εντυπώσεις έχοντας διαβάσει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Οι Τσιγγάνοι της Θεσσαλονίκης» που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Ο Γιώργος έζησε πολλά χρόνια δίπλα στους τσιγγάνους ως εθελοντής του «Φάρου του Κόσμου» και ως φίλος τους. Του ζήτησα να μας εξιστορήσει στιγμές και επεισόδια από το ταξίδι του σε αυτό τον κόσμο, στην ιστορία των Τσιγγάνων, στη ζωή, στον πολιτισμό, στα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους.

DSC 0009

Το ξεκίνημα του «ταξιδιού»

«Έκανα παρέα με ανθρώπους του Δενδροποτάμου. Έτυχε να αναπτύξω κάποιες φιλικές σχέσεις με κάποιες οικογένειες και κάποια παιδιά. Άρχισα να πηγαινοέρχομαι, να μπαίνω στα σπίτια, να συμμετέχω σε χαρές, σε λύπες, σε γιορτές, σε γάμους. Και όταν αποφάσισα να μάθω μερικά πράγματα παραπάνω γι’ αυτούς, ξεκίνησε η έρευνά μου. Είναι το ίδιο μ’ εκείνη τη στιγμή που αρχίζεις και αναπτύσσεις σχέσεις πιο κοντινές με τους φίλους σου κι εκείνοι ρωτάνε κάποια περισσότερα πράγματα για ‘σένα κι εσύ γι’ αυτούς. Ρωτούσα κι εγώ, αλλά με ρωτούσανε και οι άνθρωποι που έκανα παρέα, για την προσωπική μου ζωή. Στο τέλος ξέρανε τη δουλειά μου, τη σεξουαλική μου ταυτότητα και όλα αυτά.

Κάτω από αυτό πρίσμα άρχισα κι εγώ να ρωτάω κάποια πιο συγκεριμένα πράγματα και ήρθα αντιμέτωπος με σκληρές αλήθειες. Ίσως είχα κι εγώ στερεότυπα, προκαταλήψεις. Οπότε έτσι ξεκίνησε η έρευνα και η μελέτη και κατέληξα ουσιαστικά να ζω γράφοντας και να γράφω ζώντας. Πήγα κι έμεινα σε ένα φορτηγό τρεις μέρες στο πανηγύρι του Άη Μάμα, πήγα στην Καβάλα. Ακολούθησα δηλαδή τους Ρομά στα πανηγύρια δύο ολόκληρα καλοκαίρια, πήγα σε τάματα, πήγα σε γάμους. Φιλικά, όχι με την προσέγγιση τη δημοσιογραφική και τη συγγραφική απαραίτητα. Οπότε νομίζω, προσπάθησα να κάνω ό,τι το καλύτερο ώστε να είναι η προσέγγιση της έρευνας μου όσο πιο αντικειμενική γινοταν».

Τι είναι ο Μπαλαμός τελικά;

«Όπως εμείς έχουμε στερεότυπα για τους Ρομά έχουνε κι οι Ρομά για μας. Αυτό είμαστε ακριβώς δηλαδή, ο Μπαλαμός, ο ξένος. Μη ξεχνάς ότι τα καλιαρντά υιοθέτησαν πολλές λέξεις της Ρομά γλώσσας. Και ειδικότερα οι γλώσσες του περιθωρίου επιλέγανε γλώσσες οι οποίες κι αυτές για το κοινωνικό σύνολο θεωρούνται περιθώριο. Οπότε σκέψου ότι ο πελάτης, ο ξένος, αυτός που δεν ανήκει στην τρανς και στη γκέι κοινότητα, είναι ο Μπαλαμός σε αυτή τη γλώσσα. Είναι ένας που δεν θέλουμε να αποκαλύψουμε σε αυτόν πράγματα. Οπότε είμαστε κι εμείς ακριβώς αυτό, είμαστε Μπαλαμοί. Αυτά τα στερεότυπα ή προσπαθούνε οι Ρομά να τα αντικρούσουνε, κι έχουνε και επιχειρήματα και μπορούνε να ανοίξουν ένα διάλογο με αυτά.

Υπάρχει κάτι στο βιβλίο που ονομάζω «πλαστή τσιγγανότητα», το οποίο μπορεί να αναλυθεί ως εξής: Αν η αντίληψη του μπαλαμού είναι ότι η τσιγγάνα λέει τη μοίρα, τι κάνει η τσιγγάνα; Προκειμένου να επιβιώσει υιοθετεί το χαρακτηριστικό που της έχουνε δώσει από το παρελθόν και λέει: «Α, τι πιστεύουν οι μπαλαμοί; Ότι οι τσιγγάνες είναι με φανταχτερά φορέματα και πλεξούδες και λένε τη μοίρα. Ας βγω να το κάνω αύριο το πρωί γιατί αυτό θα μου δώσει να φάω. Τι πιστεύουνε οι μπαλαμοί; Ότι είμαστε παρά πολύ καλοί στο τραγούδι και το χορό. Οπότε τι κάνουμε; ενισχύουμε αυτό το χαρακτηριστικό μας».

«Σαν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των αντιλήψεων, σ ‘ένα σημείο του βιβλίου, λέει ένα παιδί Ρομά, ο Χρήστος: «Δεν είμαστε απαραίτητα κακοί, αν μας γνωρίσεις. Πες μας εσύ που μας έχεις γνωρίσει, δεν είμαστε καλοί άνθρωποι;» Και μετά λέει σε κάποια στιγμή: «Άσε καλύτερα, μη το λες αυτό, ας μη το λέμε παραέξω γιατί δε μας συμφέρει. Τι πειράζει να νομίζουν ότι είμαστε κακοί άνθρωποι;»

DSC 0042

Νέα ζωή, νέες ιδέες

«Δούλεψα και συνεχίζω να δουλεύω με ένα πιο νεανικό κομμάτι Τσιγγάνων. Αυτός ήταν ο κόσμος που συνάντησα και στο προσφυγικό. Ως εργαζόμενος του Φάρου, έκανα πολλές επισκέψεις σε σχολεία, εκπαιδευτικά σεμινάρια στα σχολεία και τους μιλούσα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι μόνο. Αξίζει να τονίσουμε επίσης πως ο Φάρος εισάγει και τα παιδιά στη σύγχρονη τεχνολογία. Τους δίνουμε κινητά, τάμπλετ και μαθαίνουν να γράφουν, να διαβάζουν και όχι μόνο. Τους ανοίγουμε την πόρτα σε ιδέες όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα και σε διάφορες άλλες κοινωνικές θεματικές, ώστε να ευαισθητοποιηθούν και να είναι έτοιμοι να διαμορφώσουν νέες αντιλήψεις για τη ζωή.

Βλέπουμε τις ζωές των Ρομά να αλλάζουν προς το καλύτερο. Γυναίκες που μέχρι πρότινος παντρεύονταν νωρίς, σήμερα φοιτούν σε πανεπιστήμια. Βλέπουμε Ρομά πτυχιούχους σε θέσεις σημαντικές να έχουν αποκτήσει εμπειρίες πηγαίνοντας στην Ευρώπη, παρακολουθώντας προγράμματα Erasmus, διάφορα σεμινάρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη Ρομά κατάσταση στην Ευρώπη και λίγο αυτό το πράγμα λιθαράκι λιθαράκι χτίζεται. Βέβαια, δεν έχουμε τη συμμετοχή που θα θέλαμε αλλά μπορεί να μη ζήσουμε να δούμε εμείς τη νέα τους ζωή, να τη δουν οι άλλες γενιές. Πιστεύω πως σύντομα το πρότυπο της παλιάς γενιά Τσιγγάνων που δούλευαν σε λαϊκές, έκαναν γυρολογικά επαγγέλματα, μας έδιναν στερεοτυπικές εικόνες, θα εκλείψει».

Πόσο «πίσω» (δεν) έχουν μείνει οι Ρομά;

Το περίεργο είναι ότι όλα αυτά τα πράγματα που βλέπουμε στους Ρομά ή σε κάποιους άλλους πολιτισμούς και λέμε ότι θα αλλοιώσουν τον πολιτισμό μας, είναι ακριβώς αυτά που τους έχουμε περάσει εμείς. Είναι οι θείες που παντρευτήκαν 14 χρονών με προξενιά, ακολουθήσαν όλα αυτά τα ήθη και τα έθιμα, τα σεντόνια με τα αίματα. Δεν είναι κάτι που δεν το ξέραμε στην ελληνική κοινωνία του ’60, απλά εκτοξεύτηκε η Ελλάδα μέχρι το ’80 και ’90 στα μεγάλα αστικά κέντρα και οι Ρομά έμειναν λίγο πιο πίσω. Συνέχισαν δηλαδή να παντρεύονται δηλαδή μεταξύ τους, να έχουν τη δική τους γλώσσα, δικά τους ήθη και έθιμα. Δε διαφέρουμε σε κάτι. Σήμερα, καθώς αλλάζει η κοινωνία μας, με καλύτερο οδικό δίκτυο, εμπορικά κέντρα, διαδίκτυο, πλέον καταλαβαίνουνε κι αυτοί ότι και τα επαγγέλματα τους πρέπει να τα αλλάξουνε και να τα δούνε διαφορετικά. Έχουμε βέβαια και φαινόμενα ότι αναγκαστικά κάποιοι από αυτούς οδηγούνται και στην παραβατικότητα.

Πόσο Έλληνες είναι οι Ρομά

Στα εδάφη της χώρας μας υπήρχαν Ρομά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, οι βυζαντινοί τσιγγάνοι που λέμε. Κάποιοι εξ’ αυτών έπαιζαν χάλκινα κα μάλιστα φέρανε και μουσικά ακούσματα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οπότε ο τσιγγάνος ο οποίος επί Οθωμανικής και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας περιπλανιότανε και ζούσε ουσιαστικά στην Ελλάδα δεν είναι Έλληνας πολίτης; Κάποιοι Ρομά ήρθαν επίσης με την ανταλλαγή το ’22. Όλοι αυτοί συγκρότησαν το νέο έθνος. Οπότε, αυτό νομίζω είναι μια συζήτηση η οποία έχει γίνει πολλές φορές και έχουμε βγάλει τα συμπεράσματα μας. Δηλαδή βλέπουμε ανθρώπους οι οποίοι είναι αφρικανικής καταγωγής αλλά Έλληνες.

Για παράδειγμα έχουμε τον Αντετοκούνμπο. Πώς γίνεται να μην είναι Έλληνας; Το θέμα ξέρεις ποιο είναι; Οι Ρομά δεν είναι τόσο ισχυρό λόμπι ώστε να διεκδικήσουν περισσότερα. Τώρα τελευταία γίνεται αυτό που βγαίνουν βιβλία και υπάρχουν πιέσεις να μπούνε και στη διδακτέα ύλη. Δεν είχανε τη δύναμη τόσο καιρό να προβάλουνε την ιστορία τους και να διεκδικήσουν, να γίνουν κομμάτι της ελληνικής ιστορίας. Υπάρχουν ιστορίες για Ρομά οι οποίοι προστατεύανε τους αντάρτες στα βουνά, τους παίρνανε στις σκηνές τους, τους δίνανε άλογα. Υπάρχει το μνημείο στον Ταύρο για την εκτέλεση των δέκα Ρομά. Υπάρχει ο ηρωικός Καπετάν Γύφτος (Βασίλης Μήτρου από την Κύμη, πέθανε στο πεδίο της μάχης, από βλήμα γερμανικού αντιτορπιλικού) του ΕΛΑΣ.

Είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι οι Ρομά με την ιστορία της Ελλάδας, απλά πολλοί άνθρωποι έχουμε κάτι άλλο στο μυαλό μας με το οποίο συνδέουμε τη λέξη Έλληνας. Μην ξεχνάμε τι ντόρος είχε γίνει στους Ολυμπιακούς Αγώνες όταν ο Παπαϊωάννου απεικόνισε στους Ολυμπιακούς Αγώνες την παρουσία των Ρομά σην ελληνική ιστορία μ’ ένα Datsun να μπαίνει στο Ολυμπιακό Στάδιο και τσιγγάνους να χορεύουν. Όλοι μιλούσανε γι’ αυτό, το κατά πόσο οι Ρομά είναι κομμάτι και γιατί το έβαλε.

Κι εγώ δεν είμαι πολλές γενιές εδώ, είμαι Πόντιος, ο προπάππους μου ήρθε πρώτος στην Ελλάδα. Οπότε αν το βάλεις απ’ τον προπάππου μου, είμαι τρίτης γενιάς Έλληνας. Εγώ δηλαδή είμαι Έλληνας; Αν είμαι εγώ Έλληνας, ο τσιγγάνος, ο οποίος ήταν εδώ όταν ο παππούς μου ήρθε, δηλαδή είναι ήδη πέντε γενιές στην Ελλάδα, μιλάει την ελληνική γλώσσα, έχει ελληνική ταυτότητα, έχει ασπαστεί τη χριστιανική θρησκεία, ειναι λιγότερο Ελλήνας από ‘μένα;

Εderlezi, το πέρασμα στην άνοιξη

Για τους Ρομά ακόμη και σήμερα, η  Άνοιξη είναι πάρα πολύ βασική εποχή γιατί από το Ederlezi (σ.σ παραδοσιακή γιορτή των Ρομά) και μετά ξεκινούν τα πανηγύρια. Παλιότερα ήταν πιο απλά τα πράγματα γιατί πήγαινες, έστηνες και όλα ξεκινούσαν. Δεν υπήρχαν νόμοι. Τώρα πηγαίνεις και διεκδικείς ένα μέρος, το πληρώνεις στο Δήμο στον οποίο ανήκει το πανηγύρι και στήνεις. Οπότε, μια οικογένεια ξέρει ότι με το που θα ανοίξει ο καιρός, θα πάει στην Αγία Μαρίνα, στην Τούμπα, στον Άγιο Παντελεήμονα, στους Αμπελόκηπους, θα πάει στην Χαλκιδική στον Άγιο Μάμα τον Δεκαπενταύγουστο, εκεί που γίνονται τα πανηγύρια των Ρομά. Αυτές ανέκαθεν ακολουθούσαν τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές γιατί γύρω από αυτές στήνεται ένα πολύ μεγάλο γλέντι και μπορούν να πουλήσουν την πραμάτεια τους.

Η  Άνοιξη λοιπόν, ήταν πάρα πολύ σημαντική γιατί σηματοδοτούσε τη μετακίνηση από το Μάϊο μέχρι και τον Οκτώβριο. Στη Βόρεια Ελλάδα είναι πολύ σημαντικές, και πέρα από τους Ρομά, δύο γιορτές: ο Άη Γιώργης και ο Άγιος Δημήτρης που είναι και προστάτης της Θεσσαλονίκης κι αυτό γιατί η μία σηματοδοτεί την άνοιξη και η άλλη το τέλος του φθινοπώρου, δηλαδή ότι όλα τελειώνουν μετά τον Άγιο Δημήτριο, μετά έχουμε Νοέμβριο, Δεκέμβριο, Γενάρη, Φλεβάρη και Μάρτιο που είναι οι πολύ κρύοι μήνες. Στους πληθυσμούς αυτούς οι γιορτές της Άνοιξης έπαιζαν ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Πάντως τα τσιγγάνικά έθιμα που ισχύουν στο Ederlezi αλλά και σε άλλα τάματα, αυτά δηλαδή όπου κάνουμε κουρμπάνι, σφάζουμε ένα αρνί, κάνουμε μια βούλα στο κεφάλι με το αίμα, κάνουμε μια ευχή, όλα τους υπάρχουν ακόμα, ναι».

Στιγμιότυπα από ένα πανηγύρι Ρομά

«Αυτό που μου έκανε πάρα πολύ μεγάλη εντύπωση όταν βίωσα για πρώτη φορά ένα τσιγγάνικο πανηγύρι, είναι πώς σ’ ένα φορτηγό, αυτός που ήξερε ακριβώς που θα βάλει τα σίδερα, ήξερε και πώς θα τα διπλώσει. Χωρούσανε τρεις πάγκοι σ’ ένα φορτηγό. Όλη η πραμάτεια τους μπορούσε να χωρέσει μέσα, ήταν δηλαδή απίστευτο. Ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε το πώς μεταλλάσσονταν αυτό το φορτηγό και γινόταν τελικά, σαν ένα αυτοσχέδιο σπίτι, ένας πλήρης χώρος για να κοιμηθούμε μετά το βράδυ. Αυτό είναι το σπίτι τους για όλο το καλοκαίρι.

Το ωραίο με τα πανηγύρια είναι ότι κρατάνε τη μορφή της παλιάς οργάνωσης των νομαδικών πληθυσμών. Δηλαδή ξυπνάς το πρωί, κάνεις πρωινό, ετοιμάζεις το φαγητό, στήνει μετά τον πάγκο και ύστερα θα προσπαθήσεις να βγάλεις όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα γίνεται, γιατί με αυτά μπορεί να χρειαστεί να ζήσεις όλο το χειμώνα και μετά το βράδυ, στήνεις και ένα αυτοσχέδιο γλέντι εκεί που έχεις μαζέψει πλέον τους πάγκους. Τρώμε, πίνουμε, έχει τελειώσει η δουλειά, ξεκουραζόμαστε, λέμε ιστορίες, χορεύουμε. Ήταν ωραία εμπειρία».

DSC 0032

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.