σε , ,

Πώς η Μαρία Παπαϊωάννου πολέμησε -και νίκησε!- την κατάθλιψη

Μιλά για το “Rebound” της

21688436 1706433162702288 2221504942271183700 o 758x426 1
«Άρχισα να γράφω. Άρχισα να γράφω δίχως να σκέφτομαι»

UPDATE: Μόλις έμαθα ότι το εξαιρετικά δυνατό της βιβλίο, η Μαρία Παπαϊωάννου θα το παρουσιάσει την Κυριακή 28 Ιανουαρίου (στις 5 το απόγευμα) στο café Mύρτιλλο, το πρώτο καφέ της Αθήνας στο οποίο εργάζονται μόνο άτομα από ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και άτομα με αναπηρία. Συμμετέχουν: Φίλιππος Φραγκούλης (Συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός), Όλγα Τυμπακιανάκη (Ψυχολόγος), Δήμητρα Παπακωνσταντοπούλου (Συγγραφέας). Τα έσοδα από τις πωλήσεις των βιβλίων θα διατεθούν στο café Μύρτιλλο για την ενίσχυση του έργου του.

Να πώς περιγράφει η Μαρία Παπαϊωάννου τον εαυτό της:

«Γεννήθηκα το οργουελικό 1984 στα Εξάρχεια, όπου και μεγάλωσα. Σπούδασα στο θέατρο Αλκμήνη του Άκη Δαβή θέατρο και χορό. Λάτρης του γάμου, έχω παντρευτεί δύο φορές και έχω αποκτήσει δύο παιδιά. Στα χόμπι μου περιλαμβάνονται κυρίως η πάλη με τους δαίμονές μου καθώς και το κολύμπι στην δημοτική πισίνα. Μισώ το χιόνι και τα αεροπλάνα. Αγαπάω τα γλυκά και τις βόλτες στο κέντρο της Αθήνας. Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Έργα μου έχουν δημοσιευθεί στον ηλεκτρονικό Τύπο. Το βιβλίο μου “Rebound” από τις Εκδόσεις Ιωλκός είναι η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων.»

Screenshot 15

Διαβάζοντας το βιβλίο, θέλησα να μάθω περισσότερα για τους «δαίμονες» με τους οποίους πάλεψε η Μαρία, ακριβώς επειδή είναι πολύ συνηθισμένοι στις ζωές πολλών ανθρώπων.

«Το βιβλίο μου αποτελείται από 17 διηγήματα τα οποία έχουν κύριο άξονα την σουρεαλιστική προσέγγιση της κατάθλιψης, από την οποία ήμουν χρόνια πάσχουσα» μου είπε. «Τα διηγήματα έχουν φόντο την Αθήνα και κυρίως το κέντρο της. Ο δε τίτλος είναι εμπνευσμένος από τον ψυχιατρικό όρο rebound effect αλλά και από το θρυλικό γκοθάδικο στην Πλατεία Αμερικής.»

Τώρα έχει ξεπεράσει την κατάθλιψη; Πώς τα κατάφερε; «Ναι, πλέον την έχω ξεπεράσει εντελώς και είμαι καλά. Η ίασή μου οφείλεται κυρίως στην ψυχοθεραπεία και την φαρμακευτική αγωγή που ακολούθησα απαρέγκλιτα αλλά και η συγγραφή έπαιξε σπουδαίο ρόλο ως διέξοδος από το τοξικό περιβάλλον της κατάθλιψης στο οποίο ζούσα.

Με παρακολουθούσε εντατικά ο ψυχίατρος που έκανε και την διάγνωση, ο οποίος μου είχε συνταγογραφήσει και την φαρμακευτική αγωγή. Πλέον τον βλέπω συντηρητικά. Παράλληλα κάνω ακόμη ψυχοθεραπεία σε ψυχολόγο μία φορά την εβδομάδα καθώς με βοηθάει όχι μόνο στην κατάθλιψη αλλά στην καλυτέρευση της ζωής μου εν γένει.

Η συγγραφή είναι η ζωή μου αλλά και το όχημα με το οποίο απέδρασα από την φυλακή της κατάθλιψης.»

Της ζήτησα να μου περιγράψει το πώς έφτιαξε το βιβλίο…

22852081 1742669855745285 4785603768301927031 n
Η συγγραφέας

“Πώς γράφτηκε το Rebound”

Ο βραστήρας σφύριξε. Το νερό ήταν έτοιμο. Άνοιξα το ντουλάπι που φυλάω τις κούπες και πέταξα μέσα ανόρεχτα ένα φακελάκι με χαμομήλι. Κατόπιν γέμισα το φλυτζάνι με βραστό νερό που καθώς έπεφτε ανυπόμονο, με πιτσιλούσε ζεματιστές σταγόνες που μου έκαιγαν τα δάχτυλα. Επιτέλους, μία αίσθηση! Έγινα λίγο ακόμη πιο απρόσεχτη και άφησα επίτηδες κι άλλο καυτό νερό να χυθεί στο χέρι μου. Πιο πολύ αίσθηση. Πιο πολύ ανακούφιση.

Το μωρό κοιμόταν ήσυχα στην κούνια του και η ώρα ήταν μόλις εννέα το πρωί. Έξω είχε αρκετό κρύο – Νοέμβρης πια – και η ημέρα προσφερόταν για σπίτι και ύπνο. Πόσο θα ήθελα λίγο ακόμη ύπνο! Το ξέρω πως κοιμόμουν σερί από τις επτά του προηγούμενου απογέυματος αλλά είμαι τόσο κουρασμένη. Ένας Θεός ξέρει πόσο κουρασμένη είμαι.

Ωστόσο, οι οδηγίες ήταν σαφής και κατηγορηματικές. Θα πρέπει να φτιάξω ένα σταθερό ωράριο ύπνου και να γεμίσω την ημέρα μου με πράγματα που αγαπώ. Μακάρι να ήξερα πια τί αγαπώ, καλέ μου γιατρέ – που γι’αυτό δηλαδή ήρθα σε εσένα, για να μου πεις τί στο διάολο αγαπώ πια που δεν μπορώ να αντέξω ούτε την ίδια μου την πάρτη.

Κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας με τις τέσσερις καρέκλες ολόγυρά του και ανοιξα το λάπτοπ ανόρεχτα. Είχα να το αγγίξω μήνες ολόκληρους. Ποιά; Εγώ που δεν ζούσα δίχως να γράψω έστω μιαν αράδα την ημέρα. Η τηλεόραση έπαιζε στο mute ένα κινούμενο σχέδιο με έναν πράσινο ιπποπόταμο ντυμένο λευκό κορμάκι γυμναστικής που προσπαθούσε να μάθει μπαλέτο. Ταυτίστηκα μαζί του. Αισθάνθηκα σαν έναν πράσινο ιπποπόταμο που προσπαθεί να χορέψει. Ένα λάθος. Είχα γίνει ολόκληρη ένα λάθος. Άρχισα να ρουφάω το καυτό χαμομήλι μου και καθώς δεν είχα κουράγιο να φέρω την κούπα στο στόμα μου, έσκυβα κάθε λίγο και λιγάκι στο τραπέζι και ρουφούσα το ζεματιστό νεροζούμι που με έκαιγε μέχρι τον φάρυγγα ηδονικά.

Φόρεσα την κόκκινη τριμμένη ζακέτα μου. Αυτή που μύριζε πια “εγώ”. Δεν την έπλενα ποτέ και είχε επάνω της μικρούς κόκκους της σάρκας μου που είχαν χωθεί στις χαλαρές πλέξεις των κλωστών της. Μόνο αυτή η ζακέτα με αγκάλιαζε στοργικά. Μόνο αυτή με ένιωθε. Μόνο αυτή με αγαπούσε. Πολλές φορές, όταν ήταν τόσο αναγκαίο να αλλάξω ρούχα και να βγω από το σπίτι, την έχωνα κρυφά στην τσάντα μου και την έπαιρνα μαζί μου. Όλα μπορούσα να τα αποχωριστώ πιά. Την κόκκινη τριμμένη ζακέτα μου, ποτέ.

Άρχισα να γράφω. Άρχισα να γράφω δίχως να σκέφτομαι. Μία γυναίκα. Μεσήλικη. Θέλει να φύγει. Θα τα καταφέρει, όμως; Πώς θα τον αφήσει έτσι μόνο; Πρέπει να μερμνήσει για τα πάντα προτού το κάνει. Και αν τελικά τα τακτοποιήσει όλα και φύγει θα είναι χαρούμενη; Οι σκέψεις, οι συνειρμοί, με είχαν συνεπάρει. Άναψα ένα τσιγάρο. Ναι, μες στο σπίτι. Δεν είχα χρόνο να βγω στο μπαλκόνι, τώρα έγραφα.

Το μωρό ξύπνησε. Πετάχτηκα από την καρέκλα απότομα. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένα σημάδι ζωής διαπέρασε το κορμί μου. Κάτι είχα αφήσει στην μέση. Κάποιος με περίμενε να επιστρέψω κοντά του. Όχι, όχι το μωρό. Η γυναίκα που είχε τρυπώσει μέσα στο μυαλό μου και το laptop μου. Αυτή με είχε περισσότερη ανάγκη από όλους τώρα.

Τάισα τον μόλις δύο μηνών γιο μου και έπειτα τον πήρα αγκαλιά και καθίσαμε στον καναπέ. Εγώ, όπως πάντα αμίλητη και βυθισμένη στον μέσα τρόμο-κόσμο μου και εκείνος να κάνει πνιχτούς βρεφικούς ήχους για να μου τραβήξει την προσοχή. Τον κοίταξα. Τον είδα. Μεγάλο, έφηβο, και αργότερα, στην πρώτη νιότη. Σωστό παλικάρι, που θα έλεγε και η γιαγιά μου. Τον τύλιξα με μία κουβέρτα και τον έβγαλα για πρώτη φορά βόλτα στην γειτονιά με το καρότσι του. Η ημέρα ήταν παγωμένη και ίσως να ήμουν η μόνη που διέσχιζα το πάρκο, αλλά δεν με ένοιαζε. Τα ματάκια του έλαμπαν και ήταν σαν να έβλεπε πρώτη φορά τον έξω κόσμο. Ίσως να τον είχε ξαναδεί με τον μπαμπά του, κάποιο άλλο πρωινό, δεν ξέρω, εγώ συνήθως τα πρωινά κοιμάμαι, δεν ξέρω.

Καθίσαμε σε ένα παγκάκι. Το μικρό αποκοιμήθηκε μες στην ζεστή κουβέρτα του. Το κοιτούσα και σκεφτόμουν. Νομίζω ότι κάπου κάπου ψέλλιζα κιόλας τις σκέψεις μου.

“Όχι, δεν θα φύγει. Δεν θα το κάνει. Είναι πολύ δειλή για να το κάνει.”

Σηκώθηκα για δεύτερη φορά σήμερα όλο νεύρο, έβγαλα το φρένο του πελώριου καροτσιού και κατευθήνθηκα γρήγορα προς το σπίτι. Έβαλα τον μικρό στο κρεβατάκι του να συνεχίσει τον ύπνο του και κάθισα γρήγορα μπροστά στο λάπτοπ μου. Άνοιξα την σελίδα στην οποία διέμενε η μεσήλικη γυναίκα και την βρήκα να γράφει ένα γράμμα, σκυμμένη ολόκληρη πάνω στο μπλοκάκι που είχε για τα ψώνια της. Άρχισα να κρυφακούω τις σκέψεις της. Ήξερε πολύ καλά πώς ένιωθε αλλά δεν είχε αποφασίσει αν θα τον εγκαταλείψει. Χρειαζόταν την βοήθειά μου. Σήκωσε τα μάτια της από το χαρτί και με κοίταξε με απόγνωση. Αυτή η γυναίκα με είχε ανάγκη και εγώ έπρεπε να φανώ, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, αντάξια των περιστάσεων.

Έπιασα τον εαυτό μου να γράφει με μανία. Ζεστάθηκα. Έβγαλα την κόκκινη ζακέτα μου και την πέταξα σε μία από τις καρέκλες που βρίσκονταν απέναντί μου. Κάτι μου τράβηξε την προσοχή και γύρισα το βλέμμα προς την τηλεόραση που έπαιζε ακόμη αθόρυβα. Για δες κάτι πράματα! Ο πράσινος ιπποπόταμος είχε μάθει να χορεύει!

***

+  Η ομιλία της Μαρίας στην παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα, που είχε ως κεντρικό θέμα την χρόνια διαταραχή της και τον τρόπο συγγραφής του έργου της σε εκείνη την σκοτεινή περίοδο.

Παπαΐωάννου Μαρία, “Rebound”

Οι Εκδόσεις Ιωλκός παρουσίασαν στο Polis Art Cafe, τη συλλογή διηγημάτων της Μαρία Παπαΐωάννου, “Rebound”. ΔΕΙΤΕ το ρεπορτάζ στο Bookia: http://www.bookia.gr/index.php?action=Blog&post=d847e2b6-11d7-46d1-b787-5e35eeea5dce Για το βιβλίο και τη συγγραφέα μίλησαν: – Γιώργος Δένδιας (Ιατρός-Νευρολόγος, ποιητής) – Αντώνης Τζήμας (Συγγραφέας) Δραματοποίηση αποσπασμάτων του κειμένου έκαναν οι ηθοποιοί: – Βίκυ Καλπάκα – Νίνα Αδαμοπούλου

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
2 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια
Ρένα Τσαντάκη
Ρένα Τσαντάκη
7 χρόνια πριν

Διάβασα το απόσπασμα και έκλαψα για άλλη μια φορά…
Πόσο μπορεί να μοιάζουν τελικά οι ζωές κάποιων ανθρώπων
Που δεν έχουν γνωριστεί ποτέ;
Η ζωή είναι μπροστά! Πρέπει να την παλεύουμε!
Σε ευχαριστούμε Μαρία που υπάρχεις και μας έδωσες κουράγιο με το βιβλίο σου Να είσαι πάντα καλά!

Μαρία Παπαιωάννου
Μαρία Παπαιωάννου
7 χρόνια πριν
Απάντηση σε  Ρένα Τσαντάκη

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια μέσα από την καρδιά μου!
Να είστε πάντα καλά!
Μαρία Παπαιωάννου